Έρνεστ Χέμινγουεϊ - Αποχαιρετισμός στα όπλα, Απόσπασμα


Βιβλίο Πρώτο - Κεφάλαιο 1

Στα τέλη του καλοκαιριού εκείνης της χρονιάς μέναμε σ’ ένα από τα σπίτια κάποιου χωριού που έβλεπε κατά τα μακρινά, πέρα απ’ τον ποταμό και την κοιλάδα, βουνά. Η κοίτη του ποταμού ήταν γεμάτη χοχλάδια και βότσαλα που έφεγγαν στον ήλιο άσπρα και στεγνά, αλλά στ’ αρδευτικά χαντάκια το νερό ήταν βολικό και γοργοκυλούσε καθάριο και καταγάλανο. Απ’ το δρόμο, έξω απ’ το σπίτι διάβαιναν ακατάπαυτα στρατιωτικές μονάδες και η σκόνη που σήκωναν πασπάλιζε τα φύλλα των δέντρων. Οι κορμοί τους ήταν κι αυτοί σκονισμένοι και τα φύλλα, τη χρονιά εκείνη, είχαν αρχίσει να πέφτουν κάπως νωρίτερα κι εμείς βλέπαμε τους στρατιώτες που περνούσαν και μάκραιναν στο δρόμο και τη σκόνη που σήκωναν στο διάβα του και τα φύλλα που στριφογύριζαν στον άνεμο κι όταν οι στρατιώτες χάνονταν, ο δρόμος έμενε έρημος και κάτασπρος και σπαρμένος με τα πεσμένα φύλλα.

Η κοιλάδα ήταν πλούσια σε γεννήματα. Είχε πλήθος δεντροπερίβολα και τα βουνά που υψώνονταν πέρα απ’ αυτήν ήταν καφετιά γυμνά. Στις πλαγιές τους δίνονταν μάχες και τις νύχτες βλέπαμε τις λάμψεις απ’ τις κανονιές. Μες στο σκοτάδι έμοιαζαν με καλοκαιριάτικες αστραπές, μα οι νύχτες ήταν δροσερές χωρίς καθόλου σημάδια κάποιας επικείμενης μπόρας.

Άλλες πάλι φορές ακούγαμε τους στρατιώτες που περνούσαν στα σκοτεινά έξω απ’ τα παράθυρά μας και μαζί μ’ αυτούς περνούσαν και κανόνια πού τα ‘σερναν μηχανικοί ελκυστήρες. Τη νύχτα η κίνηση στο δρόμο ήταν πάντα πολύ πυκνή και διάβαιναν ένα σωρό μουλάρια με κάσες πυρομαχικά κρεμασμένες από τις σέλες τους, καθώς και γκρίζα φορτηγά. Αλλά απ’ αυτά κουβαλούσαν στρατιώτες κι αλλά μετέφεραν εφόδια, αλλ’ αυτά είχαν τις καρότσες τους σκεπασμένες με λινάτσες και πήγαιναν πολύ πιο αργά απ’ τ’ αλλά. Κανόνια όμως περνούσαν και την ημέρα κι οι μακριές τους κάνες ήταν σπασμένες με πυκνόφυλλα κλωνάρια και κληματσίδες και κατά παρόμοιο τρόπο ήταν σκεπασμένοι και οι μηχανικοί ελκυστήρες που τα ‘σερναν. Στα βόρεια, πέρα από την κοιλάδα, φαινόταν ένα δάσος από καστανιές και πίσω από αυτό, στην από δω μεριά του ποταμού, διαγραφόταν κάποιο άλλο βουνό. Γίνονταν και σ’ αυτό μάχες που δεν είχαν όμως κανένα αποτέλεσμα και το φθινόπωρο, όταν ήρθαν οι βροχές, οι καστανιές έχασαν όλα τους τα φύλλα και τα κλαδιά έμειναν γυμνά οι κορμοί των δέντρων ξεχώριζαν μαύροι και ολομούσκεφτοι. Τα κλήματα στ’ αμπέλια έστεκαν κακομοιρασμένα και χωρίς φύλλα κι αυτά κι όλη η ύπαιθρος ήταν υγρή και καφετιά και νεκρή εξαιτίας του φθινοπώρου. Πάνω από τον ποταμό πλανιόταν ομίχλη και πάνω απ’ τα βουνά σύννεφα και τα φορτηγά που διάβαιναν τίναζαν γύρω τους λάσπες κι οι στρατιώτες ήταν κι εκείνοι λασπωμένοι και οι χλαίνες τους βρεγμένες και τα όπλα τους μουσκεμένα και οι μπαλάσκες τους, κάτι χοντροκομμένα τετράγωνα κουτιά από γκρίζο δέρμα που ήταν γεμάτα από σφαίρες των εννιάμισι χιλιοστών και τα είχαν αναρτημένα στο μπροστινό μέρος της ζώνης τους και τους έκαναν να μοιάζουν με γκαστρωμένες γυναίκες έτσι καθώς φούσκωναν κάτω από τις χλαίνες στους. 

Περνούσαν ακόμη κάτι μικρά γκρίζα αυτοκίνητα που έτρεχαν με μεγάλη ταχύτητα. Συνήθως πλάι στον οδηγό τους καθόταν ένας αξιωματικός και στο πίσω μέρος τους κάθονταν άλλοι. Τίναζαν περισσότερη λάσπη απ’ ότι, τα φορτηγά κι αν κάποιος από τους αξιωματικούς που κάθονταν στο πίσω κάθισμα ήταν μικρόσωμος και βρισκόταν στριμωγμένος ανάμεσα σε δυο στρατηγούς και δεν έβλεπες το πρόσωπό του αλλά μόνο το πηλίκιο και τη λιγνή του πλάτη και τ’ αυτοκίνητο περνούσε με πολύ μεγάλη ταχύτητα, τότε ήσουν βέβαιος πως ήταν ο ίδιος ο βασιλιάς. Έμενε στο Ούντινε κι ερχόταν κάθε μέρα για να δει πήγαιναν τα πράγματα, αλλ’ αυτά πήγαιναν πολύ άσχημα.

Με το που μπήκε ο χειμώνας η βροχή έγινε κάτι μόνιμο και μαζί μ’ αυτήν ήρθε και η χολέρα. Κατάφεραν όμως να την ελέγξουν και τελικά στο στρατό πέθαναν από αυτήν μόνο επτά χιλιάδες. 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μαλβίνα Κάραλη - Πιο πολύ πιο πολλοί, Απόσπασμα

«Ραντεβού» του Solar Orbiter με τον κομήτη ATLAS

30 Ιουνίου 1913 - Η Σφαγή του Δοξάτου

Ο Θεός αποκαλύπτεται στους λεβέντες

9 - 12 Αυγούστου 1953 - Οι σεισμοί του Ιονίου Πελάγους, Μαρτυρίες ανθρώπων που τους έζησαν

Λουίς ντε Καμόενς - Ο εθνικός ποιητής της Πορτογαλίας