Το 1920, ένα μετασκευασμένο επιβατικό ατμόπλοιο περιέρχεται στην ιδιοκτησία της «Ηπειρωτικής Ατμοπλοΐας» και φέρει το όνομα «Πόπη». Το «Πόπη» ήταν ένα παλαιό σε ηλικία σκαρί, που όταν εντάχθηκε στην εταιρεία του Ποταμιάνου μετρούσε ήδη σαράντα χρόνια ζωή. Είχε ξεκινήσει ως ιδιωτική θαλαμηγός αναψυχής και αφού άλλαζε διαρκώς ιδιοκτήτες κατέληξε να μετασκευαστεί σε πλοίο ακτοπλοΐας.
Το πλοίο
Το «Πόπη», χωρητικότητας 600 τόνων και μήκους 62 μέτρων (186 πόδια), ανέπτυσσε ταχύτητα 9-10 μιλίων την ώρα και όπως έγραψε η εφημερίδα «Ελεύθερος Ανθρωπος» ήταν «ανασφάλιστον, ως άλλωστε είναι ανασφάλιστα όλα τα σκάφη της Ακτοπλοΐας διά λόγους οικονομιών».
Αρχικά, το πλοίο ονομαζόταν «Sayonara» και είχε αμερικανική σημαία. Το 1919 αγοράστηκε από τους Αθαν. Σπ. Βαλλιάνο κατά 75% και Γεράσιμο Φωκά, ιατρό στο Παρίσι, κατά 25%, ύψωσε την ελληνική σημαία και μετονομάστηκε σε «Κεφαλληνία».
Μετά από λίγους μήνες η κυριότητά του περιήλθε στον Γεώργιο Ποταμιάνο κατά 80% και στους αδελφούς Ευστάθιο και Ηλία Βλασσόπουλο κατά 20% και μετονομάστηκε σε «Πόπη». Το 1929 περιήλθε ολόκληρο στην Ηπειρωτική Ατμοπλοΐα (Χρήστος Ε. Ντούνης, «Τα ναυάγια στις ελληνικές θάλασσες», τόμος Α', εκδόσεις FINATEC, σελ. 413).
Το ατύχημα
Το «Πόπη» στις 27 Νοεμβρίου του 1934 εξόκειλε στη νησίδα «Κασίδι» που απέχει περίπου τριακόσια μέτρα από τις βραχονησίδες «Φλέβες» και ένα μίλι μετά το ακρωτήριο «Μικρό Καβούρι» που δεν είναι άλλο από το ακρωτήριο που εκτείνεται μετά το Λαιμό της Βουλιαγμένης. Το πλοίο ήταν φορτωμένο, τουλάχιστον επισήμως, με 122 επιβάτες (τόσα ήταν τα εισιτήρια που είχαν εκδοθεί, ενώ αργότερα θα αποδειχθεί ότι οι επιβάτες έφταναν τους 140 καθώς πολλοί είχαν εκδώσει εισιτήριο μέσα στο πλοίο) αλλά και με εμπορεύματα -μεταξύ των οποίων και τυριά- και πλοίαρχο τον Γεώργιο Πιλάλη. Το πλοίο θα εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς, Σύρο, Πάρο, Νάουσα Πάρου, Νάξο, Φολέγανδρο, Σίκινο, Οία, Ίο, Θήρα, Ανάφη, Αμοργό, Αιγιάλη, Σχοινούσα, Ηρακλειά, Κουφονήσια, και επιστροφή μέσω Νάξου, Πάρου, Σύρου, για να καταπλεύσει κάποτε στον Πειραιά από όπου αναχώρησε!

Το πλοίο προσέκρουσε στη νησίδα Κασίδι
Όταν το «Πόπη» προσέκρουσε, τόσο οι αξιωματικοί του πλοίου όσο και το πλήρωμα φρόντισαν να δώσουν προτεραιότητα στην εκφόρτωση των τυριών που το πλοίο μετέφερε πάνω στη βραχονησίδα, παρά στη διάσωση των επιβατών. Μετά την προσάραξη άρχισε να παίρνει κλίση προς τα δεξιά ενώ οι επιβάτες του προσπαθούσαν να σωθούν μόνοι τους. Κανείς δεν βρέθηκε να τους οδηγήσει στο κατάστρωμα. Αυτή η απουσία του πληρώματος την ώρα του κινδύνου επέτεινε την σύγχυση, ενώ μια φωνή μέσα στο σκοτάδι ακούστηκε: «Πνιγόμαστε, σωθείτε όπως μπορείτε».
Οι τρεις αξιωματικοί γέφυρας του «Πόπη» πάνω στο ξερονήσι που έριξαν το καράβι, αναμένουν να τους πάρουν για τον Πειραιά. Πίσω τους στοιβαγμένα κεφάλια από τυριά που φρόντισαν οι άνδρες του πληρώματος να βγάλουν την ίδια στιγμή που οι επιβάτες πνίγονταν!
Παρότι το πλοίο ουδέποτε βυθίστηκε ολόκληρο, έντεκα επιβάτες πνίγηκαν από τον πανικό που επικράτησε. Τρεις χωροφύλακες που βρέθηκαν να συνοδεύουν κρατουμένους στην Ανάφη, άναψαν κλεφτοφάναρα με τα οποία ο κόσμος κατάφερε να δει και να εξέλθει. Αρκούσε μια οδηγία και μόνο για να εξέλθουν οι επιβάτες και να αποβιβαστούν στην κυριολεξία περπατώντας απλά στη διπλανή στεριά της βραχονησίδας του «Κασιδιού». Σημειωτέον ότι το ατμόπλοιο «Πόπη» δεν διέθετε συσκευή ασύρματου τηλέγραφου.
Οι ναυαγοί του «Πόπη» φτάνοντας στον Πειραιά με σπαραγμό και οδύνη μεταφέρουν τις εικόνες χάους και πανικού που επικράτησαν κατά τη διάρκεια της πρόσκρουσης.
Η προσάραξη του πλοίου, μεταξύ άλλων προκάλεσε και την έντονη διαμαρτυρία του Συνδέσμου Ραδιοτηλεγραφητών οι οποίοι εξέδωσαν διαμαρτυρία «δια τα όσα συνέβησαν με το Α/Π «Πόπην» κύρια όμως για το γεγονός ότι τα ακτοπλοϊκά σκάφη μέχρι τότε δεν έφεραν ασύρματο τηλέγραφο. Ο πανικός που επικράτησε κατά την εγκατάλειψη του πλοίου, καθώς η πρόσκρουση έγινε νύχτα, βοήθεια από το πλήρωμα δεν υπήρξε, τηλέγραφο το πλοίο δεν διέθετε, έμεινε βαθιά χαραγμένη για πάντα στη μνήμη του ναυτικού κόσμου και των νησιωτών ώστε η έκφραση «έγινε της «Πόπης»», έγινε ταυτόσημη με τον πανικό και την αταξία της νύχτας του ναυαγίου.
Η ρυμούλκηση
Λίγες μέρες μετά το ατύχημα, στις 13 Δεκεμβρίου, ξεκίνησαν οι εργασίες για την ανέλκυση του πλοίου και τη ρυμούλκησή του στον Πειραιά. Η διαδικασία έγινε με επιτυχία από το ρυμουλκό «Μαριγώ Μάτσα» με τη ρήτρα «no cure, no pay» (κυριολεκτικά σημαίνει «όχι θεραπεία, όχι αμοιβή». Είναι μορφή σύμβασης διάσωσης, στην οποία ο διασώστης δεν παίρνει αμοιβή εάν δεν καταφέρει να διασώσει το πλοίο).
Η εφημερίδα «Ακρόπολις» σε εκτενές ρεπορτάζ είχε γράψει ότι το «Πόπη» «θ’ αποτραβηχτεί ως την δεξαμενήν του Πειραιά προς γενικήν διάλυσιν». Ποιος να φανταζόταν ότι σύντομα το πλοίο θα επισκευαζόταν, θα μετονομαζόταν σε «Ηπειρος» και θα συνέχιζε τα δρομολόγιά του σε άλλη γραμμή μέχρι το 1940, απασχολώντας κατά καιρούς με τα… κατορθώματά του.
Και δεν έφτανε μόνο αυτό αλλά αφού το πλοίο ρυμουλκήθηκε στον Πειραιά και επισκευάστηκε με μερικές μόνο επιδιορθώσεις, δρομολογήθηκε στη γραμμή Πάτρα, Ζάκυνθο, Αργοστόλι, Ληξούρι. Σύντομα όμως και σε αυτή την γραμμή το «Πόπη» προσάραξε θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο για δεύτερη φορά τους επιβάτες του. Έλεγαν ότι λόγω υψηλού κέντρου βάρους το πλοίο ήταν ευάλωτο στις απότομες κλίσεις. Δεν ήθελε και πολύ ώστε η έκφραση του ναυαγίου, να επανέλθει και πάλι, αφού ο ναυτικός κόσμος μιλούσε εκ νέου για της «Πόπης» τα κατορθώματα!
Καθώς λοιπόν της «Πόπης» τα κατορθώματα…. λάμβαναν διαστάσεις, ο κόσμος απέφευγε να ταξιδεύει με αυτό το πλοίο αφού ένιωθε ανασφαλής. Οι επιβάτες που είχαν γνωρίσει την εμπειρία ενός ταξιδιού με το «Πόπη», εξιστορούσαν τις εμπειρίες τους από το παραλίγο μοιραίο ταξίδι τους. Τότε το πλοίο άλλαξε για να αποσυνδεθεί από το κακό ιστορικό του, μετονομάσθηκε σε «Ήπειρος». Με την ονομασία αυτή αποτέλεσε ένα από τα πλοία της εταιρείας «Ηπειρωτική», στην οποία επίσης την περίοδο του Μεσοπολέμου ανήκαν τα πλοία «Ελβίρα», «Κίμων», «Πέτρος», «Τάσος» και «Φωκίων». Όμως οι επιβάτες για να το ξεχωρίζουν -λόγω του κακού του ιστορικού- συνέχιζαν να το αποκαλούν με το αρχικό του όνομα, «Πόπη», αφού αποτελούσε πλέον φόβητρο για όποιον ταξίδευε με αυτό.
Τα αίτια του ατυχήματος
Ο Τίμος Μωραϊτίνης, μια πολύπλευρη και θρυλική προσωπικότητα των Γραμμάτων, σε επιφυλλίδα του στο «Εθνος» (φ. 29.11.1934), με τίτλο «Τα άγραφα», σημείωνε μεταξύ άλλων:
«Το ναυάγιον των Φλεβών είναι ακριβώς αυτό που λένε: “Επνίγηκε σε μια γουλιά νερό”. Και δεν υπάρχει μεγαλυτέρα ειρωνεία από ένα τέτοιον πνιγμόν. (…) Να ναυαγή κανείς εις τον ωκεανόν ή εις μιαν φουρτουνιασμένην θάλασσαν, είναι μια συμφορά που ημπορεί και να την φοβήται, αλλά να ναυαγή και να πνίγεται έξω από τον Πειραιά και μέσα εις την γαλήνην, αυτό είναι, όπως λένε, από τα άγραφα, από εκείνα δηλαδή που δεν έχει γράψει η μοίρα».
Αξιοσημείωτο είναι ότι στο ατμόπλοιο «Πόπη», όπως αναδείχθηκε στα ρεπορτάζ των εφημερίδων, αθροίζονταν σχεδόν όλοι οι παράγοντες επικινδυνότητας που μπορεί να υπάρχουν σε ένα πλοίο. Και συγκεκριμένα:
① Υπήρχαν ερωτήματα για το εάν λειτουργούσε σωστά η πυξίδα του, το βασικότερο ναυτιλιακό βοήθημα εκείνη την εποχή.
② Δεν είχε καλή ευστάθεια, με αποτέλεσμα μέσα σε λίγα λεπτά από την έναρξη της εισροής υδάτων να πάρει κλίση.
Σε αυτό φαίνεται ότι έπαιξαν ρόλο α) οι υπερκατασκευές που είχαν τοποθετηθεί στα καταστρώματα για την αύξηση της χωρητικότητάς του, με αποτέλεσμα να αλλάξει το κέντρο βάρους και β) η έλλειψη υδατοστεγών θυρών, με αποτέλεσμα τα νερά που εισέρρευσαν να κατακλύσουν ταυτόχρονα τους χώρους του.
③ Δεν είχε ασύρματο τηλέφωνο ή τηλέγραφο, διότι κάτω από την πίεση των εφοπλιστών οι κυβερνήσεις είχαν εξαιρέσει απ’ αυτή την υποχρέωση τα πλοία χωρητικότητας κάτω των 1.000 τόνων.
Οπως έγραφε σε άρθρο του ο πρόεδρος των ραδιοτηλεγραφητών, Λυκούργος Γεωργόπουλος, το 1919 θεσπίστηκε νόμος που επέβαλλε σε όλα τα ατμόπλοια να εγκατασταθεί σταθμός ασύρματου τηλέγραφου και να προσληφθούν δύο ραδιοτηλεγραφητές (νόμος 1831). Ομως, δύο χρόνια αργότερα ο ίδιος υπουργός εξέδωσε νέο νόμο με τον οποίο εξαίρεσε απ’ αυτή την υποχρέωση τα ατμόπλοια της ακτοπλοΐας.
Ιδιαίτερα αρνητικοί ήταν οι εφοπλιστές στην τοποθέτηση ασύρματου τηλέγραφου διότι θα έπρεπε να προσλάβουν και ασυρματιστές.
Η έλλειψη ασυρμάτου είχε αποτέλεσμα οι αρχές να πληροφορηθούν το ναυάγιο μόλις το μεσημέρι της επόμενης μέρας όταν έφτασαν στον Πειραιά μερικοί ναυαγοί με το πλοίο «Λέων», που τους περισυνέλεξε από τη βραχονησίδα.
④ Είχε ελλιπή σωστικά μέσα καθώς η Ελλάδα δεν είχε κυρώσει μέχρι τότε τη Διεθνή Σύμβαση για την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα (SOLAS), που είχε θεσπιστεί το 1917, με αφορμή το ναυάγιο του «Τιτανικού» και με τις αναγκαίες επικαιροποιήσεις ισχύει μέχρι σήμερα.
«Η Ελλάς αφήνει τον πληθυσμόν της να πνίγεται χάριν των εφοπλιστών του τραστ, οι οποίοι πείθουν το εκάστοτε καθεστώς να μένη ασυγκίνητον, διά να μην υποβληθούν οι κύριοι αυτοί εις έξοδα! Να μην τυχόν και δαπανήσουν καμμιά δεκάρα για βάρκες και σωσίβια ενώ κερδίζουν σωρούς εκατομμυρίων από τη ράχιν του κόσμου», έγραφε σε άρθρο της η εφημερίδα «Ελεύθερος Ανθρωπος».
⑤ Δεν είχε εφεδρική ηλεκτρογεννήτρια κινδύνου, που προβλεπόταν από τότε.
⑥ Ο πλοίαρχος Γ. Πιλάλης θέλοντας να συντομεύσει τον χρόνο του ταξιδιού προσπάθησε να διέλθει μέσα από το στενό Φλεβών και Φλεβοπούλας και δεν κατευθύνθηκε κυκλικά των Φλεβών, αν και, όπως έγραφε το «Εθνος», «ο διά μέσου των νησίδων διάπλους αποφεύγεται συστηματικώς κατά τας ασελήνους και ανάστρους νύκτας του χειμώνος ως εις άκρον επικίνδυνος».
Ομως, εκείνο που αποκάλυπτε τις «αμαρτωλές» σχέσεις κυβερνήσεων-εφοπλιστών ήταν το εξής:
Το «Πόπη» είχε κατασκευαστεί το 1880 σε ναυπηγεία της Σκοτίας. Δηλαδή, τη μέρα του ατυχήματος ήταν 54 ετών!
Σύμφωνα με τους νόμους 5304/32 και 5570/32, με τους οποίους καθιερώθηκε όριο ηλικίας τα 50 χρόνια, το πλοίο έπρεπε να έχει παροπλιστεί (με τους ίδιους νόμους απαγορεύτηκε η νηολόγηση σε πλοία ηλικίας άνω των 20 ετών).
Ωστόσο, 7 πλοία, ανάμεσά τους και το «Πόπη», εξαιρέθηκαν από τις διατάξεις του νόμου και συνέχισαν να ταξιδεύουν. Κατά σύμπτωση (;) τα πέντε από τα επτά πλοία ανήκαν σε εταιρείες που μετείχαν στο πανίσχυρο ακτοπλοϊκό τραστ…
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου