Μάνος Χατζηδάκις - Η μουσική μας μεγαλοφυΐα
Ποτέ δεν πρόκειται να τελειώσει η ανθρώπινη περιπέτεια αλλά και η ανθρώπινη ευπιστία. Πάντα ο άνθρωπος θα πιστεύει πως τα όνειρά του θα δικαιωθούν. Αλλά και πάντα θα αγνοεί πως ο ίδιος καταστρέφει τα όνειρά του με το να ξυπνά κάθε πρωί. Κάθε πρωί κι όχι για πάντα, μια και μόνη φορά. (Μάνος Χατζιδάκις «Ο καθρέφτης και το μαχαίρι» Εκδόσεις Ίκαρος)
Μουσικοσυνθέτης, ποιητής και διανοούμενος, ο μοναδικός Μάνος Χατζιδάκις συνόψισε με τη ζωή και το έργο του την ίδια την έννοια του καλλιτέχνη, του δημιουργού δηλαδή που δεν διστάζει να συγκρουστεί με το κατεστημένο και τα κακώς κείμενα, όντας μέχρι το τέλος βαθύτατα πολιτικός.
Αντιπολιτευόμενος, ανατρεπτικός και ποιητικός, ο αεικίνητος Μάνος Χατζιδάκις ασχολήθηκε με τα πάντα: από το παντοτινά αγαπημένο του πεντάγραμμο μέχρι και περιοδικά, ταινίες, παραστάσεις, βιβλία, καλλιτεχνικά δρώμενα, εταιρίες παραγωγής και πολλά πολλά ακόμα.
Ο τομέας που θα τον ενθρόνιζε όμως στις συνειδήσεις ενός λαού (αλλά και πολύ πιο μακριά από τα στενά σύνορα της Ελλάδας) δεν θα ήταν άλλος από τη μουσική, εκεί που θα βάλει σκοπό να αναμορφώσει όλο το ελληνικό τραγούδι, ανοιγόμενος σε νέους μουσικούς ορίζοντες και καλώντας ταυτοχρόνως σε μεγαλύτερη ελληνικότητα των τραγουδιών των συγχρόνων του.
Αφού πάντρεψε αρμονικά το ελαφρολαϊκό και το ρεμπέτικο με το κλασικό και το λόγιο, ο Χατζιδάκις έγραψε κυριολεκτικά τα πάντα! Ως προσωπικότητα όμως πολύπλευρη και πολυδιάστατη, ασχολήθηκε με πάρα πολλά, περιβάλλοντάς τα όλα με την ευαισθησία και την αναγνωρίσιμη αισθητική του, την αυθεντική λαϊκότητά του δηλαδή που αντιτάχθηκε στον λαϊκισμό και την εμπορευματοποίηση.
Κι έτσι θα ήταν ο Χατζιδάκις, και ο Μίκης Θεοδωράκης φυσικά, που θα ηγούνταν της επανάστασης του ελληνικού τραγουδιού, μέσα από την οποία θα αναγεννιόταν καθαρή η ελληνική μουσική, έχοντας πια τις ρίζες της στη βυζαντινή, δημοτική και λαϊκή μας παράδοση και όχι στις ξενόφερτες επιρροές. Ο Χατζιδάκις χάρισε φτερά στη μουσική του τόπου μας, κάνοντας τη να πετάξει ψηλά…
Δε σας μελαγχολούν τα χρόνια που περνάνε;
Όχι, αν μου λέγατε να τα ξαναζήσω θα με μελαγχολούσε περισσότερο.
Σοβαρά;
Να αντιμετωπίσω τα ίδια λάθη και την ίδια άγνοια για μια ακόμη φορά; Δεν το θέλω.
Έχετε κάνει πολλά λάθη;
Φυσιολογικά, όπως κάθε άνθρωπος.
Είναι πράγματα που λέτε θα ήθελα να μην το είχα κάνει;
Όχι, ομολογώ ότι μ’ αρέσουν και τα λάθη μου. Δε μετανοώ ούτε για τα λάθη μου. Αλλά δε θα ΄θελα να τα ξανακάνω. Όπως δε μετανοώ για τις ωραίες στιγμές μου αλλά δε θα ήθελα να τις ξαναζώ. Με ενδιαφέρουν πολύ οι στιγμές που θέλω να ζήσω παρά αυτές που έζησα.
(Από μια συνέντευξη του Μ. Χατζιδάκι στη Μ. Ρεζάν)
Πρώτα χρόνια
Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννιέται στις 23 Οκτωβρίου 1925 στην Ξάνθη μέσα σε μεσοαστική οικογένεια, ως γιος τοπικού δικηγόρου. Ο μικρός έρχεται από πολύ νωρίς σε επαφή με τη μουσική, καθώς ήδη από τα 4 χρόνια της ζωής του θα βρεθεί να μαθαίνει πιάνο.
Η οικογένεια χωρίζει ωστόσο το 1932 και ο Μάνος κατεβαίνει με τη μητέρα του στην Αθήνα, όταν και θα ξεκινήσουν οι οικονομικές περιπέτειες των δυο τους. Ο πατέρας του πεθαίνει το 1938 και ο ίδιος θα βρεθεί να κάνει μια σειρά από δουλειές του ποδαριού για να συντηρεί τον εαυτό του και τη μητέρα του, να χρηματοδοτεί τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και τη μόνιμη αγάπη του βεβαίως, τη μουσική εκπαίδευση.
Παρά το γεγονός ότι σύντομα θα εγκαταλείψει τις σπουδές φιλοσοφίας, δεν θα κάνει το ίδιο και με το ωδείο που φοιτεί. Ταυτοχρόνως, έρχεται σε επαφή με τη γενιά των καλλιτεχνών και διανοουμένων της εποχής, οι οποίοι λειτουργούν ως μέντορες για τον νεαρό Χατζιδάκι (Σεφέρης, Ελύτης, Γκάτσος, Σικελιανός, Τσαρούχης κ.λπ.).
Πρώτες συνθέσεις
Ο Χατζιδάκις εμφανίζεται στο προσκήνιο ως μουσικοσυνθέτης το 1944, γράφοντας τη μουσική για το έργο «Τελευταίος Ασπροκόρακας», εγκαινιάζοντας έτσι τη μακρά του συνεργασία με το Θέατρο Τέχνης. Αργότερα θα συνεργαστεί και με το Εθνικό Θέατρο, γράφοντας μουσική για αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες, αλλά και για έργα σύγχρονου ρεπερτορίου. Αναφέρουμε ενδεικτικά τα «Ορέστεια» (1950), «Μήδεια» (1956), «Εκκλησιάζουσες» (1956), «Λυσιστράτη» (1957), «Κύκλωπας» (1959), «Όρνιθες» (1959), αλλά και τα «Λεωφορείον ο Πόθος» (1948), «Ματωμένος Γάμος» (1948), «Το γλυκό πουλί της νιότης» (1960) κ.ά.
Είναι τέλος πάντων αλήθεια, ναι ή όχι, ότι ήσασταν στο ΕΑΜ, γιατί άλλοι λένε…
Ναι, ήμουνα όπως κάθε νέος άνθρωπος εκείνη την εποχή.
Ήταν μια εποχή που ο καθένας έδινε τη συμμετοχή του στον αγώνα εναντίον των Γερμανών. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό· εμείς οι νέοι, νομίζω, είχαμε και μία άλλη… ε… άλλα κίνητρα συγχρόνως. Ήταν η κλασική επανάσταση που κάνει ο νέος στο σπίτι του, αλλά βρίσκαμε μια νομιμοφάνεια για να την κάνουμε. Η αντίσταση ήταν μια νομιμοφανής ανταρσία απέναντι στο σπίτι μας. Το ξενύχτι αποκτούσε νομιμότητα, οι ερωτικές μας ιστορίες αποκτούσαν νομιμότητα, διότι όλα αυτά ήταν συνδεδεμένα με την αντίσταση. Ίσως δεν αρέσει στους ανθρώπους η υπενθύμιση αυτή. Σε όλους τους ανθρώπους αρέσει πάρα πολύ να είναι ηρωικοί. Εγώ πιστεύω πως δεν υπάρχει μόνο ηρωισμός. Υπάρχουν πάρα πολλά κίνητρα σε μία ηρωική πράξη. Πολλές φορές κανένας γίνεται ήρωας γιατί αγαπάει μια κοπέλα και μετά οι άλλοι διστάζουν να το συνδυάσουν με την αγάπη προς την κοπέλα και αφήνουν μονάχα τον ηρωισμό σκέτο. Λοιπόν η Αντίσταση και η επιτυχία του να μαζέψει όλη τη νεότητα στους κόλπους της εκείνη την εποχή, δεν ήταν απλώς συνδεδεμένη με την αντίσταση απέναντι στους Γερμανούς. Ήταν συνδεδεμένη και με την κλασική ανταρσία του νέου απέναντι στο σπίτι του. Και ένας από αυτούς τους νέους ήμουνα κι εγώ. (Από μια συνέντευξη του Μ. Χατζιδάκι στη Μ. Ρεζάν)
Στιγμιότυπο της εποχής η περίφημη πια διάλεξη που δίνει το 1949 στο Θέατρο Τέχνης για το ρεμπέτικο τραγούδι, που θα ξεσήκωνε θύελλα αντιδράσεων στη συντηρητική αστική κοινωνία!
Ταυτόχρονα με το θέατρο, ο συνθέτης ασχολείται και με τον κινηματογράφο, συνθέτοντας τελικά μουσική για περισσότερες από 80 ταινίες (ελληνικής και ξένης παραγωγής), εκκινώντας από το 1946, όταν συνεργάζεται στην ταινία «Αδούλωτοι Σκλάβοι». Στο σινεμά η μουσική του Χατζιδάκι θα γίνει ανάρπαστη, δίνοντας έτσι στους σινεφίλ τη δυνατότητα να απολαύσουν τις ξεχωριστές του συνθέσεις στις ταινίες, για να αναφέρουμε μια χούφτα μόνο, «Κάλπικη Λίρα» (1954)«Στέλλα» (1955), «Ο Δράκος» (1956), αλλά και στο «America-America» του Καζάν (1963) και το «Sweet Movie» του Μακαβέγιεφ (1974).
Το 1959 παρουσιάζει στο αθηναϊκό κοινό τον Μίκη Θεοδωράκη, ενορχηστρώνοντας και ηχογραφώντας ο ίδιος το έργο του «Επιτάφιος» με τη Νάνα Μούσχουρη.
Το ρεμπέτικο και η γνωριμία με τον Βαμβακάρη
Σε συνέντευξή του, ο Χατζιδάκις είχε πει ότι στην Κατοχή είχε έναν φίλο, ένα ιδιοφυές παιδί, που του μιλούσε συνεχώς για την αξία του ρεμπέτικου. Όπως λέει, είχαν μία μέρα ραντεβού στον "Ορφέα" ένα ρεμπετάδικο, όμως ο φίλος του δεν εμφανίστηκε ποτέ. Αργότερα πληροφορήθηκε πως τον είχαν συλλάβει, βασανίσει και σκοτώσει στο Χαϊδάρι. Αυτό συγκλόνισε τον συνθέτη και έτσι θέλησε να ψάξει το ρεμπέτικο είδος μουσικής, σε ανάμνησή του.
Ένα βράδυ λοιπόν πήγε σε μία ταβέρνα που έπαιζε αυτό το είδος μουσικής, κάθισε στο τραπέζι και παρήγγειλε ένα πιάτο φαγητό και λίγη ρετσίνα.
"Ήταν προφανές ότι δεν είχα καμία σχέση με τον χώρο. Και αυτό δεν άρεσε σε δυο - τρεις μάγκες και «μου τη μπήκαν». Τότε επενέβη ο Βαμβακάρης, που ήτανε και σωματώδης, «τους μπήκε» με τη σειρά του και τελικά μου είπε: «Άλλη φορά θα έρχεσαι και θα κάθεσαι εδώ, κοντά μας». Ασφαλής πλέον, μπορούσα να ξαναπάω.", είχε αποκαλύψει ο Χατζιδάκις.
Εκτόξευση στη δόξα
Ήταν το 1960 όταν ο Χατζιδάκις θα τιμηθεί με Όσκαρ για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά», που ακουγόταν στο φιλμ του Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή»! Η βράβευση θα του φέρει παγκόσμια δημοσιότητα, αν και ο ίδιος ποτέ δεν τη θέλησε στη ζωή του.
Για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά»:
Παρίσι 1961, αργά κάποια νύχτα. Τον συνάντησα όλως τυχαίως σ’ ένα καφενείο στα Ηλύσια. Είχε πάρει το Όσκαρ τραγουδιού, είχε γίνει διεθνώς γνωστός, οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες του κόσμου τον ήθελαν δικό τους… Ήταν ολομόναχος, κάτι που δεν το συνήθιζε. Απόρησα και του είπα πως δεν θα ‘θελα να του χαλάσω τη μοναξιά. Απάντησε πως χάρηκε που βρέθηκα εκεί· “φτάνει η μοναξιά“. Κι αμέσως μετά άρχισε να μου εξομολογείται ότι “περνά τις χειρότερες μέρες της ζωής του… Ούτε Όσκαρ ήθελε, ούτε διεθνείς επιτυχίες, ούτε τίποτα… Τα περιφρονεί και τα μισεί όλα, του είναι ξένα, δεν είναι ο εαυτός του… Και αυτό το τραγούδι που χαλάει τον κόσμο, τον ενοχλεί“.
Θα πίστευα πως είναι μόνο ένα ξέσπασμα, μια κατάσταση κρίσης περαστικής εάν δεν ήταν μια ομολογία εκ βαθέων και έως δακρύων.
Αρκετά χρόνια αργότερα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Μελίνα θριαμβεύει με το μιούζικαλ του Ντασσέν Ίλια ντάρλινγκ, με μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Ήμουν κι εγώ εκεί. Μεγάλη παραγωγή του Μπρόντγουεϊ και του Χόλιγουντ, διευθυντές δισκογραφικών εταιρειών ζητούν να τον συναντήσουν. Αρνείται. Τελικά κλείνει ένα ραντεβού με τους πιο σημαντικούς. Το ραντεβού είναι για κάποιο πρωί στις 11. Ο Μάνος λέει στη μαμά του που την είχε μαζί, να τον ξυπνήσει στη μία. Όταν μετά του είπαν ότι είναι τρελός, πως με αυτό που έκανε αυτοκτόνησε για τον εκτός Ελλάδος μουσικό κόσμο, απάντησε με θεία γαλήνη και με το σοφό του χαμόγελο πως “ήταν ό,τι πιο σωστό και δημιουργικό είχε κάνει ως τότε στη ζωή του”. (ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 17/6/2004, από το βιβλίο “ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ – ψηφίδες μνήμης”, ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ)
Το διάστημα 1966-1972 θα βρει τον Χατζιδάκι στη Νέα Υόρκη, όπου θα γράψει άλλη μια σειρά από τα σημαντικότερα έργα του, ερχόμενος πια σε επαφή με τη μουσική σκηνή των ΗΠΑ, όπως το έργο για πιάνο «Ρυθμολογία», τον κύκλο τραγουδιών «Ο Μεγάλος Ερωτικός», αλλά και τη μουσική ιστορία με έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία «Η Εποχή της Μελισσάνθης».Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις πηγαίνει στις ΗΠΑ, όπου ανεβάζει στο Μπρόντγουεϊ με τον Ζιλ Ντασέν και τη Μελίνα Μερκούρη τη θεατρική διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή» με τον τίτλο «Illya Darling». Στην Αμερική θα παραμείνει μέχρι το 1972 και η μουσική του αντίληψη θα επηρεαστεί σημαντικά από την pop music. Αποτέλεσμα αυτής της επίδρασης είναι ο κύκλος τραγουδιών «Reflections» με το συγκρότημα New York Rock and Roll Ensemble.
Άλλες δραστηριότητες
Ακούραστος και πολυδιάστατος, ο Μάνος Χατζιδάκις αναλαμβάνει διάφορες καλλιτεχνικές δραστηριότητες: ιδρύει και διευθύνει την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών (1964-67), το πειραματικό καφεθέατρο «Πολύτροπο» (1972), σκαρώνει τις «Μουσικές Γιορτές» στα Ανώγεια Κρήτης (1978), τους «Μουσικούς Αγώνες» στην Κέρκυρα (1981), ιδρύει δισκογραφική εταιρεία το 1985 (Σείριος), τη λαμπρή ορχήστρα συμφωνικής μουσικής «Ορχήστρα των Χρωμάτων» (1989), ενώ διηύθυνε μέχρι και τον κρατικό ραδιοσταθμό «Τρίτο Πρόγραμμα» από το 1975-1981.Τo 1972, τον πιο σκοτεινό χρόνο της χούντας, επιστρέφει στην Αθήνα και ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπο», μέσα από το οποίο επιχειρεί να ανοίξει εκφραστικές διόδους στο μουσικό τέλμα της εποχής.
Το 1975 αρχίζει η χρυσή εποχή του «Τρίτου». Γίνεται διευθυντής του κρατικού ραδιοσταθμού «Τρίτο Πρόγραμμα» (1975-81) τον οποίο, σε συνεργασία με μια ομάδα νέων και ταλαντούχων δημιουργών, γίνεται σημείο αναφοράς.
Η Μαρία Ρεζάν διηγείται το παρακάτω περιστατικό με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Μάνο Χατζιδάκι: Μια μέρα που τρώγαμε με τον Καραμανλή άρχισε να μιλάει ο Μάνος και δε σταματούσε. Και για όλα έφταιγε το Ελληνικό Δημόσιο. Άκουγε ο Σερραίος, που του είχε μεγάλη αδυναμία, όπως και του Τάκη Χορν, αλλά κάποια στιγμή δεν άντεξε. Γύρισε και του είπε: «Αμάν, βρε Μάνο μου. Κοντεύεις να μου βγάλεις σκάρτους τους μισούς υπουργούς μου…» Ατάραχος ο Μάνος, συνεχίζοντας το φαγητό του, απάντησε: «Λάθος, κύγιε πγόεδγε. Όχι, τους μισούς. Όλους…» (ΜΑΡΙΑ ΡΕΖΑΝ «ΜΕ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ …ΓΙΑ ΜΙΑ ΖΩΗ ΕΤΣΙ, ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ» Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ)
Από την αρχή της παρουσίας του εξάλλου στον ελληνικό μουσικό χώρο έδινε το διαρκές δισκογραφικό «παρών» με δουλειές που θεωρούνται σήμερα κλασικές: «Ο Κύκλος με την Κιμωλία» (1956), «Παραμύθι χωρίς Όνομα» (1959), «Πασχαλιές μέσα απ' τη νεκρή γη» (1961), «Δεκαπέντε Εσπερινοί» (1964), «Τo χαμόγελο της Τζοκόντα» (1964), «Μυθολογία» (1965), «Καπετάν Μιχάλης» (1966), «Τα Λειτουργικά» (1971), «Αθανασία» (1975), «Τα Παράλογα» (1976), «Σκοτεινή Μητέρα» (1985), «Τα Τραγούδια της Αμαρτίας» (1992) κ.ά.
Στο λογοτεχνικό του κομμάτι, ο Μάνος Χατζιδάκις δημοσίευσε τέσσερα βιβλία με ποιήματα και σχόλια: «Μυθολογία», «Μυθολογία Δεύτερη», «Τα σχόλια του Τρίτου» και «Ο Καθρέπτης και το Μαχαίρι», παραμένοντας πάντα ένας άνθρωπος του καιρού του, ένα βαθύτατα πολιτικό ον δηλαδή που ενδιαφερόταν για τα κοινά.
Τους νέους μας πώς τους βλέπετε; Μετά την μεταπολίτευση είχατε πολεμήσει τη στυγνή κομματικοποίηση των νέων. Τώρα, ποια είναι η κατάσταση; Τι έχει αλλάξει, πώς τους κρίνετε;
Τώρα βλέπεις μιαν άλλη, εξίσου άσχημη κατάσταση: η… μη πολιτικοποίηση. Αδιαφορία. Κι αυτό δε μ’ αρέσει επίσης καθόλου. Είναι άθλιο. Ένας νέος που δεν μετέχει στα κοινά είναι ανάξιος να λέγεται νέος. Δεν μπορεί ένας νέος να εξαντλείται στα ερωτικά του ενδιαφέροντα, στα χορευτικά και στην… ιδεολογία του Ολυμπιακού! Η νεολαία σήμερα απέχει από τα κοινά κι αυτό θα δημιουργήσει πολίτες αδιάφορους. Και πολίτες αδιάφοροι ανοίγουν τις πόρτες σε δεινά. Πιστεύω πως μια κυβέρνηση που θα προκύψει μελλοντικά, πρέπει να φροντίσει ώστε να τοποθετήσει ανάμεσα στους νέους τις έννοιες της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας. Ώστε όλα τα σκοταδιστικά στοιχεία, οποθενδήποτε προερχόμενα, να αντιμετωπίζουν την αντίδραση της υγιούς νεολαίας. Μόνο έτσι θα είμαστε ήσυχοι ότι ο τόπος θα προχωρήσει σωστά. Φτιάξε ελεύθερους ανθρώπους για να έχεις ελεύθερο χώρο. (ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ από συνέντευξή του στον Βασίλη Αγγελικόπουλο, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 23/7/1989, από το βιβλίο του Β. Αγγελικόπουλου “ΦΑΡΟΣ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ)
Γιατί ήταν με τη δεξιά
Ενα βράδυ είχα αργήσει να πάω στο μεταμεσονύκτιο ραντεβού μας στο «Βυζάντιο», στην πλατεία Κολωνακίου. (Σημερινό Goody’s, πρώην «Ελληνικόν»). Ο Μάνος με επέπληξε: «Οι εκ παραδόσεως αρσενικοί φροντίζουν να είναι ακριβείς στα ραντεβού τους με τους φίλους τους». Αυτό το «εκ παραδόσεως» έκανα καιρό να το χωνέψω. Μου θύμιζε το «ως εκ δεισιδαίμονος φόβου» του Παπαδιαμάντη.
Μιαν άλλη φορά, στο ίδιο στέκι, παρόντος και του Γιώργου Μακρή που μόλις είχε υποδεχτεί τον Αλμπέρ Καμί στην Αθήνα (1955), τον ρώτησα γιατί ήταν με τη Δεξιά.
«Διότι», μου απαντά, «οι δεξιοί σού επιτρέπουν και να μην είσαι μαζί τους».
Μόνο στο Παρίσι το 1971 ανακάλυψα την επονίτικη καταγωγή του που δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτήν. Ενα βράδυ, σπίτι μου, συναντήθηκαν τυχαία με τον Δημήτρη Δεσποτίδη. «Γεια σου Πέτρο», του λέει ο Μάνος. «Δημήτρη τον λέν’» τον διορθώνω εγώ. «Εγώ τον ξέρω Πέτρο», επιμένει.
Γυρίζω και κοιτάζω τον Δημήτρη. Για να καταλάβω τι συμβαίνει. Χαμογελούσε με εκείνη τη σαρδόνια γλύκα του. Από την κουβέντα που κάναν μεταξύ τους κατάλαβα πως ήταν ο καθοδηγητής του στην ΕΠΟΝ. Με το ψευδώνυμο «Πέτρος». Κοιτούσε το στόμα του Μάνου επίμονα. Οι Χίτες το ’44 του είχαν σπάσει τα δόντια, μπροστά του, στο Παγκράτι.
Και ύστερα άρχισαν να μιλούν για το «βουνό» όπου βρεθήκαν οι δυο τους, καθοδηγητής και καθοδηγούμενος, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Τότε (1971) κατάλαβα τι εννοούσε με εκείνη τη φράση του το ’55: «Οι δεξιοί σού επιτρέπουν και να μην είσαι μαζί τους».
ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ
απόσπασμα από άρθρο του στην εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ” Σάββατο 13/6/2009
Ο μονόλογος για τον φασισμό
Ερωτηθείς, σε μία συνέντευξη στα τέλη της δεκαετίας του '70, ο Χατζιδάκις "Τί φοβόταν περισσότερο", χαμογέλασε πικρά.
"Θα σου πω για να το ξέρεις αλλά μην το γράψεις έτσι ακριβώς…γράψτο λίγο πιο «μαλακά»… ξέρεις εσύ». Και απάντησε:
«Το φασισμό και τους φασίστες. Τον έζησα μικρός και κρίνοντας από διάφορες συμπεριφορές, τον βλέπω να ξανάρχεται. Παγκοσμίως».
Η επιθυμία του έγινε σεβαστή από τη δημοσιογράφο και μεταφράστηκε ως εξής: «Τις ακραίες συμπεριφορές. Μου θυμίζουν πράγματα και καταστάσεις που δεν θα θελα να ξαναδώ και να ξαναζήσω».
Το απόγευμα της 15ης Ιουνίου 1994, ο Μάνος Χατζιδάκις ταξίδεψε για άλλους κόσμους…
Πηγή: newsbeast.gr, sansimera.gr, news247.gr, logomnimon






Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου