Γιαννούλης Χαλεπάς
Ο Γιαννούλης Χαλεπάς γεννήθηκε στην Τήνο στις 24 Αυγούστου 1851 και ήταν γόνος οικογένειας φημισμένων τηνίων μαρμαρογλυπτών. Ο πατέρας του, Ιωάννης, και ο θείος του είχαν μεγάλη οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής με παραρτήματα στο Βουκουρέστι, την Σμύρνη και τον Πειραιά. Ο Γιαννούλης, ο μεγαλύτερος από τα πέντε αδέλφια του, είχε έφεση στην μαρμαρογλυπτική και βοηθούσε τον πατέρα του στα έργα που ετοίμαζε ο τελευταίος για διάφορες εκκλησίες. Οι γονείς του τον προόριζαν για έμπορο, αλλά ο ίδιος τελικά αποφάσισε να σπουδάσει γλυπτική.
Το 1869 όταν αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα (έμεναν στην οδό Μαυρομιχάλη, στο κέντρο της πόλης), γιατί ο Γιαννούλης έπρεπε να σπουδάσει στο Σχολείο των Τεχνών, όπως έλεγαν τότε τη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου, με δάσκαλο τον Λεωνίδα Δρόση.
Η Αθήνα είχε τότε πολλά μαρμαρογλυφεία και το πιο μεγάλο και γνωστό ήταν εκείνο των αδελφών Φυτάλη στην οδό Ακαδημίας, απέναντι ακριβώς από την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής. Αμέσως μόλις έφτασαν στην Αθήνα ο πατέρας Χαλεπάς πήρε το γιο του Γιαννούλη και πήγαν και είδαν τον μεγαλύτερο από τους αδελφούς Φυτάλη, τον Γεώργιο που τους υποδέχτηκε εγκάδρια. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ενθουσιάστηκε και επισκέφθηκε μάλιστα αργότερα και άλλους Τηνιακούς που είχαν εγκαταστήσει τα εργαστήρια τους στην Αθήνα, όπως ήταν οι αδελφοί Μαλακατέ στη γωνία Σταδίου και Κοραή. Ναι, τα εργαστήρια μαρμάρου ήταν κοντά στο παλάτι, αλλά σε περιοχές που ακόμη δεν είχαν αναπτυχθεί, όπως η Σταδίου και η Ακαδημίας.
Ο Χαλεπάς πήγε στο Σχολείο των Τεχνών και κατέπληξε τους δασκάλους του. Μέσα σε ένα χρόνο περνάει δύο τάξεις και το 1873 παίρνει υποτροφία σε ηλικία 19 ετών (από το Πανελλήνιο Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου) για να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου με δάσκαλο τον Μαξ φον Βίντμαν (Max von Windmann). Κατά την διάρκεια της παραμονής του στο Μόναχο, εξέθεσε τα έργα του Το παραμύθι της Πεντάμορφης και Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα, για τα οποία και βραβεύθηκε. Παρουσίασε επίσης τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, μαζί με το ανάγλυφο της Φιλοστοργίας, στην Έκθεση των Αθηνών το έτος 1875. Μετά από δύο χρόνια και αφού έχει εντυπωσιάσει τους Γερμανούς καθηγητές, το Ίδρυμα της Τήνου διακόπτει την υποτροφία. Η πίκρα του είναι αβάσταχτη. Κλονίζεται η υγεία του. Παλεύει και με τη βοήθεια κάποιου φίλου του Έλληνα συνεχίζει τελικά τις σπουδές του στο Μόναχο με πολλές στερήσεις. Παίρνει το πτυχίο του σε τρία χρόνια, καλύπτοντας σπουδές επτά ετών.
Το 1876 επέστρεψε στην Αθήνα, όπου άνοιξε δικό του εργαστήριο. Το 1877 ολοκλήρωσε στο μάρμαρο τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, και τον ίδιο χρόνο άρχισε να δουλεύει το πιο διάσημο γλυπτό του, την Κοιμωμένη για τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Την Κοιμωμένη του από το πήλινο πρόπλασμα την μετέφεραν αργότερα με το γλύφανό τους στο μάρμαρο οι μαρμαρογλύπτες Χαμηλός και Αλεξάκης.
Τον χειμώνα του 1877 προς 1878, ο Χαλεπάς υπέστη νευρικό κλονισμό. Χωρίς κανέναν προφανή λόγο, άρχισε να καταστρέφει έργα του, ενώ επιχείρησε κατ' επανάληψη να αυτοκτονήσει. Σήμερα γνωρίζουμε ότι τα αίτια της ψυχασθένειάς του ήταν η τελειομανία του, η υπερκόπωση από την αδιάκοπη εργασία και ένας ατυχής έρωτας για μία νεαρή συμπατριώτισσά του, που την ζήτησε σε γάμο και οι γονείς της αρνήθηκαν να του την δώσουν. Αγαπούσε την Μαριγούλα Χριστοδούλου, ανιψιά ενός Τήνιου βουλευτή. Την άνοιξη του 1878 η κατάσταση του επιδεινώνεται. Ωστόσο, εκείνη την εποχή, με την ψυχολογία και την ψυχιατρική ακόμα στα πρώτα τους στάδια, οι γονείς του Χαλεπά και οι γιατροί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα βαθύτερα αίτια της ψυχασθένειας του νεαρού γλύπτη.
Ο πατέρας του με τον αδελφό του έχουν φύγει για να δουλέψουν στη Μικρά Ασία. Η μάνα του αρχίζει να ανησυχεί και ο γιατρός την ενημερώνει για την υποψία του του ότι ίσως ο Γιαννούλης έχει ψυχοπάθεια. Σπεύδει αμέσως να στείλει γράμμα στον άντρα της κι όταν αυτός μετά από πολλές μέρες έρχεται στην Αθήνα, μπαίνει στο σπίτι της οδού Μαυρομιχάλη και την βλέπει να είναι ερείπιο. Ο γιος του δούλευε στο εργαστήρι και όταν τον αντίκρισε ξέσπασε σε κλάματα.
Ο γιατρός πρότεινε ως θεραπεία ένα ταξίδι στα λουτρά της Λούτζας στη Μικρά Ασία κοντά στα Αλάτσατα, εκεί που δούλευαν ο Χαλεπάς πατέρας με τον άλλο γιο. Η πρώτη εικόνα βελτίωσης δεν είχε συνέχεια καθώς χειροτέρευσε και έκανε μια απόπειρα αυτοκτονίας. Οι γιατροί στην Αθήνα προτείνουν τον εγκλεισμό του σε ψυχιατρείο αλλά η μητέρα του αντέδρασε και αντιπρότεινε ένα ταξίδι στην Ιταλία. Έμειναν στη Φλωρεντία ένα μήνα και μετά ταξίδεψαν στη Ρώμη. Ο Γιαννούλης θαυμάζει τα έργα Ιταλών γλυπτών και δείχνει να είναι ευχαριστημένος από αυτή την αλλαγή. Καταλήγουν στη Νάπολη της Ιταλίας, πηγαίνουν στην Πομπηία και στα τέλη του 1879 επιστρέφουν στην Ελλάδα.
Με την επιστροφή του στην Ελλάδα άρχισαν ξανά τα συμπτώματα: καταβύθιση στην σιωπή, απομόνωση, παραμιλητό και αναίτιο γέλιο.
Καθώς η κατάστασή του επιδεινώνονταν συνεχώς, το 1888, οι γιατροί διέγνωσαν «άνοια» και οι δικοί του αποφάσισαν να τον κλείσουν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Στο Ψυχιατρείο, ο Χαλεπάς αντιμετωπίστηκε με τον σκληρό τρόπο που αντιμετώπιζαν όλους τους ψυχασθενείς την εποχή εκείνη: οι γιατροί και οι φύλακες είτε του απαγόρευαν να σχεδιάζει και να πλάθει, είτε του κατέστρεφαν οτιδήποτε εκείνος είχε δημιουργήσει και είχε κρύψει στο ερμάριό του. Λέγεται πως από όσα προσπάθησε να δημιουργήσει μέσα στο Ψυχιατρείο ένα μόνον έργο σώθηκε, κλεμμένο από κάποιον φύλακα και παραπεταμένο στα υπόγεια του ιδρύματος, όπου ξαναβρέθηκε τυχαία το 1942.
Έμεινε στο ίδρυμα περίπου 14 χρόνια μέχρι τις 4 Ιουνίου 1902, οπότε ξαναγύρισε στην Αθήνα. Φάνηκε σαν να είχε ξαναβρεί τον εαυτό του. Τότε μάλιστα πήγε και στο εργαστήρι του γλύπτη Δημήτριου Φιλιππότη, που ήταν στην οδό Πατησίων λίγα μέτρα πριν από το Πολυτεχνείο.
Η οικογένεια δεν έμεινε πολύ στην Αθήνα. Γύρισαν πάλι στην Τήνο, αλλά πλέον ο πατέρας του είχε πεθάνει, ένας αδελφός του είχε αυτοκτονήσει, η αδελφή του είχε επίσης ψυχολογικά προβλήματα και η μητέρα του έδειχνε γερασμένη εξαιτίας αυτής της κατάστασης. Στην Τήνο τον Γιαννούλη Χαλεπά επισκέφθηκαν πολλοί διακεκριμένοι γλύπτες. Φρόντισαν να τον βοηθήσουν. Έπιασαν ακόμη και Αθηναίους δημοσιογράφους να γράψουν για το γλύπτη. Ωστόσο η μητέρα του που πίστευε ότι η πηγή των προβλημάτων του ήταν η τέχνη, δεν του επέτρεπε να δημιουργεί γλυπτά. Στην ουσία, ήταν πια ο τρελός του χωριού, που ζούσε φτωχικά βόσκοντας πρόβατα. Το 1916 πέθανε η μητέρα του. Ο Γιαννούλης ήταν 62 χρονών. Μετά την απώλεια της μάνας του, λυτρώθηκε καθώς σταδιακά επέστρεψε στη γλυπτική και δεν ασθένησε ξανά.
Το 1923, ο Θωμάς Θωμόπουλος, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και θαυμαστής του Χαλεπά, αντέγραψε σε γύψο πολλά έργα του γλύπτη για να τα παρουσιάσει στην Ακαδημία Αθηνών το 1925. Η έκθεση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να βραβευθεί ο γλύπτης το 1927 με το Αριστείο των Τεχνών. Το γνήσιο ταλέντο του αλλά και η φήμη του τρελού γλύπτη που ξαναβρήκε τα λογικά του τον καθιέρωσαν ως τον «Βαν Γκογκ», τον «Ροντέν» ή τον «Πικάσο» των νεωτεριστών καλλιτεχνών. Το 1928 πραγματοποιήθηκε δεύτερη έκθεση έργων του στο Άσυλο Τέχνης, και το 1930, με την επιμονή μιας ανεψιάς του, ο γλύπτης αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Αθήνα.
Το 1930 έρχεται στην Αθήνα κι ξαναβλέπει την αγαπημένη του Νεάπολη. Στα 76 του ξεκινά μια νέα ζωή. Φιλοξενείται στο σπίτι των ανιψιών του Βασίλη και Ειρήνης Χαλεπά, στην οδό Δαφνομήλη 35 στην πλαγιά του Λυκαβηττού. Ο Χαλεπάς στήνει ένα νέο εργαστήριο και αρχίζει να δουλεύει το μάρμαρο. Τα τελευταία του χρόνια είναι πολύ δημιουργικά. Στο σπίτι στην οδό Δαφνομήλη έζησε μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου 1938.
Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ήταν και παραμένει μια κορυφαία μορφή στην νεότερη ελληνική Τέχνη. Τα έργα του — εκ των οποίων περισώθηκαν περίπου 150 — είναι κλασικά στην σύλληψή τους. Ωστόσο, κατά τον Στάντη Ρ. Αποστολίδη, η γεωμετρικότητα αυτών των έργων προϊδεάζει νεοτερικές τάσεις.
Εκείνο πάντως που μπορεί να εκτιμήσει και ο πιο ανίδεος παρατηρητής των γλυπτών του Χαλεπά είναι η εκφραστικότητα των προσώπων και των σωμάτων — είτε πρόκειται για έναν Σάτυρο, είτε για την Μήδεια με τα παιδιά της, είτε πρόκειται για την νεαρή Κοιμωμένη. Από αυτή την άποψη ο Χαλεπάς στέκεται ισάξιος ενός Ροντέν. Το έργο του Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα (1877) είναι φτιαγμένο από μάρμαρο ύψους 1,35 μ. και βρίσκεται στην Εθνική Γλυπτοθήκη στην Αθήνα. Σ' αυτό το νεανικό έργο του ο Χαλεπάς συνδυάζει την παράδοση της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής με στοιχεία από το ρομαντισμό και το ρεαλισμό.
Από την άλλη πλευρά, αυτά που έλεγαν οι νεωτεριστές καλλιτέχνες και τεχνοκριτικοί του μεσοπολέμου — πως ήταν πρωτοπόρος σαν τον Πικάσο και τους κυβιστές και άλλα όμοια — μοιάζουν μάλλον υπερβολικά. Το γιατί ειπώθηκαν αυτές οι υπερβολές, θα πρέπει μάλλον να το αποδώσουμε στην προσπάθεια των νεωτεριστών να εδραιώσουν την δική τους στροφή προς την ψυχανάλυση, τον υπερρεαλισμό και όλες τις παρόμοιες καλλιτεχνικές τάσεις μέσα από το παράδειγμα του «αναρρώσαντος φρενοβλαβούς» Χαλεπά. Πάντως η νεοελληνική γλυπτική βρήκε την κορυφαία έκφρασή της στο έργο του Γιαννούλη Χαλεπά, που εξελίχτηκε αργότερα σε έναν εντελώς προσωπικό δημιουργό μοναδικής ποιότητας.
Πολλοί τον θεώρησαν αντάξιο ξένων κορυφαίων καλλιτεχνών και παρά τις υπερβολές που ακούστηκαν, το ταλέντο του αναγνωρίστηκε καθολικά και τα έργα του παραμένουν ανεκτίμητης αξίας.
Πηγή: wikipedia, mixanitouxronou.gr

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου