Αντισθένης ο Κυνικός
Ο Αντισθένης ήταν γιος του Αντισθένη και καταγόταν από την Αθήνα. Έλεγαν όμως πως δεν ήταν γνήσιος Αθηναίος, γι’ αυτό σε κάποιον που τον κατηγόρησε είπε: “Και η μητέρα των θεών κατάγεται από τη Φρυγία (Κυβέλη)”. Υπήρχε η άποψη πως η μητέρα του ήταν Θράκισσα. Πράγμα που έδωσε αφορμή στον Σωκράτη, όταν ο Αντισθένης διέπρεψε στη μάχη της Τανάγρας (μάχη μάλλον του 427 π.Χ. που αναφέρεται από τον Θουκυδίδη), να πει ότι δεν υπήρχε περίπτωση από δύο Αθηναίους να γεννηθεί ένας τόσο γενναίος. Ο ίδιος ο Αντισθένης θέλοντας να γελοιοποιήσει τους Αθηναίους που καυχιόταν για το ότι είναι ντόπιοι, έλεγε πως δεν είναι καθόλου ευγενέστερη από τα σαλιγκάρια και τις ακρίδες.
Αρχικά μαθήτευσε κοντά στο ρήτορα Γοργία, στον οποίον οφείλεται και το ρητορικό ύφος των διαλόγων του η κυρίως της “Αλήθειας” και των “Προτρεπτικών”. Ο Έρμιππος αναφέρει ότι σκόπευε στη διάρκεια των Ισθμίων να αναφερθεί στα ελαττώματα και στα προτερήματα Αθηναίων Θηβαίων και Λακεδαιμονίων, τελικά όμως δεν το έκανε βλέποντας ότι είχαν συγκεντρωθεί πολλοί από τις πόλεις.
Κατόπιν γοητεύτηκε τόσο πολύ από τον Σωκράτη, ωστε συμβούλευε τους μαθητές του να παρακολουθούν μαζί του τις ομιλίες του Σωκράτη. Επειδή κατοικούσε στον Πειραιά, περπατούσε καθημερινά 40 στάδια (περίπου 7,5 χιλιόμετρα) για να ακούσει τον Σωκράτη, από τον οποίο διδάχτηκε την καρτερικότητα. Επειδή θαύμασε και την απάθεια, υπήρξε ο θεμελιωτής του κυνισμού. Υποστήριξε ότι ο πόνος είναι καλό, βασιζόμενος στα διδάγματα του μεγάλου Ηρακλή και του Κύρου - ο πρώτος ήταν Έλληνας ο δεύτερος βάρβαρος.
Πρώτος έδωσε τον ορισμό του λόγου λέγοντας: “Λόγος είναι αυτό που φανερώνει τι ήταν ή τι είναι κάτι”. Συνήθιζε να λέει: “Περισσότερο νιώθω μανιακός παρά ευχαριστημένος”, και ακόμη: “Πρέπει να σχετιζόμαστε με γυναίκες που θα μας χρωστούν ευγνωμοσύνη”. Στο νεαρό από τον Πόντο που ήθελε να γίνει μαθητής του και τον ρώτησε τι θα του χρειαστεί, είπε: “Έχεις ανάγκη βιβλίου και-νού (καινούργιου), μολυβιού και-νού, και πίνακα και-νού”, υποδηλώνοντας πόσο απαραίτητη θα του ήταν η ύπαρξη νου. Σ’ αυτόν που τον ρώτησε, τι είδους γυναίκα να παντρευτεί, είπε: “Αν είναι ωραία, θα έχεις κοινή, αν είναι άσχημη, θα έχεις ποινή”. Όταν άκουσε κάποτε πως ο Πλάτων τον κακολογεί, είπε: “Είναι βασιλικό το να κακολογιέται, όποιος κάνει το καλό”.
Μυούμενος κάποτε στα Ορφικά, όταν ο ιερέας είπε πως οι μυημένοι σ’ αυτά γίνονται μέτοχοι πολλών καλών στον Άδη, ρώτησε: “Δηλαδή τι, δεν πεθαίνεις;” Κάποτε που τον επέκριναν επειδή δεν ήταν και οι δύο γονείς του ελεύθεροι, είπε: “Ούτε παλαιστές ήταν και οι δύο, όμως εγώ είμαι παλαιστής”. Στην ερώτηση, γιατί έχει λίγους μαθητές, απάντησε: “Επειδή τους διώχνω με ασημένιο ραβδί”. Όταν τον ρώτησαν. γιατί είναι πολύ αυστηρός με τους μαθητές του, είπε: “Το ίδιο κάνουν και οι γιατροί με τους αρρώστους”. Βλέποντας έναν μοιχό να φεύγει για να σωθεί, είπε: “Δυστυχισμένε, πόσο μεγάλο κίνδυνο μπορούσες να αποφύγεις, αν πλήρωνες έναν οβολό (= αν πήγαινες σε εταίρα)”. Όπως λέει ο Εκάτων στις “Χρείες”, έλεγε πως είναι προτιμότερο να αντιμετωπίζεις κόρακες παρά κόλακες. Οι πρώτοι σε τρώνε νεκρό, οι δεύτεροι ζωντανό.
