Θεόφραστος - Χαρακτήρες: 25. Δειλία
Γενικά η δειλία θα φαινόταν πως είναι η υποχώρηση της φυσικής από φόβο. Ο δειλός είναι τέτοιος άνθρωπος.
Όταν ταξιδεύει με το πλοίο, νομίζει ότι τα ακρωτήρια είναι πλοία πειρατικά (1). Αν σηκωθεί θαλασσοταραχή, ρωτάει μήπως κάποιος από τους συνεπιβάτες του δεν είναι μυημένος στα μυστήρια (2). Εμφανίζεται ξαφνικά στον κυβερνήτη και τον ρωτάει αν έχουν κάνει τη μισή διαδρομή και πώς του φαίνεται ο καιρός. Σ’ εκείνον που κάθεται δίπλα του λέει ότι φοβάται εξαιτίας ενός ονείρου που είδε. Βγάζει το χιτώνα του και τον δίνει στον δούλο (3) και παρακαλάει να τον βγάλουν στην ξηρά.
1. Το ίδιο πάθημα συνέβη και στους Πέρσες. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, καθώς έφευγαν τη νύχτα μετά την ήττα στη Σαλαμίνα για τον Ελλήσποντο, πέρασαν τα ακρωτήρια της Αττικής για εχθρικά πλοία.
2. Αναφέρεται στα μυστήρια των Καβείρων της Σαμοθράκης. Οι Κάβειροι ήταν μυστηριακές θεότητες που από το τέλος της κλασικής περιόδου εμφανίζονται κυρίως ως προστάτες της ναυσιπλοΐας. Σε μεταγενέστερες πηγές συγχέονται και οι Διόσκουροι. Λεγόταν ότι για πρώτη φορά παρενέβησαν για χάρη των Αργοναυτών, όταν τους κάλεσε σε βοήθεια ο Ορφέας που ήταν μυημένος. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής, το να ταξιδεύει ένας ασεβής στη θάλασσα μπορεί να αποδεικνυόταν επικίνδυνη υπόθεση για τον ίδιο, αλλά και για τους συνταξιδιώτες του.
3. Αφαιρεί τον χιτώνα και τον δίνει στο δούλο προς φύλαξη γιατί θα ήταν δυσκολότερο να αποβληθεί σε περίπτωση ναυαγίου και ανάγκης για κολύμβηση.
Όταν συμμετέχει σε εκστρατεία, και επιτίθεται το πεζικό, καλεί τους πάντες και τους λέει να σταθούν κοντά του και να περιμένουν, λέγοντας ότι είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς ποιοι απ’ όλους είναι οι εχθροί.
Όταν ακούει κραυγές και δει ανθρώπους να σκοτώνονται λέει στους διπλανούς του ότι ξέχασε να πάρει το ξίφος του και έχει στη σκηνή του. Μετά στέλνει τον δούλο του με διαταγή να παρακολουθεί πού είναι οι εχθροί. Κρύβει το ξίφος του κάτω από το μαξιλάρι και ξοδεύει πολύ χρόνο κάνοντας ότι το ψάχνει.
Όταν βλέπει ότι μεταφέρεται κάποιος φίλος του τραυματίας, τρέχει κοντά του, τον προτρέπει να έχει θάρρος και τον μεταφέρει ο ίδιος υποβαστάζοντάς τον. Τον περιποιείται και τον βρέχει με το σφουγγάρι, κάθεται δίπλα του και διώχνει τις μύγες από την πληγή και γενικά κάνει οτιδήποτε άλλο εκτός από το να πολεμά τον εχθρό. Όταν ο σαλπιγκτής δώσει το πολεμικό σύνθημα, κάθεται στη σκηνή του και λέει: “Να πας στον κόρακα! Δε θα αφήσεις τον άνθρωπο να κοιμηθεί, τόσο συχνά που σαλπίζεις”.
Και γεμάτος αίματα από την ξένη πληγή, συναντά αυτούς που επιστρέφουν από τη μάχη και, σαν τάχα να είχε κινδυνέψει τους λέει: “Έσωσα έναν από τους φίλους μας”. Οδηγεί τους συνδημότες του και τα μέλη της φυλής του στον τραυματία, για να τον δουν, και διηγείται συνάμα σε καθέναν απ’ αυτούς ότι ο ίδιος τον κουβάλησε στη σκηνή με τα ίδια του τα χέρια.
Θεόφραστος, Άπαντα, Τόμος 8, Εκδόσεις Κάκτος, Θεόφραστος Χαρακτήρες, Εκδόσεις Ζήτρος, Θεόφραστος Χαρακτήρες - Αρίστων ο Κείος Για την αλαζονεία - Σάτυρος Περί Χαρακτήρων, Εκδόσεις Εξάντας

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου