Κώστας Βάρναλης - Ιστορία του Αγίου Παχωμίου
Ήταν άγνωστη ακόμα η αγιοσύνη του Παχωμίου κι ο καθαρός και “τελειωμένος” βίος που περνούσε στη Θηβαΐδα, μέσα σε μια σπηλιά ζωσμένην από απέραντους άσπρους άμμους. Ολημερίς μες το φως και τις φλόγες του ήλιου, τα μάτια του είχανε σχεδόν τυφλωθεί. Κι όταν κατεβαίνανε οι νύχτες, αλαφρές και διαφανές σα γάζες, τα μάτια του, γιομάτα από το ημερινό θάμπος, δεν προφταίνανε να τις δούνε.
Απ’ το πρωί ως το βράδυ κι απ’ το βράδυ ως το πρωί στεκότανε ασάλευτος, δίχως να τρώει, δίχως να πίνει, δίχως να κοιμάται, επαναλαμβαίνοντας ακατάπαυτα τα ίδια λόγια:
“Μη με κάνεις, Κύριε, να χαρώ μια στιγμή πάνου σ’ αυτή τη Γης. Ας μη μπούνε τα καλά του κόσμου τούτου μπροστά στα μάτια μου. Γέμιζέ τα δάκρυα και σύντριβε την καρδιά μου σαν το σπειρί του σιταριού. Πλήθαινέ μου τα δεινά και τους πόνους, για να ‘ναι η σωτηρία μεγαλύτερη”.
Αλλά, με το να λέει και να σκέφτεται χρόνια τώρα το ίδιο πράγμα, το μυαλό του Παχώμιου έπαθε τέλειαν ακινησιά. Ούτε να προσέξει, ούτε να κρίνει, ούτε να θυμηθεί μπορούσε τίποτε άλλο απ’ την επίμονην αυτή του λαχτάρα. Με τον καιρό κατάντησε ούτε κι αυτή να τηνε σκέφτεται, την έλεγε μονάχα.
Αλλά, με το να προσπαθεί να τη λέει όσο περισσότερες φορές μπορούσε, τη μια πάνου στην άλλη και με μιαν αναπνιά, έφτασε να μην τη λέει ούτε κι αυτή, μα το πρώτο “Μη” μονάχα, ακολουθημένο από ‘να πνιχτό γρούξιμο.
Αυτό το “Μη” ήτανε αρκετό. Όλη του η ύπαρξη κρεμότανε απ’ αυτή την άρνηση. Αλλά με τον καιρό έπαψε κι αυτό να το λέει, δεν ήτανε ανάγκη. Σάλευε μονάχα τα χείλια του, ώσπου έπαψε κι αυτά να τα σαλεύει. Και να ‘θελε, δε μπορούσε πια. Η όλη κίνηση γινότανε μέσα στην ψυχή του, ώσπου κι η ψυχή του έχασε τη δύναμη να κινείται.
Χωρίς σκέψη, χωρίς αίστηση, χωρίς ψυχή, ο Παχώμιος ήτανε βέβαιος πως δε ζει σ’ αυτό τον κόσμο και πως η Δεύτερη Παρουσία είχε γίνει πια δω και πολλούς αιώνες.
***
Αφού ο Θεός πείστηκε για την ειλικρίνεια και την πλέρια αποπνεμάτωση του Παχώμιου, θέλησε να τον δοξάσει και μαζί να θεμελιώσει απάνου στην αρετή του τη δικιά Του δόξα επί της Γης.
Έστειλε λοιπόν τον Άγγελο να τον ξυπνήσει. Και του ‘δωκε μαζί ναι, χαραγμένες πάνου σε χάλκινη πλάκα, τις παραγγελιές Του, για να μπορέσει αργότερα να τις μελετήσει σιγά-σιγά και να τις νιώσει.
Ο Παχώμιος μέρες πολλές ήτανε σα ζαλισμένος. Έτριβε τα μάτια του, τα μελίγγια του, τα παγίδια του. Περπατούσε (καλύτερα, σερνότανε) πάνου κάτου στην άμμο και βούλιαζε. Τίναζε τα χέρια και τα πόδια του προσπαθώντας να ξαναφέρει στο στεγνό κορμί του τις νεκρωμένες αιστήσεις. Πώς πονούσε! Ο πόνος του όμως ήτανε αβάσταχτος, και λίγο έλειψε να τρελαθεί όταν το πνέμα του ξανάρχισε να κινιέται.
Αυτός ήτανε ο μεγαλύτερος πόνος της ζωής του.
***
Σιγά-σιγά και με κόπο μεγάλο ξαστέρωσε μέσα του. Κι άρχισε να καταλαβαίνει τα λόγια του Κυρίου.
Έλεγε λοιπόν η πλάκα:
“Άφησε, δούλε, τη μοναξιά και πήγαινε να γίνεις ζυμάρι σωτηρίας κι άλλων αδερφών. Κάνε Κοινόβιο με ψηλούς στέρεους τοίχους και μάσε κει όλους τους ερημίτες της περιοχής. Χτίσε γύρω στην αυλή χαμηλά κελιά για τρεις νομάτους το καθένα και κολλητά στους τοίχους κάθε κελιού θρόνους “οικοδομητούς”, όπου να κοιμούνται οι αδερφοί καθισμένοι. Να φορεί καθένας μια γούνα από τομάρι κατσικίσο και να μην τη βγάζει ούτε σαν τρώει ούτε σαν κοιμάται. Τις νύχτες να φορούν ένα “λεβιτώνα” από λινάρι χωρίς μανίκια και μια ζώνη γερά σφιγμένη γύρω στα νεφρά. Μονάχα κάθε Σάββατο και Κυριακή, σα θα μεταλαβαίνουνε, να βγάζουνε τη γούνα, να χαλαρώνουνε τη ζώνη και να προσέρχονται με τις κουκούλες στο κεφάλι. Αυτές οι κουκούλες να ‘ναι άμαλλες, σαν τις σκούφιες των παιδιών, και να ‘χουνε γύρω-γύρω σιρίτια κόκκινα.
Να χωρίσεις όλους τους αδερφούς σε 24 τάγματα, και να ‘χει το καθένα για σημάδι από .να γράμμα της Αλφαβήτας: Α.Β,Γ,Δ... ως το Ω.
Όλοι να τρώνε σε μια τραπεζαρία με τις κουκούλες τραβηγμένες πάνου στα μάτια, που να μη βλέπει αδερφός τον αδερφό να μασά, και να μη μιλά κανείς, μηδέ να κοιτά όξω από το πινάκι του. Και να μη ‘γγίζει αδερφός τον αδερφό, ούτε στο φαγί ούτε στον ύπνο…
Τη μέρα να κάμνουνε δώδεκα προσευκές, τη νύχτα άλλες τόσες, τρείς σαν κάθουνται να γιοματίσουνε κι έξι στον εσπερινό, σαν ανάβουνε τα λυχνάρια. Στο τέλος κάθε προσευκής να ψέλνουν”.
Κώστας Βάρναλης
Ο λαός των Μουνούχων, Ιστορία του Αγίου Παχωμίου, Οι Φυλακές, Εκδόσεις Κέδρος

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου