Αριστοφάνης - Πλούτος: Αποσπάσματα
ΚΑΡΙΩΝ:
Ω ∆ία και θεοί, τι βάσανο που είναι να γίνει κανείς δούλος σε τρελό αφεντικό. Αν τύχει αλήθεια, ο δούλος να συµβουλεύσει τα πιο φρόνιµα και δε θελήσει εκείνος που τον έχει να τα εφαρµόσει, ό,τι κακό συµβεί θα έχει κι ο δούλος το µερίδιό του. Γιατί η µοίρα δεν αφήνει ο κύριος να ορίζει το κορµί του, αλλά εκείνος που τ' αγόρασε. Καλά όλα αυτά, µα κι ο Λοξίας (= Απόλλωνας) που δίνει χρησµούς απ' το χρυσό τρίποδα, βρίσκω αλήθεια πως έχει τούτο το ψεγάδι, πως ενώ είναι γιατρός και σοφός, καθώς λένε, µάντης, άφησε τον αφέντη µου να φύγει ζαλισµένος τόσο που ακολούθησε ένα στραβό άνθρωπο, και κάνει τ' ανάποδο απ' ό,τι έπρεπε να κάµει. Αλήθεια, εµείς που βλέπουµε οδηγάµε τους τυφλούς, κι όµως αυτός τον ακολουθεί, και µ' αναγκάζει και µένα να κάνω το ίδιο, αν και σε ό,τι τον ρωτάµε δεν µας δίνει την παραµικρή απάντηση.
Στίχοι 1 - 17
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Καλά, δε θα σου κρύψω τίποτα, γιατί από τους δούλους µου σε θεωρώ τον πιο πιστό και τον πιο φρόνιµο κλέφτη. Εγώ, µολονότι ήµουν θεοφοβούµενος και δίκαιος άνθρωπος, δυστυχούσα και ήµουνα φτωχός.
ΚΑΡΙΩΝ:
Το ξέρω.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Κι άλλοι πλούτιζαν, που ήσαν ιερόσυλοι, ρήτορες και συκοφάντες και παλιάνθρωποι.
ΚΑΡΙΩΝ:
Σύµφωνοι.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Πήγα λοιπόν στο µαντείο να το ρωτήσω, όχι για εµένα τον δύστυχο, που σχεδόν µου φαίνεται πως πια έχω φάει τα ψωµιά µου, αλλά για το γιο µου που τον έχω µονάκριβο, για να µάθω µήπως πρέπει να αλλάξει τρόπους και να γίνει κατεργάρης, άδικος, δίχως ιερό και όσιο, γιατί, καθώς µου φαίνεται, αυτό είναι που συµφέρει στη ζωή.
ΚΑΡΙΩΝ:
Και τι είπε ο Φοίβος (= Απόλλωνας) από τον τρίποδα;
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Άκου να δεις. Ξεκάθαρα ο θεός µου είπε τα εξής: Όποιον πρωτοσυναντήσω, καθώς θα έβγαινα, µε πρόσταξε να µην τον παρατήσω πια, παρά να τον καταφέρω να µε ακολουθήσει στο σπίτι.
ΚΑΡΙΩΝ:
Και ποιον λοιπόν πρωτοσυνάντησες;
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Αυτόν εδώ.
ΚΑΡΙΩΝ:
Καλά, και δεν καταλαβαίνεις τι εννοεί ο θεός, αφού σου λέει, ολοφάνερα, να µορφώσεις το γιο σου κατά τα εγχώρια έθιµα;
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Από πού το κρίνεις αυτό;
ΚΑΡΙΩΝ:
Εννοεί ότι κι ένας τυφλός ξέρει τι είναι το σωστό. Ότι δηλαδή στην εποχή µας, συµφέρον είναι, τίποτα υγιές να µην κάνει κανείς.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
∆εν έχει αυτό το νόηµα ο χρησµός. Έχει κάποιο άλλο, σπουδαιότερο.
Στίχοι: 26 - 51
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Κι αυτό το δυστύχηµα πως το έπαθες; Για πες µου.
ΠΛΟΥΤΟΣ:
Ο ∆ίας µου το σκάρωσε από φθόνο των ανθρώπων. Γιατί εγώ όταν ήµουν νέος τον φοβέρισα πως θα πήγαινα µονάχα στους δίκαιους και στους σοφούς και στους τίµιους. Κι αυτός µου έβγαλε τα µάτια, για να µη διακρίνω κανέναν απ' αυτούς. Τόσο εκείνος φθονεί τους καλούς ανθρώπους.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Και όµως µόνο απ' τους καλούς τιµάται και από τους δίκαιους.
ΠΛΟΥΤΟΣ:
Σύµφωνοι.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Και δε µου λες, αν ξαναβρείς το φως σου όπως πρώτα, θα φεύγεις µετά µακριά απ' τους κακούς;
ΠΛΟΥΤΟΣ:
Άκου, λέει!
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Και θα πηγαίνεις µε τους δίκαιους;
ΠΛΟΥΤΟΣ:
Βεβαιότατα. Γιατί έχω πολύ καιρό να τους δω.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
∆ιόλου παράξενο, αφού ούτε εγώ τους βλέπω που έχω και τα µάτια µου.
Στίχοι: 86 - 99
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Και συ, σε παρακαλώ, κάνε µου τη χάρη και µη µου φύγεις. Γιατί δε θα βρεις, όσο κι αν ζητήσεις, άνθρωπο πιο περιποιητικό από µένα, µα το ∆ία, άλλος σαν κι εµένα δεν υπάρχει.
ΠΛΟΥΤΟΣ:
Όλοι τα ίδια λένε. Μα όταν µε πάρουν στ' αλήθεια και γίνουν πλούσιοι, αυτοί δείχνουν την πιο µεγάλη κακία.
Στίχοι: 103 - 209
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Κι όλα τα πράγµατα µη δε γίνονται για σένα; Γιατί µόνος εσύ είσαι όλων η αιτία, και των κακών και των καλών, να το ξέρεις.
Στίχοι: 181 - 183
[...]
ΠΛΟΥΤΟΣ:
Εγώ, ένας και µόνος µπορώ να κάνω τόσα πράγµατα;
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Ναι µα τον ∆ία, κι απ' αυτά πολύ περισσότερα. Τόσο που κανένας ποτέ δεν σ' έχει χορτάσει. Όλα τ' άλλα, βλέπεις τα χορταίνει κανείς. Τον έρωτα…
ΚΑΡΙΩΝ:
Τα ψωµιά…
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Τη µουσική…
ΚΑΡΙΩΝ:
Τους µεζέδες…
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Τις τιµές…
ΚΑΡΙΩΝ:
Τις πίτες…
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Την ανδραγαθία…
ΚΑΡΙΩΝ:
Τα σύκα…
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Τη φιλοδοξία…
ΚΑΡΙΩΝ:
Το κριθαρόψωµο…
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Τη στρατηγία…
ΚΑΡΙΩΝ:
Τη φακή…
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Εσένα όµως ποτέ κανένας δε σε χόρτασε, µα αν αποκτήσει δεκατρία τάλαντα, του ανάβει πιο πολύ ο καηµός να έχει δεξαέξι. Κι αν τα βάλει κι αυτά στο χέρι, θέλει σαράντα, ή αλλιώς λέει πως τέτοια ζωή δεν υποφέρεται.
Στίχοι: 186 - 197
ΠΛΟΥΤΟΣ:
Μα στεναχωριέµαι πολύ να µπαίνω κάθε τόσο σε ξένο σπίτι. Γιατί απ' αυτό ποτέ κανένα καλό δεν είδα. Αν τύχει, αλήθεια, να µπω σε κανενός τσιγκούνη, ευθύς µε χώνει βαθιά µέσα στη γη. Κι αν πάει κανένας καλός άνθρωπος φίλος του να του ζητήσει να του δώσει ένα µικρό ποσόν, σκίζει τα ρούχα του πως δεν µε είδε ποτέ του. Αν τύχει πάλι σε παραλυµένου σπίτι να µπω, µε παραδίνει σε πόρνες και στα ζάρια και σε λίγο µε πετούν γυµνόν έξω απ' την πόρτα.
Στίχοι: 234 - 244
ΒΛΕΨΙ∆ΗΜΟΣ:
∆εν θα πρέπει να φωνάξουµε κανένα γιατρό;
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Και ποιος γιατρός είναι σήµερα στην πόλη; Αφού κακή είναι η αμοιβή κακή και η τέχνη.
ΒΛΕΨΙ∆ΗΜΟΣ:
Για να σκεφτούµε.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Μα δεν υπάρχει κανείς.
ΒΛΕΨΙ∆ΗΜΟΣ:
Έτσι µου φαίνεται κι εµένα.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Μα τον ∆ία, όπως έλεγα εγώ απ' την αρχή, το καλύτερο είναι να τον βάλω να κοιµηθεί στου Ασληπιού.
Στίχοι: 407 - 411
ΠΕΝΙΑ:
Βρε παλιανθρώποι, κακορίζικοι, που τολµάτε έργο θρασύ κι ανόσιο και παράνοµο, που πάτε; Που; Γιατί φεύγετε; Πως δε στέκεστε;
ΒΛΕΨΙΑ∆ΗΣ:
Θεούλη µου!
ΠΕΝΙΑ:
Τώρα να σας ξεµπερδέψω εγώ κακήν κακώς. Γιατί αυτό που τολµήσατε να κάνετε δεν υποφέρεται και όµοιο κανείς άλλος ποτέ δεν έκαµε ούτε θεός ούτε άνθρωπος. Και γι' αυτό πάει, χαθήκατε.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Και ποια είσαι εσύ; Γιατί µου φαίνεσαι χλωµή.
ΒΛΕΨΙ∆ΗΜΟΣ:
Μπορεί να είναι καµιά Ερινύα από τραγωδία. Για δες, κοιτάζει µε τρόπο µανιακό και πολύ τραγικό;
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Μα δεν έχει δάδες.
ΒΛΕΨΙ∆ΗΜΟΣ:
Λοιπόν, κλάψτε την.
ΠΕΝΙΑ:
Ποια νοµίζετε πως είµαι;
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Καµµιά ξενοδόχα ή αυγουλού. Γιατί αλλιώς δεν θα ξεφώνιζες έτσι, χωρίς να σου έχουµε κάµει τίποτα.
ΠΕΝΙΑ:
Έτσι ε; Και µήπως δε µου κάµατε το µεγαλύτερο κακό, αφού ζητάτε να µε διώξετε απ' όλη τη χώρα;
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Και δε σου µένει το βάραθρο; Μα θα έπρεπε να µας πεις αµέσως ποια είσαι.
ΠΕΝΙΑ:
Είµαι εκείνη που θα σας τιµωρήσω σήµερα, γιατί ζητάτε να µ' αφανίσετε απ' εδώ.
ΒΛΕΨΙ∆ΗΜΟΣ:
Μπα; Μην είσαι η ταβερνιάρισσα της γειτονιάς που µε γελάει πάντα στο µέτρηµα;
ΠΕΝΙΑ:
Εγώ είµαι η Φτώχεια που κάθοµαι µαζί σας πολλά χρόνια.
Στίχοι: 415 - 436
ΠΕΝΙΑ:
Τολµάτε και να µουρµουρίζετε, καθάρµατα, που σας έπιασα επ' αυτοφώρω να κάνετε τροµερό έγκληµα;
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Και συ, που κακό χρόνο νάχεις, τι ήρθες και µας βρίζεις χωρίς να σε πειράξουµε καθόλου;
ΠΕΝΙΑ:
Και νοµίζετε πως καθόλου, µα τους θεούς, δε µε πειράζετε, αφού πολεµάτε να κάνετε τον Πλούτο να ξαναβλέπει;
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Και τι σε πειράζουµε µ' αυτό εσένα, αφού καλό ζητάµε να κάµουµε σε όλους τους ανθρώπους;
ΠΕΝΙΑ:
Και τι καλό ζητάτε εσείς;
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Τι καλό; Πρώτα πρώτα να βγάλουµε εσένα έξω απ' την Ελλάδα.
ΠΕΝΙΑ:
Να βγάλετε εµένα έξω; Και τι µεγαλύτερο κακό νοµίζετε πως θα κάνατε στους ανθρώπους;
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Τι; Το µεγαλύτερο κακό θα ήταν να ξεχάσουµε ό,τι έχουµε στο νου να κάνουµε.
ΠΕΝΙΑ:
Ε λοιπόν, γι' αυτό το ζήτηµα θέλω πρώτα πρώτα να µιλήσω. Και αν µεν αποδείξω πως µονάχη εγώ είµαι η αιτία όλων των καλών σε σας, και πως εξ αιτίας µου ζείτε, πάει καλά. Αλλιώς κάνετε ό,τι σας αρέσει.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Και τολµάς, να τα λες αυτά εσύ, αχρειότατη;
ΠΕΝΙΑ:
Μάλιστα, και συ άκουσε να µάθεις. Μπορώ πολύ εύκολα να σου αποδείξω πως πέφτεις εντελώς έξω, αν λογαριάζεις να κάµεις πλούσιους τους τίµιους ανθρώπους.
Στίχοι: 454 - 475
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Εγώ νοµίζω, και σ' όλους επίσης τούτο είναι γνωστό, πως δίκιο είναι οι τίµιοι άνθρωποι να ευτυχούν και το αντίθετο βέβαια να παθαίνουν οι παλιάνθρωποι και οι άθεοι. Αυτό λοιπόν εµείς που το είχαµε καηµό, το βρήκαµε επι τέλους, ώστε να ληφθεί απόφαση όµορφη, σπουδαία και χρήσιµη. Γιατί, αν ο Πλούτος τώρα ξανάβρει το φως του και δε γυρίζει τυφλός, θα πηγαίνει στους καλούς ανθρώπους και δεν θα τους αφήνει πια, µα και θα φεύγει µακριά απ' τους παλιάνθρωπους και τους άθεους. Κι έτσι θα τους κάµει όλους να γίνουν τίµιοι και ν' αποκτήσουν πλούτη σίγουρα και να σέβονται τα θεία. Λοιπόν, ποιος θα µπορούσε να βρει καλύτερο απ' αυτό για τους ανθρώπους;
ΒΛΕΨΙ∆ΗΜΟΣ:
Κανείς. Εγώ µπαίνω µάρτυρας γι' αυτό και αυτήν εδώ µην τη ρωτάς.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Γιατί η ζωή, όπως είναι τώρα σε µας τους ανθρώπους, ποιος δε νοµίζει πως είναι παραλογισµός; Αφού πολλοί απ' τους ανθρώπους που είναι κατεργαρέοι, έχουνε πλούτη που µε αδικίες τα µάζεψαν. Κι άλλοι πολλοί που είναι τιµιότατοι, δυστυχούν και πεινούνε και τον πιο πολύ καιρό µαζί σου (Πενία) είναι. Λοιπόν, εγώ λέω πως, αν ο Πλούτος τα σταµατήσει αυτά ξαναβρίσκοντας το φως του, άλλος κανένας τρόπος δεν υπάρχει να προσφέρει στους ανθρώπους µεγαλύτερα καλά.
Στίχοι: 489 - 506
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Μα εσύ τι άλλο καλό µπορείς να µας δώσεις παρά εγκαύµατα από τη φωτιά του λουτρού και γκρίνιες από γριές κι από παιδιά που πεινάνε; Όσο για τις ψείρες και τα κουνούπια και τους ψύλλους, είναι τόσο πολλά, που δεν λέγεται, κι αυτά βουίζοντας γύρω από το κεφάλι σ' ενοχλούν και σε ξυπνούν και σου λένε: "Θα πεινάς, µα σήκω επάνω". Κοντά σ' αυτά, αντί για ρούχο να έχεις κανένα κουρέλι. Κι αντί κρεβάτι µια στοίβα σχοίνους γεµάτη κοριούς, που δεν αφήνουν να κοιµηθούν όσους πλαγιάζουν. Και αντί για στρωσίδι µια σάπια ψάθα. Και για προσκέφαλο µια µεγάλη πέτρα για ν' ακουµπάς το κεφάλι. Και να τρως αντί ψωµί βλαστάρια από µολόχες και για κριθαρόψωµο φύλλα από λιγνοράπανα, και αντί για σκαµνί να έχεις τον πάτο σπασµένης στάµνας και για σκάφη µια πλευρά πιθαριού, κι αυτή ραγισµένη. Μήπως τυχόν σε παριστάνω πως είσαι η αιτία καλών σε όλους τους ανθρώπους;
ΠΕΝΙΑ:
Μα εσύ δε µιλάς για τη δική µου ζωή. Μας έλεγες για τη ζωή των ζητιάνων.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Μα αλήθεια, λέµε πως η φτώχεια είναι η αδελφή της ανέχειας.
Στίχοι: 535 - 549
ΠΕΝΙΑ:
[...] Μα εµένα η ζωή ούτε είναι, µα τον ∆ία, ούτε θα γίνει σαν κι αυτή. Γιατί η ζωή του ζητιάνου, που λες εσύ, είναι να ζει χωρίς να έχει τίποτα, ενώ του φτωχού είναι να ζει µε οικονοµίες και να κοιτάζει τη δουλειά του, και να µην του περισσεύει µεν τίποτα, µα και τίποτα να µην του λείπει.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Τι ευτυχισµένη, µα τη ∆ήµητρα, που παράστησες τη ζωή του, αφού µε όλες τις οικονοµίες και τους κόπους του δεν θα αφήσει ούτε για να τον θάψουν!
ΠΕΝΙΑ:
Κοιτάς να περιπαίζεις και να κάνεις τον έξυπνο, κι όχι να µιλάς σοβαρά, γιατί δεν ξέρεις πως εγώ φτιάχνω καλύτερους άντρες απ' τον Πλούτο και στο µυαλό και στη µορφή. Αλήθεια, όσοι είναι κοντά σ' αυτόν έχουν ποδάγρα και είναι κοιλαράδες και χοντροπόδαροι και παχείς µέχρις αηδίας. Ενώ κοντά σε µένα είναι λυγεροί, µε µέση δαχτυλίδι και στους εχθρούς φοβεροί.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Από την πείνα ίσως θα τους κάνεις τη µέση δαχτυλίδι.
ΠΕΝΙΑ:
Για τη σωφροσύνη τους τώρα λοιπόν θα µιλήσω και θα σε µάθω πως µαζί µου κατοικεί η σεµνότης, ενώ ο Πλούτος έχει χαρακτηριστικό τη διαφθορά.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Ε, βέβαια, πολύ σεµνό είναι να κλέβει κανείς και να κάνει το διαρρήκτη.
ΒΛΕΨΙ∆ΗΜΟΣ:
Να µα τον ∆ία, αφού πρέπει να µην τον παίρνουν είδηση, πως δεν είναι σεµνός;
ΠΕΝΙΑ:
Για συλλογίσου λοιπόν στις πολιτείες τους ρήτορες που, όταν µεν είναι φτωχοί, φέρνονται τίµια στο δήµο και στην πολιτεία, µα όταν πλουτίσουν από τα δηµόσια χρήµατα, στη στιγµή γίνονται άδικοι, και το λαό επιβουλεύονται και το δήµο πολεµάνε.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Α, όσο γι' αυτούς καθόλου δεν λες ψέµατα, κι ας είσαι µεγάλη κουτσοµπόλα.
Στίχοι: 551 - 571
ΠΛΟΥΤΟΣ:
Και προσκυνάω πρώτα τον Ήλιο, έπειτα τη δοξασµένη γη της σεβαστής Παλλάδας ( = Αθηνά), κι όλη τη χώρα του Κέκροπα ( δηλ. την Αθήνα) που µε δέχτηκε. Ντρέποµαι δα για εκείνο που έπαθα, που δίχως να έχω ιδέα συναναστρεφόµουνα τέτοιους ανθρώπους, ενώ εκείνους που άξιζαν να τους κάνω παρέα τους απέφευγα, χωρίς να ξέρω τι µου γίνεται. Τι έπαθα ο δόλιος! Γιατί βέβαια ούτε εκείνα ούτε τούτα έκανα σωστά. Μα όλα αυτά τώρα εγώ τ' αναποδογυρίζω πάλι και θα δείξω στο εξής σ' όλους τους ανθρώπους πως άθελά µου πρόσφερνα τον εαυτό µου στους κακούς.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Άει στα σκουπίδια! Τι βάσανο είναι αυτοί οι φίλοι που φυτρώνουν στη στιγµή, µόλις κανένας ευτυχίσει. Σου τσιµπούν, καλέ, και σου κόβουν τα ρούχα, δείχνοντας ο καθένας την αγάπη του. Εµένα που λες, και ποιος δεν µε χαιρέτησε; Τι πλήθος από γέρους δεν µε περικύκλωσε στην αγορά;
Στίχοι: 771 - 787
ΓΥΝΑΙΚΑ:
Ω πολυαγαπηµένε µου άνθρωπε, και συ και συ χαίρετε. Έλα τώρα, κατά το έθιµο, να σου χύσω αυτά τα καλούδια στο κεφάλι.
ΠΛΟΥΤΟΣ:
Όχι, όχι. Γιατί µια που µπήκα στο σπίτι την πρώτη φορά και ξαναβρήκα το φως µου, δεν είναι σωστό να γίνω αφορµή για έξοδα παρά µάλλον για έσοδα.
ΓΥΝΑΙΚΑ:
Έτσι λοιπόν, δε θα δεχτείς τα καλούδια;
ΠΛΟΥΤΟΣ:
Μέσα, κοντά στην εστία, όπως είναι συνήθεια. Έτσι θα ξεφύγουµε και τη γελοία σκηνή. Γιατί δεν αρµόζει στον ποιητή να ρίχνει στους θεατές σύκα και καλούδια και µ' αυτά να τους αναγκάζει να γελάνε.
Στίχοι:788 - 799
ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ:
Φροντίζω για όλες τις υποθέσεις, τις δηµόσιες και τις ιδιωτικές.
∆ΙΚΑΙΟΣ ΑΝ∆ΡΑΣ:
Εσύ; Και πως σου ήρθε;
ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ:
Κάνω το σύµβουλο του κόσµου.
∆ΙΚΑΙΟΣ ΑΝ∆ΡΑΣ:
Και πως µπορεί να είσαι τίµιος εσύ, παλιοκλέφτη, αφού γίνεσαι µισητός για δουλειές που δεν είναι δικές σου;
ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ:
Και δεν είναι δική µου δουλειά να ευεργετώ την πόλη, ανόητε, όσο µπορώ;
∆ΙΚΑΙΟΣ ΑΝ∆ΡΑΣ:
Και ευεργεσία είναι να χώνεις παντού τη µύτη σου;
ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ:
Και βέβαια, όταν υποστηρίζει κανείς τους κειµένους νόµους, και δεν επιτρέπει σε κανέναν να τους παραβεί.
∆ΙΚΑΙΟΣ ΑΝ∆ΡΑΣ:
Καλά, και δεν έχει η πολιτεία δικαστές ορισµένους να φροντίζουν γι' αυτό;
ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ:
Και ποιος κάνει τις µηνύσεις;
∆ΙΚΑΙΟΣ ΑΝ∆ΡΑΣ:
Όποιος θέλει.
ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ:
Ε, αυτός είµαι εγώ. Ώστε στη δικαιοδοσία µου υπάγονται οι υποθέσεις της πολιτείας.
∆ΙΚΑΙΟΣ ΑΝ∆ΡΑΣ:
Μα το ∆ία, αχρείο προστάτη βέβαια έχει η πολιτεία. Και δεν σ' αρέσει να κάθεσαι ήσυχος και να ζεις ξέγνοιαστος;
ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ:
Μ' αυτό που λες εσύ είναι ζωή προβάτου, όταν δεν υπάρχει στο βίο καµιά απασχόληση.
∆ΙΚΑΙΟΣ ΑΝ∆ΡΑΣ:
Ούτε θα µπορούσες να αλλάξεις γνώµη;
ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ:
Ούτε, κι αν µου έδινες τον ίδιο τον Πλούτο
Στίχοι: 907 - 925
ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ:
Φεύγω γιατί ξέρω πως είµαι πολύ πιο αδύναµος από εσάς. Μα αν βρω κανένα σύντροφο, έστω κι από συκιάς ξύλο να είναι, τούτον το δυνατό θεό θα σου τον κάµω εγώ σήµερα να καταδικασθεί, διότι παραβιάζει κατάφορα µε το έτσι θέλω τη δηµοκρατία, δίχως τη συγκατάθεση της βουλής ούτε της συνέλευσης.
Στίχοι: 944 - 950
ΚΑΡΙΩΝ:
Μπα; Θ' αφήσεις τους θεούς για να µείνεις εδώ;
ΕΡΜΗΣ:
Αφού εσείς εδώ περνάτε πολύ καλύτερα.
ΚΑΡΙΩΝ:
Και πως; Η λιποταξία σου φαίνεται καλό πράγµα;
ΕΡΜΗΣ:
Πατρίδα, να ξέρεις είναι παντού, όπου κανένας ευτυχεί.
ΚΑΡΙΩΝ:
Και τι δουλειά µπορείς να µας κάνεις αν µείνεις εδώ;
ΕΡΜΗΣ:
Βάλτε µε στην πόρτα να διώχνω τους κλέφτες.
ΚΑΡΙΩΝ:
Να διώχνεις τους κλέφτες; Μα πια δεν έχουνε δουλειά οι κλέφτες εδώ.
ΕΡΜΗΣ:
Βάλτε µε πραµατευτή.
ΚΑΡΙΩΝ:
Μα είµαστε πλούσιοι. Λοιπόν τι ανάγκη έχουµε να τρέφουµε έναν Ερµή µεταπράτη;
ΕΡΜΗΣ:
Ε, τότε πάρτε µε για δόλους.
ΚΑΡΙΩΝ:
Για δόλους; Ας µας λείπουν. ∆εν χρειάζονται τώρα οι δόλοι, παρά οι ειλικρινείς τρόποι.
ΕΡΜΗΣ:
Πάρτε µε να σας δείχνω τους δρόµους.
ΚΑΡΙΩΝ:
Μα ο θεός τώρα βλέπει, ώστε δεν έχουµε ανάγκη από οδηγό.
ΕΡΜΗΣ:
Ε, τότε θα γίνω επόπτης στους αγώνες. Σ' αυτό τι έχεις να πεις; Γιατί αυτό είναι πολύ ταιριαστό στον Πλούτο, να κάνει αγώνες µουσικούς και γυµνικούς.
ΚΑΡΙΩΝ:
Τι καλό πράγµα να έχει κανείς πολλά ονόµατα! Να τώρα αυτός βρήκε τρόπο να ζήσει. Καλά κάνουν όσοι δικάζουν, που συχνά φροντίζουν να γράφονται σε πολλά δικαστήρια.
Στίχοι: 1148 - 1167
ΙΕΡΕΑΣ:
Κανείς πια δεν εννοεί να θυσιάζει.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:
Για ποιο λόγο;
ΙΕΡΕΑΣ:
Γιατί όλοι είναι πλούσιοι. Και όµως τον καιρό που δεν είχαν τίποτε, άλλος ερχόταν, αν ήταν έµπορος, και θυσίαζε ένα σφαχτό γιατί είχε γλυτώσει τη ζωή του, άλλος που ξέφυγε την καταδίκη. Άλλος πάλι θυσίαζε για να πετύχει κάποιο του σκοπό και καλούσε κι εµένα τον ιερέα. Μα τώρα κανείς δεν θυσιάζει τίποτα απολύτως, ούτε µπαίνει σε ναό.
Στίχοι: 1176 - 1184


















Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου