Σοφοκλής - Ηλέκτρα, Αποσπάσματα
Παιδαγωγός:
Ω εκείνου που εστρατήγησε στην Τροία,
του Αγαμέμνονα γιε, τώρα όλα εκείνα
που ελαχταρούσες πάντα, εμπρός σου βλέπεις·
νά το Άργος το παλιό, που όλο ποθούσες,
το άλσος της δύστυχης κόρης του Ινάχου,
κι αυτή ᾽ναι του Θεού τού λυκοκτόνου,
Ορέστη, η αγορά· κι αριστερά μας
νά ο ξακουστός ναός της Ήρας· νά την
που φτάσαμε η πολύχρυση η Μυκήνα, 10
κι αυτό — το αιματοράντιστο παλάτι
των Ατρειδών· απ᾽ όπου, όταν εσφάζαν
τον πατέρα σου μέσα, εγώ σε πήρα
από της αυταδέρφης σου τα χέρια
και σ᾽ έσωσα και σ᾽ έθρεψα μεγάλο,
για να γενείς μια μέρα εκδικητής του.
Τώρα λοιπόν, Ορέστη, και συ απ᾽ όλους
πιο ακριβέ μας, Πυλάδη, πρέπει αμέσως
το τί έχομε να κάμομε να δούμε·
γιατί έσβησαν της μαύρης νύχτας τ᾽ άστρα
και το λαμπρό το φως ξυπνάει του ήλιου
των πουλιών —άκου— τ᾽ αυγινά τραγούδια 20
πρι λοιπόν βγει κανείς απ᾽ το παλάτι,
πάρετε απόφαση, γιατί όπου στέκει
το πράμα, δε σηκώνει αργοπορίες,
μα ο καιρός σπρώχνει στη δουλειά να μπούμε.
Στίχοι 1 - 22
Ορέστης:
Εγώ όταν έφτασα στο Πυθικό
μαντείο ( =Μαντείο των Δελφών), να ρωτήσω με ποιό τρόπο
θα ᾽παιρνα εκδίκηση από τους φονιάδες
του πατέρα μου, μου έδωκεν ο Φοίβος
αυτόν που ευτύς θ᾽ ακούσεις το χρησμό:
«Μόνος σου εσύ, χωρίς στρατό κι ασπίδες,
με δόλο να κλέψεις το δίκαιο φόνο.»
Αφού λοιπόν έχομε τέτοια πάρει
προσταγή του Θεού, κοίτα εσύ νά μπεις,
μόλις θα βρεις βολή, μες στο παλάτι 40
και να μάθεις τί γίνετ᾽ εκεί μέσα,
για να ᾽χομε σωστές πληροφορίες·
έτσι όπως είσαι γέρος ασπρομάλλης
κι από τόσα πια χρόνια, κανείς φόβος
να σε γνωρίσουν, ή υποψία να πάρουν.
Τους λες λοιπόν πως είσαι τάχα ξένος
απ᾽ τη Φωκίδα κι έρχεσαι σταλμένος
από το Φανοτέα, που τους είναι
ο πιο μεγάλος σύμμαχος και φίλος,
να τους φέρεις την είδηση, και μ᾽ όρκο
το βεβαιώνεις μάλιστα, πως πάει
από χαμό ανεπάντεχο ο Ορέστης
στους πυθικούς αγώνες, κυλισμένος
στη γης απ᾽ το άρμα του το τροχοφόρο. 50
Στίχοι: 32 - 50
Ορέστης:
Είδα τόσες φορές να βγαίνει ως τώρα
για τους σοφούς ψεύτικος έτσι λόγος
πως πέθαναν, μα όταν ξανά γυρίσουν
στα σπίτια των, τιμή και πιότερη έχουν
Στίχοι: 64 - 67
Ηλέκτρα:
Ω άγιο φως τ᾽ ουρανού
και συ αγέρα, που ολόγυρα ζώνεις τη γη,
πόσες μ᾽ άκουσες, πόσες φορές
να πικρό-θρηνωδώ 90
κι αιματό-στηθοδέρνομαι
όταν παίρν᾽ η αυγή να χαράζει!
Κι όσο πια για τις ό-λονυχτίες μου,
ξέρ᾽ η αθλία μου η κλίνη, στο σκότεινο
μεσ᾽ αυτό το παλάτι, όσα δάκρυα
για τον άμοιρο χύνω πατέρα μου,
που εκεί κάτω στη χώρα τη βάρβαρη
ο φονιάς δεν τον φίλεψε ο Άρης,
μα η κακούργα μου η μάνα κι ο Αίγιστος,
τ᾽ άξιο ταίρι της, σαν ξυλοκόποι
ένα δέντρο, του σκίσανε
με πελέκι φονικό το κεφάλι,
κι άλλος, έξω από μένα, δε βρέθη κανείς
για να σ᾽ έ-λεηθεί, 100
που με τέτοιο, πατέρα μου, ελεεινό
κι ανάξιο θάνατο πήγες.
Στίχοι 87 - 102
Χορός:
Μ᾽ αχ, απ᾽ τον Άδη —την παντοδόχα τη λίμνη—
πίσω ποτέ τον πατέρα σου δε θα τον φέρεις
ούτε με κλάψες ούτε με δέησες·
κι έξω από καθετί μέτρο σε ανώφελους
πόνους περνάς τη ζωή σου και φθείρεσαι
δίχως, μ᾽ αυτά, στα δεινά σου καμιά
να μπορεί να βρεθεί απαλλαγή.
Γιατί να βρίσκεις χαρά στ᾽ ανυπόφερτα;
Στίχοι: 137 - 144
Χορός:
Ο δόλος ήταν που τα σκέφτηκε,
ο έρωτας που έκαμε το φόνο.
Στίχοι: 197 - 198
Χορός:
Όμως μ’ αγάπη σου μιλώ
σαν μια πιστή μητέρα,
στις συμφορές σου κι άλλη συμφορά να μη γεννάς
Στίχοι 232 - 234
Ηλέκτρα:
Γιατί από πράξεις άσχημες άσχημα μαθαίνει ο καθένας.
Κλυταιμνήστρα:
Ω. πλάσμα αδιάντροπο, αλήθεια εγώ, τα λόγια μου,
οι πράξεις μου σε κάνουν τόσο πολλά να λες;
Ηλέκτρα:
Εσύ τα λες, κι όχι εγώ. Γιατί εσύ τις πράξεις κάνεις,
και οι πράξεις βρίσκουν τα λόγια τους.
Στίχοι 621 - 625
Κλυταιμνήστρα:
Είναι τρομερό παιδιά να κάνεις γιατί, κι αν κακό
σου κάνουν, δεν μπαίνει μίσος στην ψυχή σου γι’ αυτά.
Στίχοι 770 - 771
Ηλέκτρα:
Για το νου σου σε ζηλεύω, για τη δειλία σου σε μισώ.
Στίχος 1027
Ηλέκτρα:
Τίποτε δεν είναι πιο μισητό απ’ την κακή τη σκέψη.
Στίχος 1047
Χορός:
Οι κατάρες ενεργούν, και ζουν
όσοι βρίσκονται κάτω απ’ τη γη.
Γιατί παίρνουν με τρόπο το αίμα οι από παλιά
σκοτωμένοι των φονιάδων τους, που χύνεται κατόπι.
Στίχοι 1418 - 1421












Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου