Ουίλιαμ Σαίξπηρ - Βασιλιάς Ληρ


Η τραγωδία Βασιλιάς Ληρ πρωτοπαίχτηκε στις 26 Δεκεμβρίου 1606 στο White Hall, στο Λονδίνο, μπροστά στο βασιλιά Ιάκωβο. Ο Σαίξπηρ, στο ζενίθ της δημιουργικής του ορμής, παρουσιάζει σ’ αυτό το έργο την αποσύνθεση και το τέλος του μεσαιωνικού κόσμου.

Ο  Ληρ είναι γερός πια και όλη του τη ζωή την έχει περάσει “βασιλικά”, αυτός να προστάζει κι οι άλλοι να υπακούνε, δηλαδή σαν στραβός: δεν έχει προσέξει τον άλλον άνθρωπο. Μα η γνώρα του άλλου μας γνωρίζει τον εαυτό μας και τη γνώση τη δίνει ο κόπος κι ο πόνος. Ο Ληρ γέρασε, μα γνώση δεν έβαλε, φουσκωμένος από φιλαυτία, αρμένισε στο πέλαγος του βίου σηκωτό στον αέρα, μα η φιλαυτία του, που τον πέρασε ελαφριά και ξένοιαστα απ’ τη ζωή, θα τον παιδέψει τώρα που γέρασε. Του βάζει στο αυταρχικό κεφάλι να παραιτηθεί από τον θρόνο. Θέλει τώρα ν’ απολαύσει τη δίχως όρια ευτυχία, να ζει ξένοιαστος ολότελα, λεύτερος σαν αέρας, χωρίς όμως να παύσει και να εξουσιάζει. Αυτό, πως παραδίδοντας την εξουσία θα πάψει και να εξουσιάζει, στιγμή δεν του πέρνα από το νου. Έχει τρεις κόρες και τους μοιράζει στα τρία το βασίλειο του, χωρίς σ’ αυτή την πράξη να τον σπρώχνει συμφέρον του βασιλείου του ή καν συμφέρον των παιδιών του, παρά μόνο ο αυταρχισμός κι η φιλαυτία του ή, αλλιώτικα, το φεουδαρχικό, το μεσαιωνικό πνεύμα του.

Επάνω στη μοιρασιά γίνεται το αναπάντεχο: η φιλαυτία του θέλει να μεθύσει με πανηγυρικά λόγια αφοσίωσης κι αγάπης. Αυτός που δεν ξέρει τι είναι αγάπη, γιατί δεν ξέρει τι είναι θυσία, θέλει να θριαμβεύσει με ύμνους λατρείας. Δοξολογία ταπεινής στοργής και τρυφερά δας λαχταράει η εγωπάθειά του, και βρίσκει ότι του χρειάζεται στις δύο πρώτες του κόρες. Αυτές τον ξέρουν καλά, πως “πολύ λίγο γνώρισε τον εαυτό του” και πως “ακόμη και στην καλύτερη εποχή του, ήταν πάντα αψύς, γεμάτος παραξενιές”. Του προσφέρουν το γλυκόπιοτο ψέμα πως τον αγαπούν με αγάπη πρωτόφαντη.

Η μικρότερη του όμως κόρη, δε βρίσκει λόγια να του πει. Αυτή “δε μπορεί να φέρει στο στόμα την καρδιά της”. Είναι άνθρωπος με σεμνότητα, που σέβεται τον εαυτό του και τους άλλους. Δεν μπορεί να κάνει θεατρινίστικα καμώματα και σωπαίνει. Μα η σιωπή της πληγώνει τον γερο-βασιλιά. Πρώτη φορά ο φίλαυτος μονάρχης αντικρίζει την ανθρωπιά, την αξιοπρέπεια στον άλλο άνθρωπο και, όπως είναι αψύς, σαν όλους τους εγωκεντρικούς, αποπληρώνει την τρίτη του κόρη και μοιράζει το βασίλειο του μόνο στις δύο άλλες, που ήξεραν να του κολακέψουν τη φιλαυτία. 

Μόλις ο γερο-βασιλιάς βγάλει το μαγικό φόρεμα της εξουσίας, πέφτει στο χώμα βαρύς. Οι κόρες του, πιο φίλαυτες απ’ τον πατέρα τους, άπληστες και φιλήδονες, τον διώχνουν η μια μετά την άλλη. Ο γέρος καταριέται - τα μόνα του όπλα είναι πια οι κατάρες και τα δάκρυα - και γυρίζει έξω σαν τρελός. 

Στη φύση, ο ξεπεσμένος γερός, πλανιέται μόνος και αβοήθητος στη χέρσα και άδεντρη γη, ενώ οι ουρανοί έχουν ανοίξει και ρίχνουν τους κεραυνούς και τις νεροποντές τους επάνω στο κεφάλι του. Εδώ, ανάμεσα στα μανιασμένα στοιχειά, έξω από κάθε ανθρώπινη βοήθεια και προφύλαξη, ανταμώνει ο ποιητής στον βασιλιά, πού αρχίζει να σαλεύει ο νους του, κατάπληκτος από την καινούργια γι’ αυτόν άποψη της ζωής, τον τρελό, πρόθυμο πλάσμα, που συμπάσχει με τον αφέντη του, ακολουθώντας τον θεληματικά, τον Έδγαρ, τον κυνηγημένο, που έχει μεταμορφωθεί σε τρελό ζητιάνο. Με αυτήν την τριάδα των τρελών, του πρώτου από πάθος, του δεύτερου επαγγελματία, του τρίτου από ανάγκη, πλάθει ο ποιητής την τρίτη πράξη της τραγωδίας, το κορύφωμα του έργου. Λες κι  όλη η πλάση έχει τρελαθεί: άνθρωποι και στοιχειά ανακατεύονται σ’ εξωτικό σύμπλεγμα. Σαν εφιαλτικά όνειρα παίρνουν το ένα μετά το άλλο τα τρομερά επεισόδια. Η αρμονία της μορφής του κόσμου θρυψαλιάζεται σε παράταιρα, αφάνταστα σχήματα. Δέος σφίγγει την καρδιά του θεατή, σαν ν’ αντικρίζει το μυστήριο της ζωής ή την καταστροφή της. Μα μέσα σ’ αυτό το χάος ο ποιητής ολοένα φέγγει με το πνευματικό του φως, δείχνοντας το δρόμο προς τη σωτηρία.

Αφού ο Ληρ περάσει όλο το σχολειό της ανθρώπινης γνώσης μέσα σε λίγες μόνο γεροντικές ημέρες, θ’ ανανήψει τέλος από την τρέλα, με την γνώρα της αγάπης. Τα μάτια του θα προφτάσουν να δούνε λίγο την αλήθεια, πριν κλείσουν για πάντα. Θα προφτάσει να μάθει πως ευτυχία είναι ν’ αγαπάς και να σ’ αγαπούν.

Η πλοκή του μύθου, η περιπέτεια, τα επεισόδια, η παράλληλη ανάλυση άλλων παθών, όπως του φιληδονισμού, της φιλοδοξίας, της απληστίας, το ζωντανό πλάσιμο των χαρακτήρων, η λαμπρή νίκη του λόγου με σχήματα και με χρώματα ωραιότατα, η στέρεη σοφία κι ο γλυκύτατος λυρισμός κάνουν το έργο αυτό αριστούργημα τεχνικής.

Ο Σαίξπηρ, στο Βασιλιά Ληρ, περισσότερο από κάθε του άλλο έργο, έχει βάλει την ωραία ανθρώπινη καρδιά του. Έχει τόση αγάπη για τον άνθρωπο μέσα σ’ αυτό το έργο, που μ’ όλη τη φρικτή δυστυχία που ζωγραφίζει, είναι παρηγορητικό στο βάθος. Η ουσία του είναι εποικοδομητική. Το πνεύμα του ενώνει τους ανθρώπους, δεν τους χωρίζει. 

Το έργο αυτό είναι πολύ κοντύτερα στην Αττική τραγωδία και τα μεσαιωνικά μυστήρια. Ο με πρώτη ματιά απλοϊκός μύθος, θυμίζει λαϊκή τέχνη και ευαγγελικές παραβολές. Τα πρόσωπα και σ’ αυτό το έργο, όπως σχεδόν σ’ όλα τα έργα του Σαίξπηρ, είναι ανθρώπινα πάθη προσωποποιημένα. 

Βασίλης Ρώτας

Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Βασιλιάς Ληρ, Εκδόσεις Επικαιρότητα/ Το Βήμα

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα 100 βιβλία που πρέπει να έχεις διαβάσει πριν πεθάνεις - 48. «Η Αισθηματική Αγωγή» - Γκουστάβ Φλωμπέρ

Συνάξεις της Παναγίας την Παρασκευή της Διακαινησίμου - ΄Β Μέρος

Θανάσης Βέγγος - Ο πολύ καλός μας άνθρωπος

Σύναξη της Παναγίας της Ασίνου στην Κύπρο

14 σχεδιαστές αποχαιρετούν με σκίτσα τον δημιουργό του "Ποπάυ" και του "Τομ και Τζέρι"

Τα κόμματα που θα συμμετάσχουν στις εκλογές

Σεμπρεβίβα, το χρυσαφί λουλούδι της ελληνικής υπαίθρου που είναι πάντα ανθισμένο! Συμβολίζει την αιώνια αγάπη και συνδέεται με τον μύθο του Πάρη και της ωραίας Ελένης