Θεόφραστος - Χαρακτήρες: 9. Αναισχυντία
[Η αναισχυντία, θα μπορούσε να οριστεί ως περιφρόνηση της κοινής γνώμης για αισχρό κέρδος. Ο αναίσχυντος είναι τέτοιος άνθρωπος.](1)
1. Ο Αριστοτέλης ορίζει την αναισχυντία σε σχέση με την αιδώ, η έλλειψη της αιδούς είναι η αναισχυντία. Ο ορισμός μοιάζει να έχει αντληθεί από τους ψευδοπλατωνικούς όρους. Ο όρος αναισχυντία πάντως, δεν χρησιμοποιούνταν ειδικά για την επιθυμία του κέρδους, αλλά συνδεόταν γενικά με την αδιαντροπιά. Η σύνδεση του όρου ειδικά με την τάση του κέρδους αποτελούσε κοινό τόπο μεταξύ των αρχαίων ηθικών και σατιρικών συγγραφέων. Ας σημειωθεί ότι σ’ αυτόν και σε άλλους τρεις χαρακτήρες που σχετίζονται με το κέρδος και τα χρήματα, αποφεύγονται γενικώς οι συνήθεις όροι φιλαργυρία και φιλοχρηματία. Κοινή είναι επίσης η διάκριση μεταξύ της τάσης να παίρνει κανείς από τους άλλους και της τάσης να μη δίνει. Η διάκριση αυτή φαίνεται ότι έχει αντληθεί από τον Αριστοτέλη, ο οποίος στα Ηθικά Νικομάχεια σημειώνει ότι η έλλειψη γενναιοδωρίας (την αποκαλεί ανελευθερία) συνίσταται από δύο μέρη, δηλαδή από μια τάση να παίρνει κανείς από τους άλλους και μια τάση να μην θέλει να δίνει. Οι δύο τάσεις δεν συνυπάρχουν αναγκαστικά στον ίδιο χαρακτήρα αλλά μπορεί να κυριαρχεί μόνο η μία. Ο αναίσχυντος του παρόντος χαρακτήρα ανήκει όπως θα φανεί παρακάτω σε αυτούς που θέλουν να παίρνουν.
Πρώτα-πρώτα πηγαίνει να δανειστεί από άνθρωπο, στον οποίον δεν ξεπλήρωσε προηγούμενο χρέος, έπειτα … (2)
Αφού θυσιάσει στους θεούς, πάει και τρώει σε άλλον και φυλάει όλο το δικό του κρέας μέσα σε αλάτι (3). Στο ξένο σπίτι φωνάζει τον δούλο του και παίρνοντας από το τραπέζι κρέας και ψωμί, λέει για να τον ακούσουν όλοι: “Πάρε και φαε Τίβειε” (4)
2. Σ’ αυτό το σημείο υπάρχει χάσμα.
3. Θα έπρεπε, όπως συνηθιζόταν, αφού έκανε θυσία, να προσκαλέσει σε δείπνο τους φίλους του ή τουλάχιστον να τους στείλει καμία μερίδα κρέατος. Το να μην μοιράζεται κανείς στο γεύμα ήταν δείγμα αφιλόξενου χαρακτήρα.
4. Ενίοτε, πάντως, οι κύριοι έδιναν μερίδα από το φαγητό του συμποσίου και στους δούλους τους. Συνήθως όμως, καθήκον του δούλου, ήταν να φυλάξει το φαγητό για να το καταναλώσει ο κύριος στο σπίτι του. Το όνομα Τίβειος είναι εθνωνύμιο και αποτελούσε σύνηθες όνομα δούλων από την Παφλαγονία. Το όνομα παρουσιάζεται συχνά στην κωμωδία.
Όταν ψωνίζει κρέας (5), υπενθυμίζει στον κρεοπώλη κάποια χάρη που μπορεί να του είχε κάνει κάποτε. Στέκεται κοντά στη ζυγαριά και προσθέτει κρέας κατά προτίμηση ή αλλιώς κανένα κόκκαλο για τον ζωμό. Αν το πάρει, έχει καλώς, αλλιώς αρπάζει από τον πάγκο κανένα εντεράκι και φεύγει γελώντας.
5. Συνήθως οι αρχαίοι έστελναν κάποιον δούλο να κάνει τα ψώνια, αλλά εδώ ο αδιάντροπος προτιμά να ψωνίσει αυτοπροσώπως, προφανώς επειδή ελπίζει ότι χάρη στη γνωριμία του με τον κρεοπώλη θα έχει κάποιο όφελος.
Οταν αγοράσει για λογαριασμό των φιλοξενούμενών του εισιτήρια για το θέατρο, μπαίνει κι ο ίδιος χωρίς να πληρώσει (6), ενώ την επόμενη μέρα πηγαίνει εκεί και τα παιδιά του και τον παιδαγωγό. Αν αγοράσει κάποιος ακριβά πράγματα και τα φέρει στο σπίτι του, απαιτεί να του δώσει κι εκείνου μερικά. Πηγαίνει στα ξένα σπίτια και δανείζεται ποτέ κριθάρι ποτέ άχυρο και αναγκάζει αυτούς που του τα δίνουν να του τα κουβαλήσουν και σπίτι του.
6. Καταδεχόμενος να πληρώσουν το δικό του εισιτήριο οι φιλοξενούμενοι του.
Είναι ακόμα ικανός να πάει στα δημόσια λουτρά εκεί όπου ζεσταίνουν το νερό και, αφού βουτήξει μέσα ένα μικρό κάδο, παρά τις φωνές του λουτράρη, να ρίξει πάνω του το νερό και να του πει φεύγοντας: “Έχω πλυθεί. Τι κακιώνεις; Δεν σου χρωστάω τίποτα”. (7)
7. Οσοι πλένονταν στα λουτρά, στέκονταν κοντά στα χαλκειά, τους λέβητες όπου ζεσταινόταν το νερό. Ο υπάλληλος του λουτρού τους περιέλουζε έναντι μικρής αμοιβής που λεγόταν επίλουτρον. Ο αναίσχυντος όμως το κάνει μόνος του για να γλιτώσει αυτό το μικρό χρηματικό ποσό.
Πηγή: Θεόφραστος, Άπαντα, Τόμος 8, Εκδόσεις Κάκτος, Θεόφραστος Χαρακτήρες, Εκδόσεις Ζήτρος, Θεόφραστος Χαρακτήρες - Αρίστων ο Κείος Για την αλαζονεία - Σάτυρος Περί Χαρακτήρων, Εκδόσεις Εξάντας

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου