Όσκαρ Ουάιλντ - De profundis (Εκ βαθέων)
Κοντά έναν αιώνα από τότε που γράφτηκε, το "De profundis" παραμένει ένα από τα πιο συναρπαστικά αυτοβιογραφικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και ταυτόχρονα το πιο αληθινό και ανθρώπινο βιβλίο του Όσκαρ Γουάιλντ. Πικρός, σαρκαστικός, πονεμένος, πέφτοντας ξάφνου από τα φτερά της δόξας στα ανήλιαγα κελιά της φυλακής του Ράιντιγκ, ο ποιητής της Σαλώμης και του Ντόριαν Γκρέυ απευθύνει στο νεκρό ερωμένο του Άλφρεντ Ντάγκλας ένα αμείλικτο "κατηγορώ", που στρέφεται ουσιαστικά ενάντια στην πουριτανική ηθική της βικτοριανής Αγγλίας.
Ο Όσκαρ Ουάιλντ, βέβαια, δεν έγραψε ποτέ "βιβλίο" με αυτόν τον τίτλο. Το κείμενο που θα γινόταν αργότερα γνωστό ως De Profundis δεν είναι παρά μια μακροσκελής επιστολή προς τον εραστή του, λόρδο Άλφρεντ Ντάγκλας, γραμμένη το 1896-97 στη φυλακή του Ρέντινγκ, όπου εξέτιε τη διετή ποινή του.
Στην πραγματικότητα όμως, είναι η εκ βάθους εξομολόγηση του Ουάιλντ όσον αφορά την πρότερη ζωή του, τα γεγονότα και τις δικές του αδυναμίες που οδήγησαν στην πτώση του κι στην τιμωρία του. Και πώς από την πτώση, την απόγνωση, την απόλυτη ταπείνωση και στη συνέχεια την παραδοχή της κατάστασής του ξαφνικά ανακάλυψε ένα "θησαυρό" μέσα του. Πώς η καρδιά του μαλάκωσε και ένιωσε να ελευθερώνεται από κάθε πικρία για τον εαυτό του, τους άλλους και τον κόσμο, έτοιμος πλέον "να αντικρίσει τη ζωή με πολύ περισσότερη ηρεμία κι εμπιστοσύνη".
Πάνω από έναν αιώνα από τότε που γράφτηκε, το De Profundis παραμένει ένα κείμενο διαχρονικό - ένα από εκείνα τα σπάνια λογοτεχνικά έργα που μπορούν να εμπνεύσουν πραγματικά το σύγχρονο άνθρωπο σε σχέση με τις δυσκολίες που βιώνει στη ζωή του.
Το περιεχόμενο του βιβλίου -ογδόντα πυκνογραμμένες χειρόγραφες σελίδες- συγκεντρώθηκε μέρα με τη μέρα. Γιατί η διεύθυνση των Φυλακών του Ρήντινγκ έδινε στον Όσκαρ Γουάιλντ μονάχα μια σφραγισμένη κόλλα χαρτί την ημέρα και ήταν υποχρεωμένος να την παραδίδει για να πάρει άλλη.
Έτσι, αυτό το βιβλίο-επιστολή φυλάχτηκε απ' τον ταγματάρχη Νέλσον, διευθυντή των Φυλακών, και στις 19 Μαΐου 1897, όταν έληξε η ποινή του ποιητή, του παραδόθηκε, χωρίς ποτέ να φτάσει στα χέρια του αποδέκτη του. Την ίδια μέρα ο Όσκαρ Γουάιλντ έφυγε για τη Γαλλία και στη Διέπη εμπιστεύτηκε το "De Profundis" στο φίλο του Ρόμπερτ Ρος, χωρίς ν' ασχοληθεί πια μ' αυτό.
Το 1905 δημοσιεύτηκε πρώτη φορά σε μεταθανάτια έκδοση στο Λονδίνο. Στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης ο Ρόμπερτ Ρος, φίλος του συγγραφέα, έγραφε: «Το βιβλίο δε χρειάζεται μεγάλη εισαγωγή ή σχόλια. Θα ‘θελα μόνο να σημειώσω ότι γράφτηκε απ’ το φίλο μου κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών της φυλάκισής του, ότι ήταν το μοναδικό έργο που έγραψε όσο έμεινε στη φυλακή και το τελευταίο του πεζό ως το θάνατό του»
Το De profundis, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, Γκοβόστης, Σμίλη, Κοροντζής, Αρχέτυπο και Κάκτος
Απόσπασμα
Αγαπητέ Μπόζι
Μετά από μια τόσο μακριά και άκαρπη αναμονή, αποφάσισα να σου γράψω τελικά εγώ, τόσο για το δικό σου το καλό όσο και για το δικό μου, καθώς δεν μου είναι ευχάριστο να σκέφτομαι ότι πέρασα δυο ατελείωτα λεπτά φυλακισμένος, χωρίς να έχω λάβει ούτε μια γραμμή από μέρους σου, ούτε καμιά είδηση ή ένα μήνυμα έστω, παρά μονάχα αυτά που μου προξενούσαν πόνο.
Η άτυχη και θλιβερή φιλία μας τελείωσε για μένα μες στην καταστροφή και τη δημόσια ατίμωση, αλλά η ανάμνηση της παλιάς μας στοργής συχνά με συντροφεύει, και μου είναι πολύ πικρό να σκέφτομαι πως η απέχθεια, η λύπη και η περιφρόνηση θα μπορούσαν ποτέ να πάρουν στην καρδιά μου τη θέση που είχε κάποτε η αγάπη. Κι εσύ, φαντάζομαι, θα πρέπει να το νιώθεις στην καρδιά σου πώς θα ‘ταν προτιμότερο να μου έγραφες, έτσι που βρίσκομαι κλεισμένος στη μοναξιά της φυλακής, παρά να δημοσιεύεις γράμματά μου χωρίς να με ρωτήσεις ή να μου αφιερώνεις ποιήματα που δεν σου ζήτησα, τη στιγμή που ο κόσμος δεν πρόκειται να μάθει τίποτα για τα θλιμμένα ή παθητικά, γεμάτα τύψεις η αδιαφορία, λόγια που πιθανόν θα διαλέξεις να μου στείλεις σαν απάντηση ή σαν έκκληση.
Δεν έχω καμία αμφιβολία μέσα σ’ αυτό το γράμμα που θα μιλάει για τη δική σου ζωή και για τη δική μου, για το παρελθόν και για το μέλλον, για γλυκά πράγματα που κατάντησαν πίκρα και για πικρά πράγματα που θα μπορούσαν να μας είχαν δώσει χαρά, θα υπάρξουν πολλά που θα πληγώσουν βαριά τη ματαιοδοξία σου. Αν γίνει έτσι, διάβασε αυτό το γράμμα πάλι και πάλι, ώσπου να σου σκοτώσει τη ματαιοδοξία. Αν βρεις κάτι σ’ αυτό για το οποίο θα νιώσεις πως άδικα σε κατηγορώ, μην ξεχνάς πως πρέπει να είμαστε ευγνώμονες που υπάρχει τουλάχιστον κάποιο λάθος για το οποίο άδικα μας κατηγορούν. Αν υπάρξει έστω κι ένα κομμάτι που θα σου φέρει δάκρυα στα μάτια, κλάψε όπως κλαίμε κι εμείς στη φυλακή, όπου τόσο η μέρα όσο και η νύχτα έχουν τη δική τους γωνία για τα δάκρυα. Είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να σε σώσει. Αν πας να παραπονεθείς στη μητέρα σου, όπως έκανες στην περίπτωση του γράμματός μου προς το Ρόμπι, όπου έδειχνα την περιφρόνηση μου για σένα, κι επιζητήσεις με κολακείες και παρηγοριές να ικανοποιήσεις τη φιλαυτία η την ξιπασιά σου, θα είσαι ολότελα χαμένος. Αν βρεις έστω και μια ψεύτικη δικαιολογία, σύντομα θα βρεις εκατό και θα ‘σαι και πάλι αυτό που ήσουν και πριν. Εξακολουθείς να πιστεύεις, όπως έλεγες στην απάντησή σου στο Ρόμπι, ότι “σου αποδίδω ανάξια κίνητρα;” Αλίμονο! Εσύ δεν είχες κίνητρα στη ζωή σου. Είχες απλώς ορέξεις. Το κίνητρο είναι στόχος πνευματικός. Θα πεις μήπως ήσουν “πολύ νέος” όταν άρχισε η φιλία μας; Το δυστύχημα δεν ήταν που ήξερες πολύ λίγα για τη ζωή, μα πού ήξερες πάρα πολλά. Τη χαραυγή της νιότης με τους λεπτούς ανθούς της, με το καθάριο και ζωηρό της φως, με τη χαρά της αθωότητας και της προσδοκίας, τα είχες αφήσει πολύ πίσω σου. Μ’ ανάλαφρο και γρήγορο πόδι είχες περάσει απ’ το ρομαντισμό στο ρεαλισμό. Το πεζοδρόμιο κι ότι κυλάει στα ρείθρα του είχε αρχίσει να σε γοητεύει. Αυτή ήταν η αρχή της πτώσης σου και γι’ αυτό επιζήτησες τη βοήθειά μου. Κι εγώ, ενεργώντας εντελώς άφρονα, αντίθετα με τη σοφία αυτού του κόσμου, από συμπόνια και καλοσύνη, σου την έδωσα.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου