Ουίλλιαμ Σαίξπηρ: Σονέτο 98
Σου ‘λειψά τότε που ήταν άνοιξη επιγής.
Ο Απρίλιος πλουμιστός κι ολόχαρος φυσούσε
νιώτης πνοή στο καθετί που ώς κι ο βαρύς
μαζί του ο Κρόνος γέλαε και χοροπηδούσε.
Μα ούτε λαλιές, πουλιά, ούτε λογής λουλούδια
μπορούσαν μ’ ευωδιές και κάλλη να με κάνουν
να είπω χαρούμενα ανοιξιάτικα τραγούδια,
ή να τ’ ανθολογούσα, χάρος τους σαν να ‘μουν.
Ούτε θαμάστηκα το κρίνου την ασπράδα,
ούτε ύμνησα του ρόδου το άλικο βαθύ,
τι αυτά από σένα είχαν τη γλύκα κι ομορφάδα
ζωγραφιστή, αφού σ’ όλα πρότυπο είσαι εσύ.
Κι έτσι ήτανε χειμώνας, τι ήσουν συ μακριά,
και έπαιξα γω μ’ αυτά σαν με δική σου σκιά.
νιώτης πνοή στο καθετί που ώς κι ο βαρύς
μαζί του ο Κρόνος γέλαε και χοροπηδούσε.
Μα ούτε λαλιές, πουλιά, ούτε λογής λουλούδια
μπορούσαν μ’ ευωδιές και κάλλη να με κάνουν
να είπω χαρούμενα ανοιξιάτικα τραγούδια,
ή να τ’ ανθολογούσα, χάρος τους σαν να ‘μουν.
Ούτε θαμάστηκα το κρίνου την ασπράδα,
ούτε ύμνησα του ρόδου το άλικο βαθύ,
τι αυτά από σένα είχαν τη γλύκα κι ομορφάδα
ζωγραφιστή, αφού σ’ όλα πρότυπο είσαι εσύ.
Κι έτσι ήτανε χειμώνας, τι ήσουν συ μακριά,
και έπαιξα γω μ’ αυτά σαν με δική σου σκιά.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου