Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Ποίηση

Μελισσάνθη - Ποίηση είναι μια λέξη συνώνυμη με τη Δημιουργία

Εικόνα
  Ποίηση είναι μια λέξη συνώνυμη με τη Δημιουργία. Αλλά, γιατί απ' όλες τις τέχνες και τις επιστήμες του ανθρώπου, ο έντεχνος λόγος έχει το προνόμιο να λέγεται Ποίηση και ο λειτουργός της, Ποιητής; Νομίζω, πρόκειται για έναν θεμελιώδη διαχωρισμό, ανάμεσα στην ιδιότητα του ποιητή και σ' όλες τις άλλες ανθρώπινες ιδιότητες. Έναν διαχωρισμό που ανταποκρίνεται στον διπλό τρόπο πού έχουμε τη δυνατότητα να βλέπουμε το αντικείμενο: Τον ανιδιοτελή και τον χρησιμοθηρικό. Γι αυτό κι ο παραπάνω διαχωρισμός θα πρέπει να έχει την αρχή του από πολύ παλιά. Ίσως, από τότε πού ο άνθρωπος πρωτοκοίταξε τον κόσμο, πού συνειδητοποίησε την καταστροφική του δύναμη πάνω στα πράγματα και τούς άλλους και φοβήθηκε. Περιέβαλε, τότε, τον Ποιητή και το λειτούργημά του με ιερότητα, σαν δύναμη αντισταθμιστική. Και πραγματικά, όσο απομακρυνόμαστε απ' τις αρχαϊκές κοινωνίες προς τούς νεώτερους χρόνους, τόσο βλέπουμε τον Κόσμο -κατά το βαθμό πού ο ρόλος του ποιητή περιορίζεται σε σημασία- ν' αρχίζει να κ...

Γιάννης Ρίτσος - Ἀπροσάρμοστοι

Εικόνα
Τέτοια ζωὴ μᾶς μέλλονταν, νὰ γράφουμεν ἐπιστολὲς ποὺ νὰ μὴ στέλνουμε ἀπὸ μίαν ἀξήγητη δειλία μονάχα νὰ τὶς δένουμε σὲ κορδελίτσες παρδαλὲς καὶ νὰ τὸ βρίσκουμε καὶ τοῦτο ἀσήμαντη ἀσχολία. Νὰ πάλλεται βαθιὰ ἡ καρδιά, ποὺ ἄξια εἴτανε γιὰ τὰ καλά, κι ὅμως νὰ ζοῦμε πάντοτε στὴ σκοτισμένη ἀφάνεια· οἱ ταπεινοὶ πατώντας μας νὰ δείχνουν μέτωπο ψηλὰ καὶ τὰ δικά μας ἄπρεπα νὰ φέρουνε στεφάνια. Τὸ πρόσωπό μας νὰ φορεῖ φρίκης γκριμάτσα τραγική, φιλάρεσκα ν᾿ ἀφήνουμε νὰ λὲν πὼς μᾶς πηγαίνει νὰ βλέπουμε νὰ φεύγει ἡ ζωὴ μακριά μας ξένη, βιαστικὴ καὶ νὰ περνᾶμε, ἀθόρυβα μισώντας, μισημένοι. Τὸ κάθε τί, καὶ πιὸ πολὺ τ᾿ ὄνειρο, νὰ μᾶς τυραγνᾷ τὰ βλέμματα τῶν διαβατῶν στὰ μάτια μας λεκέδες. Περήφανοι νὰ δείχνουμε κι ὅμως τὰ χέρια μας τ᾿ ἁγνὰ νὰ κράτησαν καὶ νὰ κρατοῦν ἀκόμα μενεξέδες. Νὰ λαχταροῦμε σὰν παιδάκια εὐαίσθητα κι ἀσθενικὰ -δικαίωση καὶ παρηγοριὰ τῆς ζωῆς μας- τὴν ἀγάπη κι ἂν κάποτε τὴ βρήκαμε νὰ μᾶς προσμένει μυστικὰ ὅμως τὸ χέρι ν᾿ ἁπλωθεῖ ζητώντας την ἐντράπη. Τὰ ...

Γεώργιος Βιζυηνός: Το Μπαλουκλί (Τα ψάρια της Ζωοδόχου Πηγής)

Εικόνα
Σαράντα μέρες πολεμά ο Μωχαμέτ να πάρη την Πόλη την μεγάλη. Σαράντα μέρες έκαμεν ο 'γούμενος το ψάρι στα χείλη του να βάλη. Απ' τες σαράντα κι ύστερα, πεθύμησε να φάγη τηγανισμένο ψάρι. – Αν μας φυλάγ' η Παναγιά καθώς μας'ε φυλάγει, την Πόλη ποιος θα πάρη; Ρίχτει τα δίχτυα στον γιαλό, τρία ψαράκια πιάνει, – Θεός να τα βλογήση! Το λάδι βάλλει στην φωτιά μες στ' αργυρό τηγάνι, για να τα τηγανίση. Τα τηγανίζ' από την μια, και πά' να τα γυρίση κι από το άλλο μέρος. Ο παραγιός του βιαστικά πετά να του μιλήση, και τάχασεν ο γέρος! – Μην τηγανίζης, γέροντα, και μόσχισε το ψάρι στην Πόλη την μεγάλη! Την Πόλη την εξακουστή οι Τούρκοι έχουν πάρει, μας κόβουν το κεφάλι! – Στην Πόλη Τούρκου δεν πατούν κι Αγαρηνού ποδάρια! Με φαίνεται σαν ψεύμα! Μ' αν είν' αλήθεια το κακό, να σηκωθούν τα ψάρια να πέσουν μες στο ρεύμα! Ακόμ' ο λόγος βάσταγε, τα ψάρι' απ' το τηγάνι, την μια μεριά ψημένα, πηδήξανε κι επέσανε ...

Ζακ Πρεβέρ - Ποιήματα

Εικόνα
Ο κακός μαθητής Ο κακός μαθητής Λέει όχι με το κεφάλι Μα λέει ναι με την καρδιά Λέει ναι σε όσους αγαπάει Λέει όχι στον καθηγητή Είναι όρθιος Τον ρωτούν Και όλα τα προβλήματα έχουν δοθεί Ξαφνικά τον πιάνουν ακατάσχετα γέλια Και τα σβήνει όλα Τα ψηφία και τις λέξεις Τις ημερομηνίες και τα ονόματα Τις φράσεις και τους γρίφους Και παρά τις φοβέρες του καθηγητή  Κάτω από τα γιουχαΐσματα των καλών μαθητών  Με κιμωλίες όλων των χρωμάτων Πάνω στον μαυροπίνακα της δυστυχίας  Ζωγραφίζει το πρόσωπο της ευτυχίας. Αυτός ο έρωτας Τόσο βίαιος Τόσο εύθραυστος Τόσο τρυφερός Τόσο απελπισμένος Αυτός ο έρωτας Όμορφος σαν την μέρα Κι απαίσιος σαν τον καιρό Όταν ο καιρός είναι απαίσιος Αυτός ο έρωτας τόσο αληθινός Αυτός ο έρωτας τόσο όμορφος Τόσο ευτυχισμένος Τόσο χαρούμενος Και τόσο μηδαμινός Που τρέμει από φόβο σαν παιδί στο σκοτάδι Και τόσο σίγουρος για τον εαυτό του Σαν ήρεμος άντρας τη νύχτα Αυτός ο έρωτας που έκανε τους άλλους να φοβούνται Που τους έκανε να...

Μαρία Πολυδούρη: Φαντασία στο τραγούδι μιας νυχτερινής κιθάρας

Εικόνα
Ὁ Ἀπρίλης κ᾿ ἡ Σελήνη μέσα στὸ ἄλσος σμίξαν. Τὸ μεσονύχτι μεθυσμένοι περάσαν μ᾿ εὐθυμία. Καὶ τώρα στὴ γαλήνη εἶνε ἁπλωμένη ρεμβαστικὴ ματιά, ἡ μελαγχολία. Δυὸ δέντρα ἀναπολοῦνε μία νύχτα καταιγίδας, ποὺ οἱ κορφές τους ἐρωτικὰ μπλεχτῆκαν καὶ στὴν ἀνάμνησή τους ξεπετιέται λυγμὸς ἀπὸ χορδὲς ποὺ δονηθῆκαν. - Στὸν ὕπνο σου κόρη γλυκειά... Ἕν᾿ ἀνοιχτὸ παράθυρο στὸ ἁγιόκλημα πνιγμένο κ᾿ ἡ κόρη κρίνο, μὲ τὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ ντυμένο. - Τοῦ τραγουδιοῦ μου ἡ φωνή... Κι᾿ ἀγγίζει στὸν ἀμύριστο κάλυκα τῆς καρδιᾶς της σὰν ὄνειρον ἀθώας χαρᾶς ὁ πρῶτος ἔρωτάς της. Καὶ λίγο λίγο σκοτεινιάζει τὸ ἄλσος. Στὸ κυπαρίσσι στάθηκε ἡ Σελήνη βαθιὰ συλλογισμένη. Ὁ Ἀπρίλης πιὰ βαρέθηκε νὰ δίνη φιλιά. Φεύγει κ᾿ ἡ Νύχτα κουρασμένη. Ὅλα σιγῆσαν μόνο γιὰ νὰ μείνη τὸ φλογερὸ παράπονο: - Γιατί μ᾿ ἔχεις σ᾿ αἰώνια τυράννια... τὸ κλάμα τῆς κιθάρας ποὺ ἀνεβαίνει πρὸς τὴ χλωμὴ Σελήνη, πρὸς τὰ οὐράνια...

Γιάννης Ρίτσος: Σημειώσεις στα περιθώρια του χρόνου

Εικόνα
Απρίλης: Άνοιξη! Δυο σταγόνες θάλασσα τα μάτια σου. Μια καρδερίνα ανεβοκατεβαίνει σ’ έναν ξύλινο σταυρό.” “… Ένα καροτσάκι τέσσερις Απρίληδες το σέρνουν στο στρατί – στρατί του γαλαξία, τέσσερις Απρίληδες με σέρνουν μες στον ουρανό». 

Κωστής Παλαμάς: Ο Απρίλης κ' η αυγή

Εικόνα
Ταίρι νιόνυφο προβαίνει Ο Απρίλης κι η Αυγή. Να του στρώσει το προσμένει Νυφικό κρεβάτι η Γη. Χίλια δώρα ετοιμάζει Για το ταίρι π' αγαπά. Τα ξεθάφτει, και χαλάζι Πλούτη ατίμητα σκορπά. Εις τους κήπους άνθη χύνει Και πουλιά στις λαγκαδιές, Στα πουλιά τραγούδια δίνει, Και στα άνθη ευωδιές. Στο χλωρό χορτάρι αρνάκια Να χαρούνε προσκαλεί Και δυο τρία συννεφάκια Ντύνει με λευκή στολή. Τη δροσιά κάνει να λάμπει Σα διαμάντι στα κλαριά, Άνθος φτερωτό την κάμπη, Αεράκι το βοριά. Και τα δέντρα φουντωμένα, Πράσινα βαθιά, ανοιχτά, Μόλις βγήκαν νιοβαμμένα, Απ' τα χέρια της κι αυτά. Είν' η λίμνη πιο γαλάζια, Πιο καθάρια η ρεματιά, Πιο πολλά έχ' η κόρη νάζια, Και ο έρωτας ψευτιά... Ταίρι νιόνυφο προβαίνει Ο Απρίλης κι η Αυγή Να του στρώσει το προσμένει Νυφικό κρεβάτι η Γη.

Τ.Σ. Έλιοτ: Έρημη χώρα

Εικόνα
Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές. Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς. Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιέ του Ανθρώπου,  Να πεις, ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος,  Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,  Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,  Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;

Οδυσσέας Ελύτης: Θυμάμαι ήταν Απρίλης

Εικόνα
“… Θυμάμαι ήταν Απρίλης όταν ένιωσα πρώτη φορά το ανθρώπινο βάρος σου Το ανθρώπινο σώμα σου πηλό κι αμαρτία Όπως την πρώτη μέρα μας στη γη Γιόρταζαν τις αμαρυλλίδες- Μα θυμάμαι πόνεσες Ήτανε μια βαθιά δαγκωματιά στα χείλια Μια βαθιά νυχιά στο δέρμα κατά κει που χαράζεται Παντοτινά του ο χρόνος Σ’ άφησα τότες Και μια βουερή πνοή σήκωσε τ’ άσπρα σπίτια Τ’ άσπρα αισθήματα φρεσκοπλυμένα επάνω Στον ουρανό που φώτιζε μ’ ένα μειδίαμα. Τώρα θα ‘χω σιμά μου ένα λαγήνι αθάνατο νερό Θα ‘χω ένα σχήμα λευτεριάς ανέμου που κλονίζει Κι εκείνα τα χέρια όπου θα τυραννιέται ο Έρωτας Κι εκείνο το κοχύλι σου όπου θ’ αντηχεί το Αιγαίο.” (Ο. Ελύτης, Προσανατολισμοί, Ίκαρος)

Μιγέλ ντε Ουναμούνο - Castilla

Εικόνα
Castilla Εσύ μʼ ανεβάζεις ψηλά γη της Καστίγια μέσα στη ζαρωμένη του χεριού σου παλάμη, στον ουρανό που σε πυρώνει και σε δροσίζει, στον ουρανό, που κύρης σου είναι. Γη νευρώδης, καθάρια, κατάστεγνη, μάνα από χέρια και από καρδιές , παλιά χρώματα το παρόν μέσα σου παίρνει μιας ευγενούς εποχής που ʽχει παρέλθει. Με το θολωτό τʼ ουρανού σου λιβάδι συνορεύουν οι γύρω γυμνές πεδιάδες, σε σένα έχει λίκνο ο ήλιος και μνήμα σε σένα και σε σένα προσκύνημα. Είναι μια κορυφή η καμπύλη σου έκταση όλη κι εντός σου νιώθω να ʽμαι ψηλά στα ουράνια κορφής αέρας είναι αυτός που αναπνέει εδώ, μέσα στα χέρσα σου μέρη. Βωμέ απέραντε , γη της Καστίγια στον αέρα ετούτο τα άσματα μου θʼ αφήσω και άμα σου πρέπουν θα κατεβούνε στον κόσμο από ένα ύψος μεγάλο πολύ.

Ράινερ Μαρία Ρίλκε - Σβήσε τα μάτια μου

Εικόνα
(σε μετάφραση του Κωστή Παλαμά) Σβήσε τα μάτια μου, μπορώ να σε κοιτάζω, τ’ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ.  Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ‘ρθω σ’ εσένα,  και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.  Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,  σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.  Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι.  Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ  μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.

Σεργκέι Αλεξάντροβιτς Γεσένιν - Οι σταγόνες

Εικόνα
Όμορφες είναι οι μαργαριταρένιες σταγόνες σε μια ηλιόλουστη μέρα Όταν λάμπουν στα χρυσά τόξα Ωστόσο, σε θλιμμένο καιρό, σε υγρά παράθυρα, Τρέμουν σαν σταγόνες μούχλας μαύρου φθινόπωρου. Οι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι στην λήθη ∙ (Μου είπαν) Το ανάστημα τους στα μάτια των άλλων Δεν έχει σημασία, ούτε τα βραβεία αυτού του κόσμου. (Είναι άνθρωποι που ζουν εδώ, ή εκεί πέρα; Αναρωτιέμαι.) Οι σταγόνες του φθινόπωρου πλημμυρίζουν τις καρδιές, τις φλέβες, Και τις ψυχές με θλίψη∙ περιπλανιούνται Ενώ ήσυχα γλιστρούν στα τζάμια των παράθυρων, Ποια διασκέδαση ζητούν, τι χαρά; Αναρωτιέμαι … Δυστυχισμένοι άνθρωποι, συντριμμένοι από τη ζωή, συχνά γεμάτο Το μέλλον τους με ψυχικούς πόνους περασμένων χρόνων, Αν η χαρά ανακουφίζει τη θλίψη και θεραπεύει την ψυχή, Γιατί θυμούνται τα θλιβερά, και όχι τις ευτυχισμένες στιγμές; Πηγή:  poiein.gr

Σεργκέι Αλεξάντροβιτς Γεσένιν - Γράμμα στη μητέρα μου

Εικόνα
Είσαι ακόμη ζωντανή ,αγαπητή μανούλα μου; Κι εγώ είμαι ζωντανός επίσης .Γεια! Γεια! Ας έχεις πάντα από πάνω σου μέλι, Και την απίστευτη λάμψη του βραδινού φωτός. Μου είπαν ότι κρύβοντας την ανησυχία σου, Στεναχωριέσαι πολύ για μένα, Πηγαίνεις έξω στην άκρη του δρόμου κάθε βράδυ Τυλιγμένη με την παλιά σου ζακέτα. Στο σκοτάδι της νύχτας, πολύ συχνά, Βλέπεις την παλιά σκηνή του αίματος: Ένα είδος καυγά με κάποιο τυχοδιώκτη Που μου χώνει ένα Φινλανδικό μαχαίρι στην καρδιά. Ηρέμησε τώρα ,μανούλα! Και μη λυπάσαι! Όλα είναι επώδυνη φαντασία απʼ άκρη σʼ άκρη. Δεν είμαι ,πραγματικά, τόσο κακός μέθυσος, Ώστε να πεθάνω χωρίς να σε δω. Δεν είναι τίποτα, να είσαι βέβαιη, αγάπη μου, Όλα αυτά δεν είναι παρά ένας εφιάλτης. Η ψυχή μου δεν είναι τόσο σάπια Που να μπορώ να πεθάνω χωρίς να σε δω! Είμαι, όπως πάντα ,ο τρυφερός σου γιος, αγαπημένη μου, Και το μόνο πράγμα που ονειρεύομαι τώρα Είναι νʼ αφήσω αυτή τη ζοφερή πλήξη εδώ Και να ξαναγυρίσω στο μικρό μας σπίτι. Και πώ...

Σεργκέι Αλεξάντροβιτς Γεσένιν - [Αντίο ωραίες περιπλανήσεις μου]

Εικόνα
Δε λυπούμαι, δεν κλαίω, δε φωνάζω, Όλα θα περάσουν, σαν απ’ τις μηλιές άσπρη καπνιά. Μες στο χρυσάφι της φθοράς όλο βουλιάζω, Δε θα ‘μαι νέος πια ποτέ ξανά. Αλλιώτικα πια θα χτυπάς, καρδιά μου, τώρα, Που το κύμα σε αγγίζει της κρύας παγωνιάς, Κι η στρωμένη με της λεύκας το βαμβάκι χώρα Δε θα σε προκαλεί ξυπόλυτος να τριγυρνάς. Αλήτικη διάθεση, όλο και πιο αραιά Ταράζεις για λίγο στα χείλη τη φωτιά. Ω, για πάντα χαμένη μου φρεσκάδα, Αίσθημα του πάθους, του ματιού αγριάδα. Τώρα πια οι επιθυμίες έχουν στερέψει. Ζωή μου, ή μήπως σ’ έχω ονειρευτεί; Σάμπως σε ροζ άλογο να έχω τρέξει Μέσα από την άνοιξη ένα πρωί. Στον κόσμο αυτό είμαστε όλοι περαστικοί, Απ’ του σφένδαμνου τα φύλλα ο χαλκός αργά κυλά… Ας είναι, λοιπόν, ευλογημένο το καθετί, Που του έλαχε ν’ ανθίσει και να πεθάνει μια φορά. Πηγή:  bibliotheque.gr

Νικολάι Νεκράσοφ - Αγαπώ

Εικόνα
Τον εαυτό μου βάναυσα περιφρονώ, Γιατί τις μέρες μου ανώφελα περνώ, Γιατί τις ικανότητές μου δεν έχω δοκιμάσει πουθενά, Και καταδίκασα τον εαυτό μου ανελέητα, στυγνά. Όλο τα ίδια κοπανώντας: είμαι αδύναμος, δειλός! Σαν σκλάβος όλη τη ζωή σερνόμουν οικειοθελώς. Γιατί, φτάνοντας στα τριάντα μου όπως όπως Και ούτε καν λεφτά εμάζεψα ακόπως, Να σέρνονται γονατιστά στα πόδια μου οι βλάκες, Και να ζηλεύουν άγρια ακόμα και οι πλουτοκράτες. Τον εαυτό μου βάναυσα περιφρονώ, Γιατί κανένα δεν αγάπησα και τη ζωή μου σπαταλώ, Γιατί έχω ανάγκη ν’ αγαπώ..., γιατί λατρεύω όλες τις ψυχές, Όμως περιπλανιέμαι σαν ένα αγρίμι δυστυχές. Γιατί μέσα μου έχω μίσος ανεξήγητο και φοβερό, Αλλά όταν αρπάζω το μαχαίρι, νεκρώνει το χέρι... 1846 Πηγή:  pegas1.eu

Νικολάι Νεκράσοφ - Κακό τραγούδι

Εικόνα
Υποτάσου, ω! τιποτένια φυλή Στην αναπόφευκτη και μαύρη μοίρα. Σας παραμόρφωσε η αλαζονεία τυφλή Σε καταστροφική σπείρα. Ακόμη δεν πεθάνατε, είστε μισοζωντανοί, Ενώ για κατορθώματα, από καιρό νεκροί. Για αγαθές προθέσεις, λογοδιάρροια κενή Και πιθανότητα να πετύχετε, πολύ μικρή. Πηγή:  pegas1.eu

Τάσος Λειβαδίτης - Παραμονή Χριστουγέννων

Εικόνα
Παγωνιά στον ουρανό ένα χρώμα βρόμικης φανέλας στεκόμαστε στη γραμμή όρθιοι κάποιος χνωτίζει τα νύχια του κάποιος δαγκώνει τα δάχτυλά του ένα παιδί με σπυριά δίπλα σου δε μιλάει κρυώνει ένα χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα κι εκείνο κρυώνει καθώς μας πλευρίζουν τα καμιόνια μια μυρουδιά μπενζίνας οι πόρτες που ξανακλείνουνε ο λοχαγός έχει δυο μάτια από κατράμι η φωνή του μες απ’ τις μύτες του σηκωμένου γιακά ένας-ένας ακούει τ’ όνομά του και βγαίνει αντίο, αντίο το χώμα τρίζει κάτω απ’ τις αρβύλες κάποιος σηκώνει το χέρι του τίποτ’ άλλο το παιδί με τα σπυριά προχωράει στη θέση του μένουν δυο χνάρια από αρβύλες που σε λίγο θα σβήσει η βροχή ένα χέρι γλιστράει το ρολόι του στην παλάμη σου δε θα μου χρειαστεί, λέει — αντίο το χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα κρυώνει ακόμα. Ξεκινάνε τα φορτηγά. Είκοσι άνθρωποι κουβαριασμένοι μες σ’ ένα αντίσκηνο δε μπορείς να σαλέψεις ούτε τη γλώσσα σου μα είναι πολλά τα χέρια να μοιράσεις την πίκρα σου πολλ...

Τάσος Λειβαδίτης - Η Γέννηση

Εικόνα
Εν’ άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα. Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό. “Είδες”, μου λέει, “γεννήθηκε η ευσπλαχνία”. Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ,  γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα ‘χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό. Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, Τόμος 3 1979-1990, Εκδόσεις Μετρονόμος