Κώστας Βάρναλης - Πρόλογος «Στὸ φῶς ποὺ καίει»
Νὰ σ᾿ ἀγναντεύω, θάλασσα, νὰ μὴ χορταίνω ἀπ᾿ τὸ βουνὸ ψηλὰ στρωτὴ καὶ καταγάλανη καὶ μέσα νὰ πλουταίνω ἀπ᾿ τὰ μαλάματά σου τὰ πολλά. Νά ῾ναι χινοπωριάτικον ἀπομεσήμερο, ὄντας μετ᾿ ἄξαφνη νεροποντὴ χυμάει μὲς ἀπ᾿ τὰ σύνεφα θαμπωτικὰ γελώντας ἥλιος χωρὶς μαντύ. Νὰ ταξιδεύουν στὸν ἀγέρα τὰ νησάκια, οἱ κάβοι, τ᾿ ἀκρόγιαλα σὰ μεταξένιοι ἀχνοὶ καὶ μὲ τοὺς γλάρους συνοδιὰ κάποτ᾿ ἕνα καράβι ν᾿ ἀνοίγουν νὰ τὸ παίρνουν οἱ οὐρανοί. Ξανανιωμένα ἀπ᾿ τὸ λουτρὸ νὰ ροβολᾶνε κάτου τὴν κόκκινη πλαγιὰ χορευτικὰ τὰ πεῦκα, τὰ χρυσόπευκα, κι᾿ ἀνθὸς τοῦ μαλαμάτου νὰ στάζουν τὰ μαλλιά τους τὰ μυριστικά. Κι᾿ ἀντάμα τους νὰ σέρνουνε στὸ φωτεινὸ χορό τους ὡς μέσα στὸ νερὸ τὰ ἐρημικὰ χιονόσπιτα-κι᾿ αὐτὰ μὲς στ᾿ ὄνειρό τους νὰ τραγουδᾶνε, ἀξύπνητα καιρό. Ἔτσι νὰ στέκω, θάλασσα, παντοτεινὲ ἔρωτά μου μὲ μάτια νὰ σὲ χαίρομαι θολὰ καὶ νά ῾ναι τὰ μελλούμενα στὴν ἅπλα σου μπροστά μου, πίσω κι᾿ ἀλάργα βάσανα πολλά. Ὡς νὰ μὲ πάρεις κάποτε, μαργιόλα σύ, στοὺς κόρφους σου ἀψηλά τους ἀνθισμ...