Στην ερώτηση, ποια η ύψιστη ανθρώπινη ευτυχία, απάντησε: “Το να πεθαίνουμε ευτυχισμένοι”. Σ’ έναν φίλο του που έκλαιγε και του έλεγε πως είχε χάσει τις σημειώσεις του, είπε: “Έπρεπε να καταγράφουν στην ψυχή σου και όχι στα χαρτιά”. Όπως ο σίδηρος, έλεγε, καταστρέφεται από τη σκουριά, έτσι και οι φθονεροί καταστρέφονται από τον ίδιο το χαρακτήρα τους. Όσοι θέλουν να είναι αθάνατοι, πρέπει να είναι στη ζωή τους ευσεβείς και δίκαιοι. Οι πόλεις καταστρέφονται, όταν δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τους τιποτένιους από τους σπουδαίους. Όταν τον επαινούσαν κάποιοι κακοί, είπε: “Ανησυχώ μήπως έχω κάνει κάτι κακό”.
Το να ζουν μαζί μονιασμένα τα αδέρφια, έλεγε, πως είναι το ισχυρότερο απ’ όλα τα τείχη. Οι προμήθειες μας για τα ταξίδια πρέπει να είναι τέτοιες που, ακόμη και αν ναυαγήσουμε, θα μας επιτρέψουν να κολυμπήσουμε. Όταν τον κατηγόρησαν για το ότι συναναστρέφεται κακούς, είπε: “Οι γιατροί έρχονται σε επαφή με τους αρρώστους, όμως δεν αρρωσταίνουν”. Είναι παράξενο, έλεγε, που βγάζουμε από το σιτάρι τα παράσιτα και αποκλείουμε τους άχρηστους από τον πόλεμο, αλλά δεν εμποδίζουμε τους κακούς να συμμετέχουν στα πολιτικά πράγματα. Στην ερώτηση, τι κέρδισε από τη φιλοσοφία, απάντησε: “Το να μπορώ να επικοινωνώ με τον εαυτό μου”. Κάποιος, στη διάρκεια πιοτού, είπε: “Τραγούδα” και κείνος απάντησε: “Και συ παίζε μου αυλό”. Στον Διογένη που του ζητούσε χιτώνα, είπε να τυλιχτεί με το ρούχο του. Όταν ρωτήθηκε ποια είναι η σπουδαιότερη μάθηση, είπε: “Το να ξέρουμε να απομακρύνουμε την άγνοια”. Συμβούλευε να είμαστε περισσότερο υπομονετικοί, όταν μας κακολογούν, παρά όταν μας πετροβολούν.
Συμβούλευε τους Αθηναίους να καθιερώσουν να θεωρούνται και τα γαϊδούρια άλογα. Του είπαν πως παραλογίζεται και τότε απάντησε: “Μα, αφού ανακηρύσσεται και στρατηγούς χωρίς να έχουν καθόλου γνώσεις. Απλώς τους παραχωρείται το αξίωμα”. Σ’ αυτόν που του είπε: “Πολλοί σε επαινούν”, απάντησε: “Γιατί, έκανα κανένα κακό;” Στην ερώτηση κάποιου, όπως λέει ο Φαινίας στο “Περί των Σωκρατικών”, τι πρέπει να κάνουμε για να είμαστε καλοί και άξιοι, απάντησε: “Πρέπει να μάθουμε από τους ειδήμονες ότι τα κακά που έχουμε μπορούμε να τα αποβάλλουμε”. Σ’ αυτόν που επαινούσε την πολυτέλεια, είπε: “Τα παιδιά των εχθρών μπορεί να ζουν με πολυτέλεια”.
Στο νεαρό που ήταν μοντέλο ενός γλύπτη, είπε: “Πες μου, αν μπορούσε να μιλήσει ο χαλκός, γιατί πράγμα νομίζεις πως θα καυχιόταν;” “Για την ομορφιά του”. “Δεν ντρέπεσαι λοιπόν να καυχιέσαι για τον ίδιο λόγο που θα καυχιόταν και ένα άψυχο;” Ενας νεαρός από τον Πόντο του υποσχόταν πως θα του δώσει αμοιβή, μόλις έρθει το καράβι με τα παστά. Τον πήρε λοιπόν μαζί του, πήρε κι ένα άδειο σακί, πήγε σε κάποια που πουλούσε αλεύρι κι αφού το γέμισε, ξεκίνησε να φύγει. Επειδή η γυναίκα ζητούσε το αντίτιμο, ο Αντισθένης είπε: “Θα σου το δωσει ο νεαρός, όταν φτάσει το πλοίο του με τα παστά”.
Αν έβλεπε κάπου γυναίκα με πολλά κοσμήματα, πήγαινε στο σπίτι της και έλεγε στον άνδρα της να βγάλει το άλογο και τα όπλα του, ώστε, αν τα έχει, να επιτρέπει πολυτέλειες στη γυναίκα του, αφού μπορεί να αμυνθεί μ’ αυτά. Διαφορετικά να περιορίσει τα κοσμήματα.
Συγκεντρωτικά οι αρχές ή κανόνες συμπεριφοράς των Κυνικών (δεδομένου ότι δεν είχαν δόγματα με τη στενή έννοια του όρου):
Υποστήριζε και τα εξής: Θεωρούσε την αρετή ως κάτι που μπορεί να διδαχτεί. Ευγένεια και αρετή, έλεγε, είναι έννοιες ταυτόσημες. Η αρετή από μόνη της είναι αρκετή για να φέρει την ευδαιμονία, γιατί δεν χρειάζεται τίποτε πέρα από τη Σωκρατική δύναμη. Είναι αποτέλεσμα έργων και δεν χρειάζεται ούτε πολλά λόγια ούτε μαθήματα. Ο σοφός είναι αυτάρκης, γιατί του ανήκουν όλα όσα έχουν οι άλλοι. Η κακή φήμη είναι καλό και είναι το ίδιο με τον πόνο. Όταν ο σοφός ασχοληθεί με την πολιτική δεν θα ακολουθήσει τους ισχύοντες νόμους, αλλά το νόμο της αρετής. Θα παντρευτεί για να αποκτήσει παιδιά συνάπτοντας σχέσεις με τις πιο έξυπνες γυναίκες. Θα ερωτευτεί επίσης, γιατί μόνο ο σοφός ξέρει ποιους πρέπει να ερωτευόμαστε.
Ο Διοκλής αναφέρει ως δικά του και τα ακόλουθα. Για τον σοφό τίποτε δεν είναι ξένο ή ακατόρθωτο. Ο καλός είναι αξιαγάπητος. Οι σπουδαίοι είναι φίλοι. Συμμάχους να κάνουμε όσους είναι γενναίοι και δίκαιοι συγχρόνως. Η αρετή είναι όπλο αναφαίρετο. Είναι προτιμότερο να αντιμαχόμαστε όλους τους κακούς μαζί με λίγους καλούς παρά λίγους καλούς με πολλούς κακούς. Να προσέχουμε τους εχθρούς, γιατί είναι οι πρώτοι που αντιλαμβάνονται τα σφάλματά μας. Τον δίκαιο πρέπει να τον εκτιμούμε περισσότερο από συγγενή. Η αρετή είναι ίδια για άνδρες και γυναίκες. Τα αγαθά είναι καλά, τα κακά αισχρά. Όλα τα κακά να τα θεωρούμε ξένα προς εμάς.
Το ασφαλέστερο τείχος είναι η φρόνηση, γιατί ούτε γκρεμίζεται ούτε προδίδεται. Τα τείχη πρέπει να κατασκευάζονται από τη δική μας αδούλωτη σκέψη. Δίδασκε σε ένα γυμναστήριο στο Κυνόσαργες, λίγο πιο πέρα από τις πύλες, γι’ αυτό πολλοί λένε ότι από κει πήρε το όνομα κυνικός. Ο ίδιος επονομαζόταν Απλοκύων.
Από όλους τους ο Σωκρατικούς ο Θεόπομπος αυτόν μόνο επαινεί και εξαίρει την σπουδαία λεκτική ικανότητα του, χάρη στην οποία μπορούσε να πείσει οποιονδήποτε. Τούτο φαίνεται και από τα συγγράμματά του και από το Συμπόσιο του Ξενοφώντα.
Ο Αντισθένης υπήρξε το πρότυπο της απάθειας του Διογένη, της εγκράτειας του Κράτη και της καρτερικότητα του Ζήνωνα. Αυτός έθεσε τα θεμέλια της πολιτείας τους. Ο Ξενοφών λέει γι’ αυτόν ότι στις ομιλίες του ήταν πολύ ευχάριστος, στα υπόλοιπα όμως ήταν πολύ εγκρατής. Αναφέρονται 10 τόμοι συγγραμμάτων του.
Πέθανε από αρρώστια. Ο Διογένης που τον επισκέφθηκε του είπε: “Μήπως χρειάζεσαι φίλο;” Κάποια άλλη φορά που τον είχε επισκεφθεί κρατώντας ένα μικρό ξίφος και εκείνος είπε: “Ποιος θα με απαλλάξει από τους πόνους;”, ο Διογένης δείχνοντας το ξίφος είπε “αυτό”. “Από τους πόνους είπα, όχι από τη ζωή.” Εξαιτίας της αγάπης που είχε για τη ζωή ήταν υπομονετικός με την αρρώστια.
Πηγή: Διογένης Λαέρτιος, Άπαντα (Βίοι Φιλοσόφων, Βιβλίο ΣΤ), Εκδόσεις Κάκτος, Τόμος 3

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου