Τζινγκίζ Αϊτμάτωφ - Ο πρώτος δάσκαλος, Απόσπασμα
Ανοίγω τα παράθυρα διάπλατα. Στο δωμάτιο ξεχύνεται, χείμαρρος, ο φρέσκος αέρας. Στο ήρεμο και γαλαζωπό φως της χαραυγής, περιεργάζομαι με προσοχή τα σκίτσα του καινούργιου μου πίνακα. Είναι πολλά, όπως και πολλές ήταν οι φορές που τα άρχιζα. Όμως, για τον πίνακα είναι ακόμη νωρίς να βγάλω συμπέρασμα. Δεν βρήκα ακόμα το βασικότερο, αυτό που έρχεται ξαφνικά και αναπόφευκτα, με απόλυτη σαφήνεια και μιαν ανεξήγητη κι ανεπαίσθητη μελωδία στην ψυχή, σαν αυτά τα καλοκαιριάτικα πρωινά. Πηγαινοέρχομαι στη σιγαλιά του πρωινού και όλο σκέφτομαι, σκέφτομαι, σκέφτομαι. Κι αυτό γίνεται κάθε φορά. Και κάθε φορά πείθομαι πως ο πίνακάς μου είναι ακόμα μόνο μια ιδέα.
Δεν είμαι της γνώμης να γνωστοποιώ εκ των προτέρων ακόμα και στους πιο κοντινούς μου φίλους κάτι που ακόμη δεν τελείωσε. Όχι από ζήλο στη δουλειά μου, απλώς νομίζω πως είναι δύσκολο να προβλέψει κάνεις τι θα γίνει τελικά το παιδάκι που σήμερα ακόμη βρίσκεται κούνια. Έτσι είναι δύσκολο να κρίνει κανείς ένα έργο, όχι που όχι μόνο δεν τελείωσε αλλά που ούτε καν άρχισε. Όμως, αυτή τη φορά αλλάζω τακτική, θέλω μεγαλόφωνα να δηλώσω, ή καλύτερα να μοιραστώ με τους ανθρώπους τι σκέψεις μου για τον πίνακα που δεν άρχισα ακόμη.
Δεν είναι καπρίτσιο. Όμως δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά. Αισθάνομαι πως δεν θα τα βγάλω πέρα μόνος μου. Η ιστορία που αναστάτωσε την ψυχή μου, η ιστορία που με παρακίνησε να πιάσω το πινέλο, μου φαίνεται τόσο πελώρια, πού μόνος μου δεν θα μπορέσω να την αγκαλιάσω. Φοβάμαι πως δεν θα μπορέσω να τη μεταφέρω όπως ακριβώς έχει και πώς θα μου χυθεί σαν μια ξεχειλισμένη κούπα. Θα ήθελα οι άνθρωποι να με βοηθήσουν με τη συμβουλή τους, να μου υποδείξουν μια λύση ή τουλάχιστον να μου συμπαρασταθούν νοερά κοντά στο τρίποδο και να ανησυχούν μαζί μου.
Μη λυπηθείτε τη θέρμη της καρδιάς σας, ελάτε πιο κοντά, έχω υποχρέωση να σας διηγηθώ αυτή την ιστορία...
Το Κουρκουρέου, έτσι λέγεται το χωριό μας, βρίσκεται στους πρόποδες ενός μεγάλου οροπεδίου, όπου με παφλασμό ξεχύνονται οι χείμαρροι από τις γύρω χαράδρες. Πιο χαμηλά από το χωριό απλώνεται η Κίτρινη πεδιάδα, μια πελώρια καζάκικη στέπα, στεφανωμένη από τις οροσειρές των Μαύρων βουνών και τη φιδίσια γραμμή του σιδηροδρόμου, που τα ίχνη της χάνονται μακριά στη δύση.
Πάνω από το χωριό, στο βουναλάκι, υψώνονται δύο πανύψηλες λεύκες. Τις θυμάμαι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Από όποια πλευρά κι αν πλησιάσεις στο Κουρκουρέου μας, πριν απ’ όλα θα αντικρίσεις αυτές τις δυο λεύκες, που ξεχωρίζουν σαν φάροι ψηλά στο βουνό. Και δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω - είτε γιατί οι εντυπώσεις των παιδικών χρόνων είναι πιο προσφιλείς στον καθένα μας, είτε γιατί αυτό έχει σχέση με την τέχνη του ζωγράφου - όμως κάθε φορά που κατεβαίνω από το τρένο και παίρνω το μονοπάτι μέσα από τη στέπα για το χωριό, πρώτη μου δουλειά είναι να ψάξω με το βλέμμα μου από μακριά τις αγαπημένες μου λεύκες.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου