Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Σονέτα

Ουίλιαμ Σαίξπηρ: Σονέτο 73

Εικόνα
  Μπορείς σε με να ιδείς την εποχή του έτους  που λίγα φύλλα κίτρινα κρέμονται αραιά  σε κλάδους που απ’ το κρύο τρέμουν, έρμους, σκέτους  ναούς που πριν γλυκολαλούσαν τα πουλιά. Σε μένα βλέπεις τη βασιλεμένη εσπέρα  που προς τη δύση σκοτεινή κατηφορίζει,  που αγάλι-αγάλι διώχνει η νύχτα την ημέρα,  θάνατος άλλος που όλα με ησυχία σφραγίζει. Σε μένα βλέπεις φέγγος από τη φωτιά που πα’ στης νιότης της τη στάχτη σιγοσβήεται,  στο νεκροκρέβατό της σαν να ξεψυχά κι απ’ ότι πριν ετράφει τώρα καταλύεται. Αυτά παρατηρείς κι η αγάπη σου θεριεύει  για ν’ αγαπάει πολύ ότι γλήγορα μισεύει. 

Ουίλιαμ Σαίξπηρ: Σονέτο 77

Εικόνα
Τα νιάτα πώς διαβαίνουν θα σου πει ο καθρέφτης, και το ρολόι πώς φεύγουν οι ακριβές στιγμές σου· τη σκέψη σου οι λευκές σελίδες θα κρατήσουν, κι απ’ ό,τι γράψεις ένα δίδαγμα θα πάρεις. Πιστά ρυτίδες ο καθρέφτης θα σου δείξει, που κάποιους τάφους ανοιχτούς θα σου θυμίσουν, και θα σε μάθει αργός ο ίσκιος στο ρολόι πώς προχωρεί προς την αιωνιότητα ο Χρόνος. Πρέπει να εμπιστευθείς σε τούτα τ’ άδεια φύλλα όσα η ανάμνησή σου δεν μπορεί να σώσει· και κάποτε θα δεις μεγάλα αυτά τα τέκνα της σκέψης σου, που έτσι ξανά θα τη γνωρίσεις. Όσες φορές κοιτάξεις τον καθρέφτη, το ρολόι, θα ωφεληθείς· και θα γεμίζουν οι σελίδες. Πηγή: latistor.blogspot.com

Ουίλιαμ Σαίξπηρ: Σονέτο 87

Εικόνα
Χαίρε, ακριβός πολύ είσαι για να σ’ έχω εγώ,  μάλιστα αφού καλά γνωρίζεις την τιμή σου,  φιρμάνι της αξίας σου σ’ έχει αμολητό,  τα ομόλογά μου έληξαν της καλλονής σου.  Και πώς να σε κρατήσω αν δεν το θέλεις συ; Και για τον πλούτο σου αυτόν εγώ τι σου προσφέρω; Μου λείπει εμένα λόγος για τη χάρη αυτή  κι έτσι γυρίζει η ιδέα μου δίχως ενδιαφέρο. Την έδωσες χωρίς να ξέρεις την αξία σου,  σε ποιον την έδωσες δεν έχεις νιώσει ακόμη,  κι έτσι η τρανή σου η χάρη εγίνη απαρεσιά σου,  και γύρισε στα ίδια με αλλαγμένη γνώμη. Ήμουν, καθώς σ’ ένα όνειρο που σε απατά,  στον ύπνο βασιλιάς, στο ξύπνο τίποτα.

Ουίλιαμ Σαίξπηρ: Σονέτο 15

Εικόνα
Όταν συλλογιστώ για κάθε τι που αξαίνει πως στην ακμή του στέκει μόνο μια στιγμή, πως τούτη η θεόρατη σκηνή μόνο ίσκιους παρασταίνει, που τ’ άστρα τους σχολιάζουνε μ’ επήρεια μυστική, όταν θωρώ πως οι άνθρωποι σαν τα φυτά ωριμάζουν  με τη στοργή κι οργή του ίδιου αυτού ουρανού, καυκιόνται όσα ‘χουν νέους χυμούς, ακμάζουν, παρακμάζουν κι η ωραία στολή τους πάει της λησμονιάς και του χαμού, τότε, όταν πιάνει ο νους μου αυτή την άστατη σειρά, στην όψη μου σε φέρνει νιότη πάμπλουτη, κι ο χαλαστής ο χρόνος συζητάει με τη φθορά να κάμει την αυγή σου νύχτα ζοφερή. Μα εγώ για την αγάπη σου θα πολεμάω τον χρόνο, κι ότι σου παίρνει αυτός εγώ θα σου το αναπληρώνω.

Ουίλιαμ Σαίξπηρ: Σονέτο 85

Εικόνα
Γλωσσοδεμένη η μούσα μου σεμνά σωπαίνει, ενώ η ωδή σου καμαρώνει με σωρόν τα πλούσια ξόμπλια, με χρυσή πένα γραμμένη, φράση ακριβή, εργόχειρο όλων των Μουσών. Καλός στη σκέψη εγώ, καλοί στα λόγια οι άλλοι, σαν τον αγράμματο αναγνώστη ολοένα λέω αμήν σε κάθε ύμνον που προβάλλει πνεύμα ικανό, ανάγλυφη όψη, φίνα πένα. Ακούω τον ύμνο σου και λέω: σωστά ειπωμένα, έτσι είναι και παινέματα προσθέτω κι άλλα που ‘χω στον νου μου, αλλά η αγάπη μου για σένα, στα λόγια αν μένει πίσω, πάει μπροστά καβάλα. Άλλους γι’ αεράτα λόγια εχτίμα ποιητές, εμένα γι’ άηχες σκέψεις, κάτι λεν αυτές.

Ουίλιαμ Σαίξπηρ: Σονέτο 132

Εικόνα
Τα μάτια σου αγαπώ κι αυτά με συμπονούν για της καρδιάς σου τη σκληρή ακαταδεξιά,  και μαυροφόρα κι ερωτόπαθα πενθούν  θωρώντας τον καημό μου με σπλαχνιά γλυκιά. Κι αλήθεια ο ήλιος δεν ταιριάζει ο πρωινός  πιο ωραία στης χαραυγής τα μάγουλα τα ωχρά,  ούτε δοξάζει ο Αποσπερίτης ο λαμπρός  τη μουχρωμένη δύση τόσο, όσο αυτά τα δυο της όψης σου θλιμμένα μάτια. Ω,  ας ήταν κι η καρδιά σου το ίδιο να πενθεί  για μένα, αφού πολύ σου πάει το μαύρο αυτό, κι όλα τα μέλη σου να μ’ είχαν σπλαχνιστεί. Τότε θα ορκίζομαι πως μαύρο είναι τ’ Ωραίο κι όποια δε θα σου μοιάζει “ειν’ άσχημη” θα λέω.

Ουίλιαμ Σαίξπηρ: Σονέτο 1

Εικόνα
Πανώρια πλάσματα ποθούμε να καρπίζουν, ώστε ποτέ ο ανθός του Ωραίου να μη χαθεί  παρά, αφού με καιρό τα πιο ώριμα σαπίζουν,  η μνήμη του σ’ αβρόν του διάδοχο ν’ ανθεί. Μα συ, των ίδιων σου λαμπρών ματιών λατρεία, καις του εαυτού σου ουσία να συντηράς το φως σου,  και κάνεις να ‘ναι πείνα εκεί που ‘ν’ αφθονία,  ο ίδιος εχθρός σκληρός για τον γλυκόν εαυτό σου. Συ που ‘σαι τώρα κόσμημα του κόσμου νέο  και μόνο προάγγελος του Μάη του προφαντού,  θάβεις μες στο μπουμπούκι σου ότι έχεις ωραίο  και σαν τσιγκούνης νέος σωρεύεις του χαμού. Σπλαχνίσου τη ζωή, αλλιώς σαν φάουσα άπληστη  τρως της ζωής το δίκιο, ο τάφος λέω και συ.

Ουίλιαμ Σαίξπηρ: Σονέτο 10

Εικόνα
Ντροπή, μην πεις πως αγαπάς, αφού είσαι συ τόσο απρονόητος για τον ίδιο σου εαυτό. Παραδέξου το, αν θες, πως σ’ αγαπάν πολλοί, μα πως δεν αγαπάς κανέναν, φανερό. Τι σ’ έχει πιάσει τέτοιο ολέθριο μίσος που ως και ν’ αυτοχαλαστείς γυρεύεις, να ξεφτίσεις τον ώριο αυτό ναό, που πόθος σου καυτός έπρεπε να ‘ναι πώς να τονε συντηρήσεις Άλλαξε γνώμη για ν’ αλλάξω ιδέα, πάει να μένει πιο ωραία η έχτρα από την αγάπη τη σεμνή; Γίνου όπως η όψη σου η καλή, η χαριτωμένη, και δείξε στον εαυτό σου διάθεση αγαθή. Κάμε ένα αντίτυπο σου, αν μ’ αγαπάς, να ζει τ’ Ωραίο στο δικό σου πάντοτε και συ.

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ: Σονέτο 4

Εικόνα
Ακάρπιστη ομορφιά, του κάλλους σου γιατί τον πλούτο τον ξοδεύεις στον εαυτό σου; Η φύση δεν χαρίζει, δανείζει, και όντας αγαθή δίνει σ’ αυτούς που κάνουνε γεννέα χρήση. Ε, πως, ωραίε τσιγκούνη, καταχράσαι βιο που απλόχερα άφθονο σου δόθη για να δίνεις; Άκερδε κερδοσκόπε, τι χαλάς αυτό το πλούτος των πλουτών και τη ζωή προδίνεις; Τι μόνον συναλλάζεσαι με τον εαυτό σου, με αυτό το Εγώ το εγώ σου το όμορφο απατάς; Αλλ’ ανοιχτόν θα αφήσεις τον λογαριασμό σου όταν θα σε καλέσει η φύση για να πας. Μαζί σου το άχρηστό σου κάλλος θα θαφτεί, αντί σ’ άλλους θνητούς για ζωή να ξοδευτεί.

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ: Σονέτο 98

Εικόνα
Σου ‘λειψά τότε που ήταν άνοιξη επιγής. Ο Απρίλιος πλουμιστός κι ολόχαρος φυσούσε νιώτης πνοή στο καθετί που ώς κι ο βαρύς μαζί του ο Κρόνος γέλαε και χοροπηδούσε. Μα ούτε λαλιές, πουλιά, ούτε λογής λουλούδια μπορούσαν μ’ ευωδιές και κάλλη να με κάνουν να είπω χαρούμενα ανοιξιάτικα τραγούδια, ή να τ’ ανθολογούσα, χάρος τους σαν να ‘μουν. Ούτε θαμάστηκα το κρίνου την ασπράδα, ούτε ύμνησα του ρόδου το άλικο βαθύ, τι αυτά από σένα είχαν τη γλύκα κι ομορφάδα ζωγραφιστή, αφού σ’ όλα πρότυπο είσαι εσύ. Κι έτσι ήτανε χειμώνας, τι ήσουν συ μακριά, και έπαιξα γω μ’ αυτά σαν με δική σου σκιά.