Σαπφώ - Αποφθέγματα
Ο Έρωτας μου τίναξε
το νου, σαν άνεμος του βουνού πού πέφτει στις βαλανιδιές.
(Η δύναμη του έρωτα παραλληλίζεται με την ορμή του ανέμου που λυγίζει τα δέντρα.)
Ήρθες, κι εγώ σε λαχταρούσα,
και δρόσισες την ψυχή μου που ‘καιγε ο πόθος.
Ο ωραίος όσο τον βλέπεις είναι ωραίος,
ενώ ο καλός θα γίνει κι ωραίος.
Όπως το γλυκόμηλο που ροδίζει στην άκρη του κλαδιού
ακρινό στο ακρότατο και το ξέχασαν μηλοκόποι,
μα όχι, δεν το ξέχασαν, αλλά δεν μπορούσαν να το φτάσουν.
Πάλι με λύνει, με δονεί, ο έρωτας,
το γλυκόπικρο απολέμητο ερπετό.
Όπως τον υάκινθο στα βουνά οι βοσκοί
πατούν με βαριά πέλματα, όμως χάμω ακόμη ανθίζει πορφυρός.
Αλλά δεν είμαι απ’ αυτούς με τη μνησίκακη
φύση, έχω αθώα ψυχή.
Πλούτος χωρίς αρετή συγκάτοικος, δεν είναι ακίνδυνος,
η ένωση των δύο κρατάει την κορφή της ευτυχίας.
Βασιλεμένο το φεγγάρι
κι η Πούλια. Μεσάνυχτα,
φεύγει πια η ώρα,
κι εγώ κοιμάμαι μόνη.
(Αν και είναι από τα πιο γνωστά ποιήματα, μεταφρασμένο από πολλούς σύγχρονους Έλληνες ποιητές, παραμένει αβέβαιο αν ήταν της Σαπφούς.)
Έσπερε, που φέρνεις όλα όσα η λαμπρή σκόρπισε αυγή,
φέρνεις το πρόβατο, φέρνεις τη γίδα, φέρνεις στη μάνα το παιδί.
Γλυκιά μου μάνα, δεν μπορώ πια στον αργαλειό να υφαίνω,
ενός νέου με νίκησε ο πόθος απ’ την τρυφερή Αφροδίτη.











Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου