Ουίλιαμ Σαίξπηρ - Βασιλιάς Ληρ, Αποσπάσματα
Τα πρόσωπα του έργου
Ληρ - βασιλιάς της Βρετανίας
Βασιλιάς της Φραγκίας
Δούκας της Βουργουνδίας
Δούκας της Κορνουάλης
Δούκας της Άλμπανης
Κόντες του Κεντ
Κόντες του Γλόστερ
Έδγαρ - γιος του Γλόστερ
Εδμόνδος - νόθος γιός του Γλόστερ
Κουράν - αυλικός
Γερός - κολίγας του Γλόστερ
Ένας τρελός
Ένας γιατρός
Οσβάλδος - αυλάρχης της Γονερίλης
Ένας αξιωματικός - στην υπηρεσία του Εδμόνδου
Ένας αξιωματικός - στην υπηρεσία της Κορδέλιας
Ένας κήρυκας
Υπηρέτες του Κορνουάλη
Γονερίλη - κόρη του Ληρ
Κορδέλια - κόρη του Ληρ
Ρεγάνη - κόρη του Ληρ
Παλικάρια στην ακολουθία του Ληρ, αυλικοί, ταχυδρόμοι, στρατιώτες και υπηρέτες
Σκηνή: στην Αγγλία
Σκηνή 1
Σάλα επίσημη στο παλάτι του Βασιλιά Ληρ
Ληρ:
Μάθετε πώς μοίρασα στα τρία το κράτος μου κι απόφαση έχω στέρια να ρίξω κάθε κόπο κι έγνοια από τα γεράματα μου, κι αφού αναθέσω σ’ άλλες δυνάμεις πιο νέες, ξαλαφρωμένος, να συρθώ στον τάφο. [...] Έχω σταθερή σήμερα θέληση ν’ ανακοινώσω, πως την κάθε μια από τις κόρες μου προικοδοτώ κι έτσι μαλώματα στο μέλλον να τα προλάβω από τα τώρα. Τ’ αρχοντόπουλα Βουργουνδίας και Φραγκίας, μεγάλοι αντίπαλοι για την αγάπη της μικρότερής μας κόρης, που παρατράβηξε η ερωτική τους πολιορκία μες στην αυλή μου, τώρα απάντηση προσμένουν. Πέστε μου, κόρες μου, τώρα που βγάζω και τα δυο της βασιλείας φορέματα, όρεξη για κατακτήσεις κι έγνοιες της εξουσίας, να ιδώ από σας ποια μ’ αγαπάει πιο πολύ, ώστε η περίσσια μου ευλογία ν’ απλωθεί εκεί που η φύση το απαιτεί με την αξία της.
Γονερίλη:
Κύρη, το ποσό σ’ αγαπώ δεν πιάνεται με λόγια. Σ’ έχω ακριβότερο απ’ το φως μου, απ’ τον αέρα κι από τη λευτεριά, πολύ πιο πάνω απ’ όλα που ξετιμιώνται, όσο πολύτιμα είτε σπάνια. Όχι πιο λίγο απ’ τη ζωή, ζωή με χάρες, μ’ υγεία, με κάλλη, με τιμή όσο παιδί ποτέ του αγάπησε ή πατέρας αγαπήθη, τόσο που πιάνεται η πνοή κι η γλώσσα μου κομπιάζει. Πάνω από κάθε τέτοια αγάπη σ’ αγαπώ.
[...]
Ρεγάνη:
Είμαι απ’ το ίδιο με την αδελφή μου μέταλλο κι έχω τιμή μου την αξία της. Μέσα στην πίστη μου καρδιά βρίσκω κι ονόμασε την ίδια την αγάπη που νιώθω πράγματι κι εγώ. Μον’ είπε λίγα, γιατί εγώ το βεβαιώνω πως εχθρεύομαι κάθε άλλη απ’ όλες τις χαρές που κλει το πιο πολύτιμο αισθητήριο κέντρο, και λέω πως είναι μοναχή χαρά για μένα του λατρευτού τρανού προσώπου σου η αγάπη.
Ληρ:
Τώρα, εσύ χαρά μου, στερνή μου, Μα όχι στερημένη, που αγωνίζονται για την προτίμηση της τρυφερής σου αγάπης τα κρασιά της Φραγκιάς, το γάλα της Βουργουνδίας, τι θα μπορέσεις να μας πεις, για να κερδίσεις μερίδα πιο παχιά απ’ τις αδερφάδες σου; Μίλησε.
Κορδέλια:
Τίποτα, αφέντη μου.
Ληρ:
Τίποτα!
Κορδέλια:
Τίποτα.
Ληρ:
Δεν θα βγει τίποτα απ’ το τίποτα. Μίλα ξανά.
Κορδέλια:
Εγώ, η καημένη, δεν μπορώ να φέρω στο στόμα την καρδιά μου. Αφέντη, σ’ αγαπώ κατά το χρέος μου, όχι πιο πολύ ή πιο λίγο.
Ληρ:
Πώς, πώς, Κορδέλια; Λίγο διόρθωσε τα λόγια σου, αλλιώς μπορεί την τύχη σου να βλάψεις.
Κορδέλια:
Καλέ μου κύρη, εσύ με γέννησες, μ’ ανάθρεψες, μ’ αγάπησες. Εγώ, καθώς αρμόζει πάλι, σου ξεπληρώνω αυτές τις καλοσύνες μ’ υπακοή, μ’ αγάπη, με περίσσιο σέβας. Τι παντρεύτηκαν οι αδερφάδες μου, αφού λένε πως όλη κι όλη η αγάπη τους είναι σε σένα; Αν τύχει κάποτε κι εγώ να παντρευτώ, εκείνος του το χέρι μου στο χέρι του θα πάρει μαζί θα πάρει τη μισή μου αγάπη και τη μισή στοργή μου και φροντίδα. Σίγουρα δε θα παντρευτώ ποτέ, αν είναι, σαν τις αδερφάδες μου, να ‘ναι η αγάπη μου όλη κι όλη στον πατέρα μου.
Ληρ:
Είναι η καρδιά σου σύμφωνη μ’ αυτά;
Κορδέλια:
Μάλιστα, αφέντη μου καλέ.
Ληρ:
Πώς, τόσο νέα και τόσο αναίσθητη;
Κορδέλια:
Αφέντη, νέα και αληθινή.
Ληρ:
Καλά. Λοιπόν, για προίκα πάρε την αλήθεια σου. Γιατί, μα τ’ άγιο αχτινοβόλημα του ήλιου, μα τα μυστήρια της Εκάτης, μα τη νύχτα, μα τις ουράνιες δυνάμεις απ’ όπου βγαίνει κι η αρχή της ύπαρξής μας και το τέλος, τώρα όλη απαρνιέμαι τη στοργή την πατρική, συγγένεια και δεσμούς από αίμα, και στο εξής ξένη είσαι στην καρδιά μου και στο νου για πάντα.
Ληρ:
Η χαϊδεμένη μου ήτανε και λόγιαζα ν’ ακουμπήσω τα στερνά μου στην τρυφερή της λάτρα. - Φεύγα, και μπροστά μου να μη φανείς! - Έτσι να βρω ησυχία στον τάφο μου, την πατρική καρδιά μου τώρα της την παίρνω! [...] Κορνουάλη κι Άλμπανη, μαζί μ’ αυτές τις προίκες των δύο θυγατέρων μου και τούτη εδώ την τρίτη να χωνέψετε. Κι αυτήν η ξιπασιά της, πού τη λέει ισάδα, ας την παντρέψει. Σας ντύνω και τους δυο σας με τη δύναμή μου, με την ανώτατη εξουσία και μ’ όλες τις τιμές που συντροφεύουν το μεγάλο αξίωμα. Εγώ, με μιαν εκατοντάδα παλικάρια, που θα κρατήσω με συντήρησή σας, θα ζω κοντά σας, μια στον έναν, μια στον άλλον, με τη σειρά μήνα με μήνα συναλλάζοντας. Τ’ όνομα μόνο θα ‘χω πια και τις τιμές τις άλλες, που αρμόζουν σ’ έναν βασιλιά. Κυβέρνηση, έξοδα και η εξουσία η άλλη, αγαπητά παιδιά μου, δικά σας. Και γι’ απόδειξη, μοιράστε μεταξύ σας ετούτη την κορώνα.
Κεντ:
Αφέντη, βασιλιά μου Ληρ, που πάντα μου σε τίμησα βασιλικά και σαν πατέρα μου σ’ αγάπησα, που σ’ ακολούθησα σαν αρχηγό μου και σαν προστάτη μου άγιο σε μελέτησα στις προσευχές μου …
Ληρ:
Το τόξο σημαδεύει τεντωμένο, φυλάξου απ’ τη σαΐτα.
Κεντ:
Ριχ’ την καλύτερα να περονιάσει την καρδιά μου. Ας φέρνεται άσχημα ο Κεντ, αφού δεν είναι ο Ληρ καλά. Τι πας να κάνεις, γέρο; Μη θαρρείς το χρέος που θα δειλιάσει να μιλήσει, όταν η δύναμη σκύβει στην κολακεία; Χρωστάει να ‘ναι λευτερόστομη η τιμή, όταν ξεπέφτει στη μωρία το μεγαλείο. Άλλαξε απόφαση και σκέψου πιο καλύτερα, την τρομερή βιασύνη σου να συγκρατήσεις. [...] Δε σ’ αγαπάει λιγότερο η μικρή σου η κόρη κι ουτ’ είναι κούφιοι από καρδιά όσοι η λαλιά τους η σιγανή δεν κουδουνίζει κούφια λόγια.
[...]
Ληρ:
Χάσου απ’ τα μάτια μου!
Κεντ:
Καλύτερα άνοιξε τα, Ληρ, κι άσε να μείνω πάντα τ’ ασπράδι του ματιού σου το πιστό.
[...]
Ληρ:
Σου δίνω πέντε μέρες να ετοιμάσεις ότι χρειαζούμενα για τα δεινά του βίου. Την έκτη γύρνα τη μισητή σου ράχη στο βασίλειο μου. Σε δέκα μέρες, αν βρεθεί ακόμη μες στο κράτος μου το ξεγραμμένο σου κορμί, θάνατο θα ‘χεις στη στιγμή.
Κεντ:
Να ‘σαι καλά, αφού τέτοιο θέλεις να φανείς, η λευτεριά ειν’ αλλού κι εδώ ‘ναι η εξορία.
(Στην Κορδέλια)
Κόρη, ας σε πάρουν οι θεοί στην ακριβή τους φύλαξη, που σκέφτηκες φρόνιμα και μίλησες σωστά.
(Στη Ρεγάνη και στη Γονερίλη)
Κι άμποτε τα δικά σας λόγια τα μεγάλα να τα παινέσουν τα έργα σας κι ωραίους καρπούς να βγάλει τόση αγάπη σας.
Και τώρα ο Κεντ, αρχόντοι, αφήνει σ’ όλους γεια, σε τόπους νέους να στρώσει παλιά περπατησιά.
Βουργούνδης:
Ληρ, βασιλιά μου, δώσε μόνο το μερίδιο που έταξε ο ίδιος και της δίνω ευθύς το χέρι μου και της βουργουνδίας Δούκισσα την κάνω.
Ληρ:
Τίποτα, ορκίστηκα, είμαι ατράνταχτος.
Βουργούνδης:
Τότε λυπάμαι που μαζί πατέρα κι άντρα χάνεις.
Κορδέλια:
Να ‘ναι ο Βουργούνδης ήσυχος! Αφού συμφέρον είναι η αγάπη του, δε γίνομαι γυναίκα του.
Φράγκος:
Πεντάμορφη Κορδέλια, εσύ τετράπλουτη φτωχιά, συ διαλεχτό μου απόρριμμα, σκουπίδι αγαπημένο, σε κάνω, να, δικιά μου εσένα και τις χάρες σου. Σηκώνω εδώ τ’ απόρριμμα κι ο νόμος μου το δίνει. [...] Την κόρη σου την άπροικη μου ‘ριξε η τύχη, βασιλιά, βασίλισσά μου, σ’ όλους μας και στην ωραία μας Φραγκιά. Κανένας ρήγας δε μπορεί απ’ τη Βουργουνδία την υγρή την κόρη να μου πάρει αυτή, την ανεκτίμητα ακριβή. Κορδέλια, αποχαιρέτα τους κι ας σου φερθήκανε άσχημα, όσα κι αν έχασες εδώ σε μας θα τα βρεις πιο πολλά.
Ληρ:
Την πήρες, Φράγκο, χαίρου την, δεν είχα τέτοια κόρη εγώ κι ούτε ποτέ τα μούτρα της αυτά θα ξαναϊδώ. Γι’ αυτό να πάτε δίχως τη συγχώρεση μου και δίχως την αγάπη μου και την ευχή μου.
Σκηνή 2
Αυλή στον πύργο του κόντε Γλόστερ
Εδμόνδος:
Ω φύση, εσύ ‘σαι θεάμου. Και στο νόμο σου είναι ταμένα τα έργα μου. Γιατί ν’ ανέχομαι της μόδας την τυράννια και ν’ αφήνω να με ληστεύει η περιέργεια του κόσμου; Γιατ’ ήρθα από ‘ναν αδερφό μου δέκα ή δώδεκα φεγγάρια αργότερα; Πώς νόθος; Γιατί πρόστυχος; Μη δεν έχω κι εγώ κορμί καλοφτιαγμένο, ψυχή γενναία και μορφή πιστή, σαν γόνος γυναίκας τίμιας; Τι μας βάζουνε τη βούλα της προστυχιάς; της μπασταρδιάς; πρόστυχοι; πρόστυχοι;
Εμείς που απ’ την αρπακτικήν ορμή της φύσης παίρνουμε πιο πολύ ζωηράδα κι άγρια δύναμη, παρ’ όσοι σ’ ένα πληκτικό, βαρύ κρεβάτι ξοδεύετε για ολόκληρο κοπάδι βλάκες, που πιάνονται με νύστα και βαριεστημαρα; Καλά λοιπόν, Εδγάρδε νόμιμε, το βιος σου θα σου το πάρω. Του πατέρα μας η αγάπη ανήκει και στον Εδμόνδο και στο νόμιμο. Ωραία η λέξη “νόμιμος”! Καλά, κυρ νόμιμε, αν κάνει ενέργεια αυτό το γράμμα και πετύχει το σχέδιο μου, εγώ, ο πρόστυχος Εδμόνδος τον τρώω τον νόμιμο, θεριεύω και προκόβω.
Εδμόνδος:
Αυτή ‘ναι η εξοχή τρέλα που δέρνει τον κόσμο. Όταν δεν πάμε καλά με την τύχη μας - συχνά από βαρυστομαχιά, που την προκαλούμε εμείς οι ίδιοι -, για τους πόνους μας κάνουμε υπεύθυνο τον ήλιο, τη σελήνη και τ’ αστέρια από ανώτερη ανάγκη, τρελοί από ουράνια βία, κατεργαρέοι, κλέφτες και προδότες από αστρική επιρροή, μπεκρήδες, κάλπηδες και πόρνοι από αναγκαστική υποταγή στην επίδραση των πλανητών και ότι κακία έχουμε μέσα μας την έχουμε από θεϊκιά εντολή! Θαυμάσιος τρόπος, για ξεφεύγει κύριος πορνοβοσκός, να φορτώνει τα τραγισιά του φυσικά σ’ ένα αστέρι. Ο πατέρας μου έσμιξε με τη μητέρα μου κάτω από την ουρά του Δράκοντος και η γέννηση μου έπεσε κάτω από την Μεγάλη Άρκτο και γι’ αυτό είμαι ωμός και φιλήδονος. - Μπα! Θα ‘μουνα αυτός που είμαι κι αν το παρθενικότερο αστέρι τ’ ουρανού φεγγοβολούσε στο μπαστάρδεμά μου.
Σκηνή 4
Αυλή στο παλάτι του Δούκα της Άλμπανης
Τρελός:
(Στον Κεντ που είναι μεταμφιεσμένος και με αλλαγμένη φωνή)
Άμπα, αν δεν μπορείς να χαμογελάς κατά κει που φυσάει, θ’ αρπάξεις γρήγορα κρυολόγημα. Να, πάρε το λειρί (σκούφος) μου. Πως ο φίλος μας απ’ εδώ έκαμε εξορία δυο κορίτσια του και το τρίτο το βλόγησε χωρίς να θέλει. Αν πας μαζί του, πρέπει δίχως άλλο να φοράς το λειρί μου. - Λοιπόν, μπάρμπα, αχ και να ‘χα δυο λειριά και δυο θυγατέρες!
Ληρ:
Γιατί, γιόκα μου;
Τρελός:
Αν τους έδινα όλο μου το βιος, θα κρατούσα για μένα τα λειριά μου. Να το δικό μου. Ζητιάνεψε και συ ένα απ’ τα κορίτσια σου.
Ληρ:
Για πρόσεξέ, φιλαράκο μου - το ματσούκι.
Τρελός:
Η αλήθεια είναι σκύλα του δρόμου που της πρέπει να ‘ναι χωμένη στην τρύπα της. Θέλει ματσούκωμα να πάει έξω, ενώ η κυρά κοκονίτσα στρώνεται πλάι στη φωτιά και ζέχνει.
Ληρ:
Χολή φαρμακερή για μένα!
Τρελός:
Αφεντάκι, θα σου μάθω ένα στιχάκι.
Ληρ:
Λέγε.
Τρελός:
Πρόσεξέ το μπάρμπα:
Πολλά κι αν έχεις, να δείχνεις λίγα,
λίγα μολόγα, μα νόγα πολλά,
λίγα σε χρέος, σε χτήμα πολλά,
πολλά καβάλα, πεζούρευε λίγα,
πολλά ν’ ακούς και πίστευε λίγα,
λίγα να βάζεις και βγάζε πολλά
πιοτό, γυναίκες άσε ευθύς,
μαζέψου σπίτι σου νωρίς
κι η εικοσάρα θα σου δίνει
δυο δεκάρες και θ’ αφήνει.
Κεντ:
Δεν είναι τίποτ’ αυτό, τρελέ.
Τρελός:
Τότε μοιάζει με τον λόγο δικηγόρου απλήρωτου. Δε μου ‘δωσες τίποτα γι’ αυτό. - Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα απ’ το τίποτα, ε, μπάρμπα;
Ληρ:
Ε, όχι, γιόκα μου, απ’ το τίποτα δε βγαίνει τίποτα.
Τρελός:
(Στον Κεντ) Σε παρακαλώ, Πες του πως τόσο εισόδημα έχει κι απ’ το κράτος του. Δεν θα το πιστέψει από έναν τρελό.
Κεντ:
Αυτά δεν είναι όλα τρελά, αφέντη μου.
Τρελός:
Όχι, βέβαια, οι αρχόντοι κι οι μεγάλοι δε μ’ αφήνουν. Αν το ‘χα μονοπώλιο, θα ‘θελαν μερτικό. Κι οι αρχόντισσες κι αυτές δε θα μ’ άφηναν να ‘χω όλη την τρέλα μόνος μου, θα λιχουδευόντουσαν κι αυτές.
Πράξη τρίτη - Σκηνή 4
Χέρσο με μια καλύβα.
Ληρ:
(Στον τρελό) Μέσα, παιδί, πέρασε μπρος. Άστεγη φτώχεια, όχι δα, περνά μέσα. Εγώ θα κάνω πρώτα την προσευχή μου κι ύστερα θα κοιμηθώ.
( Ο Τρελός μπαίνει μέσα)
Καημένα γυμνά πλάσματα, όπου κι αν βρισκόσαστε και τρώτε τσάταλο απ’ την άσπλαχνη αυτή μπόρα, πώς τ’ άσκεπα κεφάλια, τ’ άσαρκα πλευρά σας, τα τζάτζαλά σας, πόχουν τρύπες και παράθυρα, σας προφυλάνε από καιρούς σαν τούτον; Ω, σ’ αυτά είχα δώσει πολύ λίγη προσοχή! Πιε, μεγαλείο, το γιατρικό. Κι εσύ γυμνώσου κι έβγα, να νιώσεις ότι νιώθουν οι κακόμοιροι, για να τινάζεις το περίσσεμα σ’ αυτούς και τον θεό πιο δίκιο να τον δείχνεις.
Σκηνή 6
Κάμαρα σ’ ένα υποστατικό κολλητά στου Γλόστερ τον πύργο
Έδγαρ:
Καλύτερούς μας να τραβούν τα πάθη μας σαν δούμε, τις συμφορές μας τόσο κακές δεν τις θαρρούμε. Σαν υποφέρεις μόνος σου, μέσα στο νου υποφέρεις, δεν βλέπεις γύρω, τα παλιά τα ευτυχισμένα ξέρεις. Μ’ αν βρει παρέα ο πόνος σου κι η λύπη συντροφιάσει, τότε πολλά απ’ τα βάσανα τ’ αφήνει ο νους με βιάση. Πόσο ελαφρύς κι υποφερτός τώρα ο καημός μου δείχνει, που αυτό που με λυγίζει εμέ, τον βασιλιά τον ρίχνει.
Πράξη τέταρτη - Σκηνή 1
Χέρσο
Γλόστερ:
Δεν έχω δρόμο, τι μου χρειάζονται τα μάτια! Σαν έβλεπα, όλο σκόνταβα. Είναι αποδεδειγμένο: σαν τα ‘χουμε όλα, είμαστε ξένοιαστοι, και μόνο στις σακατιές μας δοκιμάζονται οι βολές μας. Ω γιε μου Έδγαρ, εσύ θύμα της οργής του γελασμένου σου πατέρα, αχ και να ζούσα μόνο να σ’ έβλεπα με της αφής τα μάτια και θα ‘λεγα πώς ξαναπόχτησα το φως μου!
Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Βασιλιάς Ληρ, Εκδόσεις Επικαιρότητα/ Το Βήμα













Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου