Η Απολογία του Σωκράτη


Από μένα όμως θα ακούσετε όλη την αλήθεια- και όχι, μα το Δία, λόγια δουλεμένα προσεκτικά και στα ρήματα και στα ουσιαστικά, όπως τα δικά τους, ούτε φορτωμένα με στολίδια, αλλά θα ακούσετε όποιες λέξεις μου έρχονται στο μυαλό χωρίς κανένα σχέδιο – πιστεύω ότι είναι δίκαια αυτά που λέω- και κανένας από σας ας μην περιμένει κάτι διαφορετικό. Γιατί καθόλου δεν ταιριάζει, Αθηναίοι, σε κάποιον που βρίσκεται σ' αυτή την ηλικία, να έρχεται μπροστά σας και σαν παιδάκι λόγους να πλάθει.




Για πρώτη μου φορά, στα εβδομήντα μου χρόνια, εμφανίζομαι μπροστά σε δικαστήριο· και πραγματικά μου είναι άγνωστος ο τρόπος που μιλάνε εδώ.


Πολύ καλά αυτό να εξετάσετε και μεγάλη προσοχή να δώσετε σ' αυτό: αν ορθά πράγματα λέω ή όχι, γιατί αυτή είναι η μέγιστη αρετή του δικαστή, ενώ του ρήτορα είναι να λέει την αλήθεια.


Όμως ας γίνει ότι ο θεός θέλει, στο νόμο πρέπει να υπακούσω και να απολογηθώ.


Εξετάζοντάς τον λοιπόν προσεκτικά ―δε χρειάζεται να πω όνομα, ήταν όμως κάποιος από τους πολιτικούς ― και συζητώντας μαζί του αυτός ο άνθρωπος μου έδωσε την εντύπωση ότι φαινόταν σοφός σε πολλούς άλλους και κυρίως στον ίδιο του τον εαυτό, αλλά δεν ήταν· στη συνέχεια προσπαθούσα να του αποδείξω ότι νόμιζε πως ήταν σοφός χωρίς όμως να είναι.

Γι αυτό λοιπόν και σ'αυτόν έγινα μισητός και σε πολλούς από τους παρόντες· αποχωρώντας λοιπόν σκεφτόμουν ότι απ'αυτόν τον άνθρωπο είμαι σοφώτερος· γιατί, όπως δείχνουν τα πράγματα, κανένας από μας τους δυο δεν γνωρίζει τίποτε πραγματικά καλό, αλλά αυτός νομίζει ότι ξέρει, παρόλο που δεν ξέρει, ενώ εγώ όπως ακριβώς δεν ξέρω ούτε νομίζω ότι ξέρω· φαίνεται λοιπόν ότι απ' αυτόν σε κάτι λίγο είμαι σοφώτερος, επειδή πράγματι αυτά που δε γνωρίζω καλά δε νομίζω ότι τα κατέχω γνωστικά.


Μετά από τους πολιτικούς επισκέφθηκα τους ποιητές και αυτούς που γράφουν τραγωδίες και τους διθυραμβοποιούς και τους άλλους, για να διαπιστώσω έμπρακτα ότι αμαθέστερος από εκείνους είμαι.

Παίρνοντας λοιπόν στα χέρια μου τα ποιήματά τους και μάλιστα αυτά που θεωρούσα τα πιο καλοδουλεμμένα, επίμονα τους ρωτούσα ποιο ήταν το νόημά τους, για να μάθω και κάτι παραπάνω απ'αυτούς. Ντρέπομαι ειλικρινά να σας πω την αλήθεια, Αθηνάιοι· όμως πρέπει να την πω. Με μια κουβέντα, σχεδόν όλοι οι παρόντες θα μπορούσαν καλύτερα μιλήσουν σχετικά με τα ποιήματα που αυτοί είχαν γράψει. Κατάλαβα λοιπόν και για τους ποιητές μέσα σε λίγο χρόνο αυτό, ότι δηλαδή δε δημιουργούν τα ποιήματά τους χάρη στη σοφία τους, αλλά χάρη σε κάποιο ταλέντο και επειδή κυριαρχούνται από κάποια μανία θεϊκή όπως ακριβώς οι μάντεις και αυτοί που χρησμοδοτούν· καθόσον μάλιστα αυτοί λένε πολλά και καλά πράγματα, αλλά δεν έχουν καμιά επίγνωση αυτών που λένε.

Κάτι τέτοιο μου φάνηκε ότι έχουν πάθει και οι ποιητές, και συνάμα αντιλήθφηκα ότι, επειδή ήταν ποιητές, πίστευαν πως είναι η σοφώτεροι άνθρωποι και σε άλλα πράγματα, στα οποία δεν ήταν. Έφυγα λοιπόν και από αυτούς πιστεύοντας ότι υπερέχω απέναντί τους για όποιο λόγο υπερείχα και των πολιτικών.


Πήγα και στους τεχνίτες· και ήξερα καλά, σαν να λέμε, ότι εγώ τίποτε δεν ήξερα, θα διαπίστωνα όμως ότι αυτοί ήξεραν πολλά και όμορφα πράγματα. Και σ' αυτό δεν έπεσα έξω, αλλά γνώριζαν αυτά που εγώ δεν ήξερα και σε αυτό ήταν σοφώτεροί μου. Αλλά, Αθηναίοι, μου έδωσαν την εντύπωση οι καλοί τεχνίτες ότι έκαναν το ίδιο σφάλμα με τους ποιητές ― ο καθένας από αυτούς επειδή ήταν πολύ καλός στην τέχνη του, είχε την αξίωση να θεωρείται σοφώτατος και στα άλλα τα σημαντικότατα ζητήματα― και αυτό το ελάττωμά τους επισκίαζε τη σοφία τους· επομένως αναρωτήθηκα, πιο απ' τα δυο να δεχτώ τον εαυτό μου να είναι αυτός που είναι, ούτε σοφός με τη σοφία εκείνων ούτε αμαθής με τη δική τους αμάθεια, ή να έχω και τα δυο γνωρίσματα που εκείνοι έχουν. Απάντησα λοιπόν στον εαυτό μου ότι με συμφέρει να είμαι αυτός που είμαι.


Λένε πως είναι κάποιος Σωκράτης, βρωμερός άνθρωπος, και διαφθείρει τους νέους. Και όταν τους ρωτήσει κανένας τί κάνει και τί διδάσκει που τους διαφθείρει, δεν έχουν τίποτε να πουν, γιατί τίποτε δεν ξέρουν· και για να μη φαίνονται πως δεν έχουν τί να πουν, ξαναλένε εκείνα που έχουν πρόχειρα για όλους τους φιλοσόφους, ότι τάχα εξετάζει τα επουράνια και τ᾽ απόκρυφα της γης και δεν πιστεύει τους θεούς και κάνει τον άδικον λόγον δίκαιον. Γιατί, όπως νομίζω, δεν θέλουν να πούνε την αλήθεια, για να μη φανερωθούν πως χωρίς να ξέρουν τίποτε προσποιούνται πως ξέρουν κάτι.


Λοιπόν, είτε δεν διαφθείρω, είτε κι αν διαφθείρω, το κάνω χωρίς να το θέλω· ώστε όπως και να το πάρουμε, πάντα εσύ λες ψέματα. Κι αν διαφθείρω χωρίς να το θέλω, γι᾽ αυτά τα ακούσια σφάλματα ο νόμος δε λέει να με φέρεις στο δικαστήριο, μα να με πάρεις κατά μέρος και να με συμβουλέψεις. Γιατί είναι φανερό πως αν μάθω θα πάψω να κάνω ό,τι κάνω χωρίς να θέλω. Εσύ όμως απόφυγες να μ᾽ ανταμώσεις και να με διδάξεις και δεν το θέλησες· αλλά με φέρνεις εδώ, όπου ο νόμος λέει να φέρνουν όσους χρειάζονται τιμωρία κι όχι όσους χρειάζονται μάθηση.

(Ο Σωκράτης προς έναν από τους κατηγορους του, τον Μέλητο.)


Αλλά να είμαι άδικος και να παρακούω τον καλύτερό μου, είτε θεόν είτε άνθρωπο, ξέρω πως είναι κακό και ντροπιασμένο.


Όσο έχω πνοή και είμαι δυνατός, δεν θα παύσω να φιλοσοφώ και να σας συμβουλεύω, με όποιον κι αν βρεθώ, και να σας λέω εκείνα που συνήθισα, δηλαδή: Ω άνθρωπε, καλύτερε απ᾽ όλους, που είσαι Αθηναίος, από την πόλη τη μεγαλύτερη και πιο ξακουσμένη και στη σοφία και στη δύναμη, δεν ντρέπεσαι να φροντίζεις για χρήματα, με τί τρόπο ν᾽ αποκτήσεις περισσότερα, και για την υπόληψη και την τιμή, για την φρόνηση και την αλήθεια και για την ψυχή σου, πώς να την καλυτερεύσεις, δεν καταγίνεσαι και δεν φροντίζεις καθόλου;


Ίσως όμως θα φανεί άτοπο ότι εγώ ιδιαιτέρως συμβουλεύω όλ᾽ αυτά και τριγυρίζω και σκοτίζομαι για τόσα πράγματα, αλλά δημοσία δεν τολμώ να φανερωθώ μπροστά στον δήμο και να συμβουλεύσω όσα πρέπει στον τόπο. Η αιτία είναι εκείνο που πολλές φορές και σε πολλά μέρη μ᾽ ακούσατε να λέω, ότι μου ᾽ρχεται δηλαδή κάτι θείο πράγμα και υπεράνθρωπο [μια φωνή] που και ο Μέλητος (κατήγορος του Σωκράτη) στ᾽ αστεία το ανάφερε μέσα στην κατηγορία. Αυτό το πράγμα μού άρχισε από τα παιδικά μου χρόνια και γίνεται μια φωνή μέσα μου, που, όταν γίνει, μ᾽ εμποδίζει πάντα από κείνο που πάω να κάμω και ποτέ δεν με προτρέπει. Αυτό είναι που μου εναντιώνεται και να πολιτευθώ. Και παρά πολύ καλά μού φαίνεται πως εναντιώνεται. Γιατί πολύ καλά ξέρετε, ω άνδρες Αθηναίοι, πως αν εγώ από καιρό επιχειρούσα να πολιτευθώ θα ήμουν χαμένος και ούτ᾽ εσάς θα σας είχα ωφελήσει τίποτε ούτε τον εαυτό μου. Και μη θυμώνετε μαζί μου που σας λέω την αλήθεια· γιατί δεν υπάρχει άνθρωπος που μπορεί να σωθεί όταν εναντιώνεται με ειλικρίνεια, είτε σε σας είτε σε άλλον λαό, κι εμποδίζει να γίνονται πολλά άδικα και παράνομα στον τόπο. Γι᾽ αυτό είναι ανάγκη όποιος με τα σωστά του μάχεται για τη δικαιοσύνη, κι αν θέλει να σωθεί για λίγον καιρό, να μένει ιδιώτης και να μην ανακατεύεται στα πολιτικά.


Σε κανέναν δεν υποχώρησα μπροστά στο δίκαιο, από τον φόβο του θανάτου.


Εγώ δάσκαλος ποτέ μου σε κανέναν δεν έγινα· κι αν κανένας θέλει να μ᾽ ακούσει όταν μιλώ και κάνω το έργο μου, είτε νεότερος είτε γεροντότερος, σε κανέναν δεν αρνήθηκα ποτέ μου. Ούτε πάλι όταν παίρνω χρήματα μιλώ και όταν δεν παίρνω όχι, αλλά και σε πλούσιους και σε φτωχούς πρόθυμος είμαι πάντα να με ρωτούν και αν θέλει κανένας ν᾽ ακούσει αυτά που λέω και να μου αποκρίνεται. Και είτε γίνει κανένας καλός είτε όχι, δεν είναι δίκαιο να έχω την ευθύνη εγώ, που μήτε υποσχέθηκα ποτέ μου σε κανέναν να διδάξω τίποτε, μήτε δίδαξα. Και αν λέει κανένας πως έμαθε ποτέ τίποτε από μένα ή άκουσε ιδιαιτέρως, που δεν το ᾽χουν ακούσει και όλοι οι άλλοι, μάθετε καλά πως δεν λέει αλήθεια.


Ω άνδρες Αθηναίοι, μου φαίνεται πως δεν είναι δίκαιο να παρακαλεί κανένας τον δικαστή, ούτε να θέλει να ξεφύγει με τις παρακλήσεις, αλλά να τον διαφωτίζει και να τον πείθει. Γιατί ο δικαστής δεν κάθεται εκεί επάνω γι᾽ αυτό, για να χαρίζεται δηλαδή, παραβλέποντας τη δικαιοσύνη, μα να κρίνει τί είναι και τί δεν είναι δίκαιο·


Δεν είναι τούτο το δύσκολο, ω άνδρες Αθηναίοι, να ξεφύγει δηλαδή κανένας τον θάνατο. Το δυσκολότερο είναι να ξεφύγει την κακή πράξη γιατί αυτή τρέχει πιο γρήγορα από τον θάνατο.



Αλλά και σεις πρέπει, ω δικαστές, να έχετε τις καλύτερες ελπίδες σας στον θάνατο, κι ένα πράγμα να συλλογίζεσθε, που είναι αληθινό, ότι για τον καλόν άνθρωπο τίποτε δεν είναι κακό ούτε στη ζωή ούτε στον θάνατό του, ούτε οι θεοί τον ξεχνούνε ποτέ·

Ωστόσο παρακαλώ ένα πράγμα: Τα παιδιά μου, όταν γίνουν έφηβοι, να τα τιμωρήσετε, ω άνδρες Αθηναίοι, και να τα τυραννήσετε με τον ίδιο τρόπο που σας τυράννησα εγώ, αν σας φανούν πως φροντίζουν για χρήματα ή γι᾽ άλλο τίποτε περισσότερο από την αρετή, και, αν νομίζουν πως είναι κάτι χωρίς να είναι, να τα περιγελάσετε όπως σας περιγέλασα εγώ, πως δεν επιμελούνται εκείνα που πρέπει και νομίζουν πως είναι κάτι χωρίς να είναι άξιοι για τίποτε. Και αν τα κάμετε αυτά, δίκαια θα τα κάμετε και για μένα και για τα παιδιά μου.

Τώρα όμως ώρα είναι να πηγαίνω εγώ για να πεθάνω και σεις για να ζήσετε. Ποιός από μας πηγαίνει στο καλύτερο, κανένας δεν το ξέρει παρά μόνος ο θεός.


Πλάτων
Απολογία Σωκράτους

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα 100 βιβλία που πρέπει να έχεις διαβάσει πριν πεθάνεις - 48. «Η Αισθηματική Αγωγή» - Γκουστάβ Φλωμπέρ

Συνάξεις της Παναγίας την Παρασκευή της Διακαινησίμου - ΄Β Μέρος

Θανάσης Βέγγος - Ο πολύ καλός μας άνθρωπος

Σύναξη της Παναγίας της Ασίνου στην Κύπρο

14 σχεδιαστές αποχαιρετούν με σκίτσα τον δημιουργό του "Ποπάυ" και του "Τομ και Τζέρι"

Τα κόμματα που θα συμμετάσχουν στις εκλογές

Σεμπρεβίβα, το χρυσαφί λουλούδι της ελληνικής υπαίθρου που είναι πάντα ανθισμένο! Συμβολίζει την αιώνια αγάπη και συνδέεται με τον μύθο του Πάρη και της ωραίας Ελένης