Κώστας Βάρναλης - Ζευς και Χάρων (Θεών διάλογοι)
Ζευς:
(Θυμωμένος) Τι ζητάς εδώ, καταραμένε; Γι’ αυτό ξέσπασε τέτοιος χιονοσίφουνας στον Όλυμπο κι οι κεραυνοί παίρνουνε στα χέρια μου φωτιά μοναχοί τους; Ήρθες να μας πάρεις κι εμάς;
Χάρων:
(Μέσα του) Θα γίνει κι αυτό μία μέρα. (Δυνατά) Μα ελόγουσας είσαστε αθάνατοι! Δεν φοβάστε… Χάρο.
Ζευς:
Τότε γιατί εγκατέλειψες τη θέση σου κει κάτου; Και σε τέτοια χάλια; Κουρελής, γεμάτος στάχτη! Και βρωμούνε τα χνώτα σου!
Χάρων:
Από την πείνα!
Ζευς:
Από την πείνα; και δεν πεθαίνουνε το λοιπόν οι άνθρωποι; Και δεν γίνονται πόλεμοι;
Χάρων:
Πόλεμοι γίνονται, δόξα σοι! Και πεθαίνουν οι άνθρωποι σαν τις μύγες. Λιγότεροι από τους πολέμους, περισσότεροι απ’ την πείνα. Και πολλοί περισσότεροι από το φόβο.
Ζευς:
Τι φόβο:
Χάρων:
Ζευγίτες, περιβολαρέοι, μαρνέροι, εργάτες, υπάλληλοι, τους είπανε: “Να το! Καταφθάνει! Το έτος της ευημερίας σας”. Κι από το φόβο τους τα τινάζουν!...
Ζευς:
Άρα έχεις πολλή δουλειά.
Χάρων:
Πεθαίνουνε, Δέσποτα, πολλοί, μα δεν πλερώνει κανένας! Δεν έχουν όβολα.
Ζευς:
Τι Έλληνας φορατζής είσαι! Να τους παίρνεις τα πουκάμισα, τα παπούτσια, τα δαχτυλίδια τους!
Χάρων:
Κρίμα σου. Πάει, κουρκούτιανε το μυαλό σου από τις καταχρήσεις! Όσοι σκοτώνονται από τον πόλεμο δεν έχουνε μήτε χέρια μήτε πόδια μήτε κεφάλια. Τι να τους πάρεις; Κι όσοι πεθαίνουν από την πείνα, πουλάνε πρώτα ότι έχουνε και δεν έχουνε κι ύστερα μου έρχονται κατατσίτσιδοι. Κι όσοι πεθαίνουν από το φόβο, πεθαίνουνε γιατί δεν πρόκειται να έχουνε ποτές!
Ζευς:
Να μην τους παίρνεις στο καΐκι σου. Να τους αφήνεις όξω στη στεριά να τρέμουνε…
Χάρων:
Το έκανα κι αυτό. Αλλ’ όσο να γυρίσω πίσω, μιλιούνια φτωχοί με περιμένανε να με κομματιάσουν. Και δεν κόντεψα να διπλαρώσω στο μώλο... Έκλεψα τα φτερωμένα πέδιλα του Ερμή και πέταξα ντουγρού στον ουρανό να ζητήσω βοήθεια…
Ζευς:
Αφού δεν πλερώνουν οι φτωχοί, να βάζεις τους πλούσιους να πλερώνουν για δαύτους!
Χάρων:
(Σκάζοντας στα γέλια) Με γαργαλάς, Πάτερ ανδρών τε θεών τε! Τι κουταμάρες λες; Πρώτον οι πλούσιοι δεν πεθαίνουνε, και δεύτερο, ζητάνε να πληρώνουν οι φτωχοί για δαύτους όπως γίνεται πάντοτες.
Ζευς:
(Ξύνοντας το κεφάλι του) Να γκρεμοτσακιστείς το γρηγορότερο στον Άδη, ν’ ανοίξεις τις πόρτες και ν’ αμολήσεις όλους τους πεθαμένους... Δεν χρειάζεται Άδης, έτσι που γίνηκε η ζωή!
Χάρων:
Το δοκίμασα κι αυτό. Μα κανένας δεν θέλησε να το κουνήσει. Γιατί μάθανε πως έχει καταντήσει η Ελλάδα. Και φοβηθήκανε! Γιατί “εν τη Ελλάδι ουκ έστι μετάνοια”! Προτιμήσανε να βασανίζονται εκεί παρά εδώ. Κι έκανα χάζι κείνονε τον ομορφονιό τον Αχιλλέα. Συνήθιζε να παραπονιέται: “Καλύτερα δούλος σ’ ένα χωριό της Θεσσαλίας παρά βασιλιάς στον Άδη”! Αλλά μόλις του είπα: “Άιντε, γύρνα στον τόπο σου!” πιάστηκε από έναν βράχο και φωνάζει: “Καλύτερα στον Άδη δούλος παρά στη χώρα της ευημερίας ελεύθερος!”... Και πολλοί που είχανε “παραθερίσει” χρόνια στα Νησιά της Χαράς και ξέρανε τη γλύκα τους, φωνάζανε: “Δεν έχει άλλον πάτο η κόλαση να μας πάτε πιο βαθιά;”
Ζευς:
Μπρε κανένας δεν ζήτησε να ξαναγυρίσει στην Ελλάδα;
Χάρων:
Ο Εφιάλτης!
Η Αυγή 19/2/1954
Κώστας Βάρναλης, Λόγια που καίνε, Τα χρονογραφήματα στην Αυγή, Τόμος 1, Η Αυγή

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου