Μαρία Πολυδούρη: Φαντασία στο τραγούδι μιας νυχτερινής κιθάρας
σμίξαν. Τὸ μεσονύχτι μεθυσμένοι
περάσαν μ᾿ εὐθυμία.
Καὶ τώρα στὴ γαλήνη εἶνε ἁπλωμένη
ρεμβαστικὴ ματιά, ἡ μελαγχολία.
Δυὸ δέντρα ἀναπολοῦνε
μία νύχτα καταιγίδας, ποὺ οἱ κορφές τους
ἐρωτικὰ μπλεχτῆκαν
καὶ στὴν ἀνάμνησή τους ξεπετιέται
λυγμὸς ἀπὸ χορδὲς ποὺ δονηθῆκαν.
- Στὸν ὕπνο σου κόρη γλυκειά...
Ἕν᾿ ἀνοιχτὸ παράθυρο
στὸ ἁγιόκλημα πνιγμένο
κ᾿ ἡ κόρη κρίνο, μὲ τὸ φῶς
τοῦ φεγγαριοῦ ντυμένο.
- Τοῦ τραγουδιοῦ μου ἡ φωνή...
Κι᾿ ἀγγίζει στὸν ἀμύριστο
κάλυκα τῆς καρδιᾶς της
σὰν ὄνειρον ἀθώας χαρᾶς
ὁ πρῶτος ἔρωτάς της.
Καὶ λίγο λίγο σκοτεινιάζει τὸ ἄλσος.
Στὸ κυπαρίσσι στάθηκε ἡ Σελήνη
βαθιὰ συλλογισμένη.
Ὁ Ἀπρίλης πιὰ βαρέθηκε νὰ δίνη
φιλιά. Φεύγει κ᾿ ἡ Νύχτα κουρασμένη.
Ὅλα σιγῆσαν μόνο γιὰ νὰ μείνη
τὸ φλογερὸ παράπονο:
- Γιατί μ᾿ ἔχεις σ᾿ αἰώνια τυράννια...
τὸ κλάμα τῆς κιθάρας ποὺ ἀνεβαίνει
πρὸς τὴ χλωμὴ Σελήνη, πρὸς τὰ οὐράνια...

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου