Θεόφραστος - Χαρακτήρες: 14. Η αφηρημάδα
Η αφηρημάδα, αν θέλουμε να την ορίσουμε, είναι νωθρότητα της ψυχής στα λόγια και τις πράξεις (1). Ο αφηρημένος είναι το είδος του ανθρώπου πού αφού λογαριάζει με τις ψηφίδες και βγάζει το σύνολο ρωτά τον διπλανό του πόσο είναι (2).
1. Ο ορισμός μπορεί να έχει επηρεαστεί από τον Πλάτωνα ή τους ψευδοπλατωνικούς.
2. Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι έκαναν τους λογαριασμούς τους με τους λεγόμενους ψήφους, μικρά και λειά λιθάρια, τα οποία τοποθετούσαν σ’ ένα αβάκιο χωρισμένο σε στήλες.
Όταν είναι κατηγορούμενος και πρόκειται να παρουσιαστεί στο δικαστήριο, ξεχνιέται και φεύγει στην εξοχή. Όταν είναι θεατής στο θέατρο, τον παίρνει ο ύπνος και μένει μόνος του (3). Αν έφαγε πολύ, σηκώνεται τη νύχτα για την ανάγκη του και τον δαγκώνει ο σκύλος του γείτονα (4). Αν πάρει κάτι και το κρύψει, μετά το ψάχνει και δεν μπορεί να το βρει.
3. Ο αρχαίος θεατής καθόταν πάνω στην αυλή πέτρα.Το γεγονός ότι καταφέρνει να κοιμηθεί σε τόσο δύσκολες συνθήκες και χωρίς να ξυπνάει από το θόρυβο των απερχόμενων θεατών κάνει τη συμπεριφορά του κωμικότερη.
4. Μέσα στα σπίτια των αρχαίων, δεν υπηρχαν αποχωρητήρια, οπότε αναγκαζόταν να βγαίνουν στο ύπαιθρο για τις φυσικές τους ανάγκες. Ο αφηρημένος χάνεται και καταλήγει στο σπίτι του γείτονα, όπου τον δαγκώνει ο σκύλος.
Όταν ειδοποιηθεί ότι πέθανε κάποιος φίλος του, για να παραστεί στην κηδεία, δακρυσμένος λέει: “Η ώρα η καλή” (5).
5. Η αρχαία φράση Αγαθή τύχη χρησιμοποιούνταν μόνο για ευχάριστα γεγονότα και λεγόταν ως ευχή για επιτυχία στην αρχή μιας επιχείρησης, ενός ταξιδιού κ.τ.λ. Οι αντίστοιχες σημερινές φράσεις είναι “η ώρα η καλή” ή “με το καλό” .
Είναι ικανός να πάρει μαζί του μάρτυρες όταν πάει να εισπράξει χρήματα που του χρωστούν (6). Ενώ είναι χειμώνας, τα βάζει με τον δούλο που δεν αγόρασε αγγούρια. Εξαναγκάζει τα παιδιά του να ασκούνται στην πάλη και στο τρέξιμο, με αποτέλεσμα να παθαίνουν υπερκόπωση (7).Όταν μαγειρεύει ο ίδιος φακή στην ύπαιθρο, ρίχνει δυο φορές στη χύτρα αλάτι και την κάνει να μην τρώγεται.Όταν βρέχει ο Δίας (τη νύχτα) (8) αυτός λέει, “μοσχοβολούν τα άστρα” ενώ οι άλλοι λένε “μοσχοβολά η γη” (9). Αν κάποιος τον ρωτήσει: “Πόσοι νεκροί νομίζεις ότι μεταφέρθηκαν από τις Ιερές πύλες; “ του απαντά: “Τόσους όσους μακάρι να είχαμε εγώ κι εσύ”.
6. Κανονικά ο οφειλέτης θα έπρεπε να ζητά μάρτυρες ότι απέδωσε την οφειλή και όχι ο δανειστής ότι την εισέπραξε.
7. Δεν το κάνει από διάθεση να τα βασανίσει, αλλά δεν υπολογίζει καθόλου την πολύ μεγαλύτερη δύναμη που διαθέτει.
8. Ο Δίας ως υποκείμενο του ρήματος ύειν (= βρέχει) ασφαλώς ανήκει στην ποίηση ή το λαϊκό λόγο.
9. Το σημείο αυτό είναι προβληματικό και έχουν προταθεί πολλές διορθώσεις. Σύμφωνα με τον Diggle ( αυτός λέει, “μοσχοβολούν τα άστρα” ενώ οι άλλοι λένε “μοσχοβολά η γη” ), πρόκειται για ένα γλωσσικό ολίσθημα λόγω αφηρημάδας. Μία άλλη πρόταση είναι του Δαυίδ, πιο τολμηρή που δίνει ένα σαφές νόημα και συμβαδίζει και με συνηθισμένες στα νέα ελληνικά φράσεις. Σύμφωνα με τον Δαβίδ η φράση έχει ως εξής: Όταν βρέχει ο Δίας (τη νύχτα) αυτός λέει “Τι όμορφα τα αστέρια” ενώ οι άλλοι λένε: “Σκοτάδι πίσσα”.
Πηγή: Θεόφραστος, Άπαντα, Τόμος 8, Εκδόσεις Κάκτος, Θεόφραστος Χαρακτήρες, Εκδόσεις Ζήτρος, Θεόφραστος Χαρακτήρες - Αρίστων ο Κείος Για την αλαζονεία - Σάτυρος Περί Χαρακτήρων, Εκδόσεις Εξάντας

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου