Λάμπρος Κωνσταντάρας - Ο μεγάλος μας κωμικός, που τόσο του άρεσε να σπάει πλάκα!
Ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του, ο Κωνσταντάρας διέπρεψε στη μεγάλη οθόνη και εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να χαρίζει αβίαστο γέλιο με τις ανεπανάληπτες ταινίες του.
Ο ηθοποιός που δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, αφού μεγάλωσε γενιές και γενιές με το κωμικό του ταλέντο, πέρασε στην υποκριτική αθανασία ως γλεντζές, αρχοντάνθρωπος και αμετανόητος εργένης.
Πληθωρικός στις εκφράσεις του και κινηματογραφικός μπον βιβέρ, ήταν ένα υποκριτικό φαινόμενο που δεν ξαναείδε και πολύ συχνά ο τόπος μας.
Με τη στόφα του μεγάλου πρωταγωνιστή, ο Κωνσταντάρας κυρίευσε θέατρο, τηλεόραση και κινηματογράφο, αφήνοντας παρακαταθήκη μνημειώδεις ταινίες της ελληνικής κινηματογραφίας...
Πρώτα χρόνια
Βέρος Αθηναίος, με ρίζες από την Κωνσταντινούπολη, γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου 1913, στο Κολωνάκι, στην οδό Πλουτάρχου 13, όπως τόνιζε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας τη σχέση του με τον αριθμό 13.
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας γεννιέται στις 13 Μαρτίου 1913 στο Κολωνάκι της Αθήνας, ως γόνος εύπορης οικογένειας με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Οι γονείς του διατηρούσαν χρυσοχοείο στο κέντρο της Αθήνας και η οικονομική επιφάνεια της φαμίλιας τού εξασφάλισε άνετη ανατροφή και καλή μόρφωση σε ιδιωτικό σχολείο της πόλης.
Αδελφή του ήταν η επίσης ηθοποιός Μίτση Κωνσταντάρα, με την οποία εξάλλου εμφανίστηκαν μαζί σε τόσες αξέχαστες κωμωδίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Ολοκληρώνοντας τις σχολικές του υποχρεώσεις, κατατάσσεται -παρά τη θέλησή του- στη Σχολή Υπαξιωματικών Ναυτικού της Κέρκυρας (1930), με τον θρύλο να τον θέλει να «δραπετεύει» από κει κολυμπώντας ως τη στεριά. Στην πραγματικότητα βέβαια τρύπωσε σε ένα καράβι που έπιανε λιμάνι στον Πειραιά.
Αφού γλίτωσε τις πειθαρχικές κυρώσεις με την παρέμβαση της αριστοκρατικής καταγωγής οικογένειάς του (και του συνταγματάρχη θείου του), βρίσκεται στο Παρίσι (1933-1934) με σκοπό να σπουδάσει την τέχνη του αργυροχρυσοχόου και του εκτιμητή πολύτιμων λίθων, κατά τα πρότυπα των προγόνων του, και να επιστρέψει κατόπιν στην οικογενειακή επιχείρηση.
Ο ίδιος είχε όμως ήδη κολλήσει το μικρόβιο της υποκριτικής και σύντομα θα βρεθεί να φοιτά στην παρισινή σχολή του γνωστού γάλλου θεατράνθρωπου Λουί Ζουβέ, ανεβαίνοντας παράλληλα για πρώτη φορά στο σανίδι στη γαλλική πρωτεύουσα. Έκανε την πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση στο θέατρο με το «Σχολείο Γυναικών» του Μολιέρου.
Κάνει μπόλικες δουλειές του ποδαριού για να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του στην περίφημη σχολή (αφού τα πατρικά εμβάσματα κόπηκαν απρόοπτα όταν παράτησε τη σχολή χρυσοχοΐας), παίζοντας μικρορολάκια σε γαλλικά θέατρα και ρόλους κομπάρσου στο γαλλικό σινεμά. Και το 1938, αφού αποφοίτησε από τη δραματική σχολή του Ζουβέ (έχοντας), επιστρέφει στην Ελλάδα ως επαγγελματίας ηθοποιός πια...
Θεατρική καριέρα
Έχοντας ήδη κάνει το ντεμπούτο του στο θέατρο στη Γαλλία το 1938, επιστρέφοντας στην Αθήνα εμφανίζεται στην παράσταση «Τα παράσημα της γριούλας» (1938) του θιάσου της Κατερίνας Ανδρεάδη και κλέβει τις εντυπώσεις. Ήταν η γέννηση μιας μακράς και λαμπρής θεατρικής καριέρας!
Στα πρώτα αυτά χρόνια μάλιστα στο σανίδι ο Κωνσταντάρας πηγαινοέρχεται μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας, αναλαμβάνοντας ρόλους τόσο σε αθηναϊκούς όσο και παρισινούς θιάσους. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο εγκαθίσταται πάντως οριστικά στην Αθήνα, κυνηγώντας το όνειρο του ηθοποιού.
Παρά το γεγονός ότι από τη λαμπρή κινηματογραφική του πορεία τον ξέρουμε κυρίως σε κωμικούς ρόλους, στα πρώτα αυτά χρόνια ερμηνεύει δραματικό ρεπερτόριο και κρατά ρόλους ζεν πρεμιέ. Πολύ γρήγορα μάλιστα χρίστηκε πρωταγωνιστής, καθώς το ταλέντο του δεν μπορούσε να κρυφτεί, και συνεργάστηκε με όλη την ξακουστή φουρνιά των μεγάλων ηθοποιών του καιρού.
Ακολουθούν αμέτρητες κυριολεκτικά παραστάσεις, με θιάσους όπως των Μιράντας-Παππά και Μουσούρη-Αρώνη, ενώ κάποια στιγμή σχηματίζει τη δική του θεατρική επιχείρηση με τους Τζένη Καρέζη, Μάρω Κοντού και Νίκο Ρίζο, οργώνοντας την ελληνική επικράτεια και περιοδεύοντας στην ομογένεια.
Το 1948 συγκροτεί για πρώτη φορά θίασο με τη Μιράντα Μυράτ και το 1958 τον πρώτο προσωπικό του θίασο και παρουσιάζει το έργο του Τζον Πρίσλεϋ «Ο ανακριτής έρχεται».
Σε μια θεατρική καριέρα που εκτείνεται σε 4 δεκαετίες, ο Κωνσταντάρας πήρε μέρος σε περισσότερες από 190 παραστάσεις, γράφοντας μια ασύλληπτη σε μέγεθος και κύρος θεατρική ιστορία!
Η τελευταία παράσταση του σπουδαίου κωμικού μας έλαβε χώρα τη σεζόν 1978, με τον δικό του θίασο, στο μιούζικαλ «Τρελές επαφές ρωμέικου τύπου», που παρουσίασε μαζί με τη Μάρω Κοντού και τον Νίκο Ρίζο.
Για την επιβλητική θεατρική του παρουσία, ο γνωστός κριτικός θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλος παρατηρεί (στον πρόλογο του βιβλίου του γιου του Κωνσταντάρα, Δημήτρη, «Μέσα απ' τα δικά μου μάτια»): «Εδώ και 40 χρόνια με ακολουθεί μια συνταρακτική θεατρική σκηνή. Είναι μια από τις σπάνιες εκείνες στιγμές που ο χρόνος παγώνει, η ροή ανακόπτεται και το παν ακινητεί. Μια χειρονομία, μια κραυγή, μια γυρισμένη πλάτη, ένα τικ, μια είσοδος, μια έξοδος, μας πιστοποιούν πόσο μεγάλη τέχνη είναι η υποκριτική και πώς μπορεί να πυκνώσει σε μια στάση ή έναν ήχο το συνταρακτικό γεγονός της υπάρξεως, μέσω της μίμησης πράξεων. Ήταν το 1956 στο ''Δημοτικό'' Πειραιώς όταν ο θίασος του Μάνου Κατράκη έπαιξε το έξοχο αντιπολεμικό έργο του Σέριφ "Το τέλος του ταξιδιού''. Στο φινάλε του πρώτου μέρους μέσα στο αμπρί έχει μείνει ένας αξιωματικός μόνος, που έπρεπε να πάρει μιαν απόφαση θανάτου. Να αποφασίσει μιαν έξοδο χωρίς ελπίδα καμιά. Τον ρόλο έπαιζε ο Λάμπρος Κωνσταντάρας. Όταν έμεινε μόνος, άναψε το τσιμπούκι του και το κάπνισε, όπως το τελευταίο τσιγάρο ο κατάδικος πριν από την εκτέλεση. Πλάτη στο κοινό, ο μεγάλος εκείνος ηθοποιός, με λιτότητα, με εσωτερική συγκίνηση, βίωσε μιαν εκρηκτική σιωπή που θαρρείς πως κράτησε αιώνες. Θεωρώ αυτήν την υποκριτική στιγμή ανάλογη με την έξοδο του Μινωτή ως "Οιδίποδα στον Κολωνό", την πλάτη του Κατράκη στον "Ηλίθιο", τον κυνηγημένο "Ορέστη" του Κωτσόπουλου στις "Χοηφόρες", τον θρήνο της Εκάβης-Παξινού όταν αντικρίζει τον Πολύδωρο, το "τικ" της Λαμπέτη-Μπλανς όταν της περνάνε τον ζουρλομανδύα, του Χορν στην "Εξομολόγηση του Ριχάρδου του Β''»...
Κινηματογραφικές περιπέτειες
Έναν μόλις χρόνο μετά το ελληνικό θεατρικό του ντεμπούτο, ο Κωνσταντάρας συμμετέχει στην ταινία «Το τραγούδι του γυρισμού» (1939), το φιλμ που σηματοδοτεί την επίσης πρώτη ελληνική κινηματογραφική του εμφάνιση, αφού είχε ήδη προλάβει να παίξει σε γαλλικές προπολεμικές ταινίες.
Ακολουθεί καταιγισμός κυριολεκτικά από κινηματογραφικούς ρόλους, με τον ίδιο να μετατρέπεται σύντομα σε έναν από τους διαχρονικά αγαπημένους του ελληνικού κοινού: «Διακοπές στην Αίγινα», «Η Αλίκη στο ναυτικό», «Η Λίζα και η άλλη», «Η χαρτοπαίχτρα», «Ο στρίγκλος που έγινε αρνάκι», «Ο φαφλατάς», «Κάτι κουρασμένα παλικάρια», «Τζένη Τζένη» και τόσες εμβληματικές ταινίες της λεγόμενης χρυσής εποχής του ελληνικού σινεμά...
Από το σύνολο της φιλμογραφίας του «Λαμπρούκου», που περιλαμβάνει περισσότερες από 70 ταινίες, δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε τις «Φωνή της καρδιάς», «Ραγισμένες καρδιές», «Καταδρομή», «Μαρίνα», «Ο γεροντοκόρος», «Υιέ μου, υιέ μου», «Υπάρχει και φιλότιμο». Ποιος μπορεί άλλωστε να τον ξεχάσει ως «Μαυρογιαλούρο»;
Και βέβαια για την πρωταγωνιστική ερμηνεία του στον «Μπλοφατζή» τιμήθηκε το 1969 με το Βραβείο Α' Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης...
Αλλά και τις ταινίες «Βίλα των οργίων», «Η γυναίκα μου τρελάθηκε», «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια», «Δον Ζουάν για κλάματα», «Ο κύριος πτέραρχος», «Ο σπαγγοραμμένος», «Πατέρα κάτσε φρόνιμα», «Ο τρελός τα 'χει 400», «Καπετάν φάντης μπαστούνι», «Ο τζαναμπέτης», «Τι 30, τι 40, τι 50» δεν μπορείς να μην τις μνημονεύσεις, καθώς φαίνεται ότι σε όποιο φιλμ έπαιξε ο Κωνσταντάρας έγινε αυτομάτως κλασικό!
Η τελευταία ταινία του αξέχαστου κωμικού μας ήταν «Ο Λαμπρούκος μπαλαντέρ» του 1981...
Και βέβαια από την τηλεοπτική του καριέρα δεν γίνεται να μην αναφερθεί ο μνημειώδης ρόλος του ως ο γυναικάς Ζάχος Δόγκανος στο σίριαλ της ΥΕΝΕΔ «Εκείνες και εγώ» (1976)...
Ο φίλαθλος Κωνσταντάρας
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, εκτός από την υποκριτική, αγαπούσε πολύ και τον αθλητισμό. Του άρεσαν το ποδόσφαιρο και ο στίβος. Σε νεαρή ηλικία, μάλιστα, είχε φορέσει και τη φανέλα του τερματοφύλακα της ΑΕΚ, αν και συνήθως ήταν αναπληρωματικός. Αυτή η καριέρα, όμως, έληξε νωρίς, δίνοντας θέση στη λαμπρή καριέρα ηθοποιού.
Ο Κωνσταντάρας, εκτός από αθλητής, ήταν και οπαδός της ΑΕΚ, την οποία παρακολουθούσε από κοντά όποτε μπορούσε. Τότε, ο τζέντλεμαν του κινηματογράφου μετατρεπόταν σε φανατικό φίλαθλο. Φώναζε, χειρονομούσε, σηκωνόταν από το κάθισμά εξαγριωμένος ή ενθουσιασμένος και γινόταν «ένα» με το πλήθος. Την αγάπη του για τα αθλήματα είχε μεταδώσει και στον γιο του, Δημήτρη, ο οποίος ήταν αθλητής του στίβου με διακρίσεις στο ακόντιο και στη σφαίρα. Πατέρας και γιος, αν και υποστήριζαν διαφορετικές ομάδες, καθώς ο Δημήτρης ήταν Ολυμπιακός, πήγαιναν συχνά μαζί στο γήπεδο. Ως λάτρεις του ποδοσφαίρου, ακολουθούσαν και την Εθνική Ομάδα....
Το ατύχημα του ηθοποιού στην κερκίδα
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας με τον γιο του, βρέθηκαν σε αγώνα της Εθνικής Ελλάδας με τη Γιουγκοσλαβία, στο γήπεδο της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ο ηθοποιός είχε αγοράσει αριθμημένα εισιτήρια, αλλά στο σημείο που ήταν οι θέσεις, η κανονική κερκίδα είχε σπάσει και στη θέση της είχε τοποθετηθεί μια αυτοσχέδια. Η πρόχειρη κερκίδα ήταν φτιαγμένη από ξύλα, τοποθετημένα πάνω σε τσιμεντόλιθους! Αν και οι θέσεις δεν άρεσαν στον Κωνσταντάρα, δεν έδωσε συνέχεια και κάθισε να παρακολουθήσει τον αγώνα. Όταν οι ομάδες βγήκαν στον αγωνιστικό χώρο και ξεκίνησε ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας, ο κόσμος σηκώθηκε όρθιος. Τότε, ένας πονηρός φίλαθλος που δεν είχε αριθμημένο εισιτήριο, προσπάθησε να «χωθεί» στην κερκίδα. Πηδώντας από κάθισμα σε κάθισμα, κατέβαινε τα επίπεδα της κερκίδας για να βρει κενή θέση. Τότε, με μια απρόσεχτη κίνησή του, κλώτσησε τον ένα τσιμεντόλιθο, γκρέμισε την αυτοσχέδια κερκίδα και έπεσε με δύναμη πάνω στον ηθοποιό, πριν εκείνος προλάβει να αντιδράσει. Οι δυο άντρες έπεσαν κάτω, ανάμεσα σε ξύλα και τσιμεντόλιθους. Ο Κωνσταντάρας χτύπησε το κεφάλι του.
Έξαλλος, άρχισε να ωρύεται και να επιτίθεται στον απρόσεκτο φίλαθλο. Ακόμα και η ανάκρουση του εθνικού ύμνου (που τότε γινόταν, ζωντανά, από ορχήστρα) σταμάτησε για λίγο, εξαιτίας τής φωνής του ηθοποιού. Οι δύο τραυματίες μεταφέρθηκαν στο ιατρείο του γηπέδου. Λίγο αργότερα, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας επέστρεψε με δεμένο το κεφάλι και συνέχισε απτόητος να παρακολουθεί τον αγώνα. Ο άντρας που είχε προκαλέσει το ατύχημα μεταφέρθηκε στον Ερυθρό Σταυρό, με μώλωπες και μελανιές. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, κάποιες από αυτές είχαν προκληθεί από τις καρπαζιές του Κωνσταντάρα και όχι από την πτώση.
Παρά τον εκνευρισμό του για το περιστατικό και την απογοήτευσή του για την έκβαση του αγώνα (η εθνική Ελλάδας έχασε με 0-5), ο ηθοποιός μετά τη λήξη, επισκέφθηκε τον τραυματία στο νοσοκομείο. Ο άτυχος φίλαθλος αναγνώρισε τον ηθοποιό και δεν διαμαρτυρήθηκε για τις σφαλιάρες που δέχτηκε. Του είπε μόνο: «Μα έχεις και βαρύ χέρι, βρε αδερφέ»....
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας παντρεύτηκε το 1945 με την επίσης ηθοποιό Γιούλη Γεωργοπούλου, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά (ένα εκ των οποίων ο γνωστός δημοσιογράφος Δημήτρης Κωνσταντάρας).
Το 1971 πέρασε τα σκαλιά της εκκλησίας για δεύτερη φορά, τώρα με τη Φιλιώ Κεκάτου, με την οποία πορεύτηκε έως το τέλος της ζωής του. Οι δυο τους είχαν γνωριστεί το 1961, μετά το θυελλώδες ειδύλλιό του με την Άννα Καλουτά και τον χωρισμό του από την πρώτη του σύζυγο.
Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του τα πέρασε ο κωμικός μας στο διαμέρισμά του στη Βάρκιζα, αποσυρμένος από τον έξω κόσμο, καθώς είχε χτυπηθεί από διπλό εγκεφαλικό.
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας άφησε την τελευταία του πνοή στις 28 Ιουνίου 1985, αν και παραμένει αθάνατος μέσα από το άφθονο γέλιο που συνεχίζει να χαρίζει στις κλασικές ταινίες του...
Φιλμογραφία
Το τραγούδι του χωρισμού (1940)
Η φωνή της καρδιάς (1943)
Ραγισμένες καρδιές (1945)
Πρόσωπα λησμονημένα (1946)
Καταδρομή στο Αιγαίον (1946)
Μαρίνα (1947)
Άννα Ροδίτη (1948)
Διαγωγή... μηδέν! (1949)
Οι απάχηδες των Αθηνών (1950)
Εκείνες που δεν πρέπει να αγαπούν (1951)
Άγγελος με χειροπέδες (1952)
Οι ουρανοί είναι δικοί μας (1953)
Ούτε γάτα ούτε ζημιά (1955)
Η άγνωστος (1956)
Η δούκισσα της Πλακεντίας και ο λήσταρχος Μπιμπίσης (1956)
Ο ζηλιαρόγατος (1956)
Συγχώρεσε με παιδί μου (1957)
Η μοίρα γράφει την ιστορία (1957)
Μαρία Πενταγιώτισσα (1957)
Το τρελοκόριτσο (1958)
Διακοπές στην Αίγινα (1958)
Δυο αγάπες δυο κόσμοι (1958)
Ταξίδι με τον έρωτα (1959)
Το αγοροκόριτσο (1959)
Το παραστράτημα μιας αθώας (1959)
Ερωτικά παιχνίδια (1960)
Ένας Δον Ζουάν για κλάματα (1960)
Κρουαζιέρα στη Ρόδο (1960)
Τυφλός άγγελος (1960)
Είμαι αθώος (1960)
Αντίο ζωή (1960)
Η Αλίκη στο Ναυτικό (1961)
Η Λίζα και η άλλη (1961)
Λάθος στον έρωτα (1961)
Θρίαμβος (1962)
Κατηγορούμενος ο έρως (1962)
Αυτό το κάτι άλλο (1963)
Ο Καζανόβας (1963)
Ο κος πτέραρχος (1963)
Μικροί και μεγάλοι εν δράσει (1963)
Ο μπαμπάς μου κι εγώ (1963)
Χτυποκάρδια στο θρανίο (1963)
Η βίλλα των οργίων (1964)
Η χαρτοπαίχτρα (1964)
Θα σε κάνω βασίλισσα (1964)
Ο εαυτούλης μου (1964)
Επιστροφή (1965)
Υιέ μου, υιέ μου (1965)
Υπάρχει και φιλότιμο (1965)
Η γυναίκα μου τρελλάθηκε (1966)
Η κόρη μου η σοσιαλίστρια (1966)
Τζένη Τζένη (1966)
Να ζει κανείς ή να μη ζει (1966)
Αν όλες οι γυναίκες του κόσμου (1967)
Πατέρα κάτσε φρόνιμα (1967)
Βίβα Ρένα (1967)
Δημήτρη μου, Δημήτρη μου (1967)
Κάτι κουρασμένα παληκάρια (1967)
Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι (1967)
Ο γεροντοκόρος (1967)
Ο σπαγγοραμμένος (1967)
Καπετάν φάντης μπαστούνι (1968)
Ο Ρωμιός έχει φιλότιμο (1968)
Ο τρελός τα 'χει τετρακόσια (1968)
Ησαϊα μη χορεύεις (1969)
Ο μπλοφατζής (1969)
Ο τζαναμπέτης (1969)
Ένας τρελός γλεντζές (1970)
Κρίμα το μπόι σου (1970)
Ο τρελοπενηντάρης (1971)
Πίσω μου σ' έχω σατανά (1971)
Της ζήλειας τα καμώματα (1971)
Ο φαφλατάς (1971)
Τι τριάντα τι σαράντα τι πενήντα (1972)
Ο άνθρωπος που γύρισε από τη ζέστη (1972)
Ο άνθρωπος που έσπαγε πλάκα (1972)
Ο φαντασμένος (1973)
Ο Λαμπρούκος μπαλαντέρ (1981)
Θεατρικές παραστάσεις
Τα παράσημα της γρηούλας (1938)
Λόξες γυναικών (1938)
Οικογενειακές καντρίλιες (1939)
Ο μισάνθρωπος (1939)
Το στραβόξυλο (1939)
Ο μισογύνης (1940)
Το μοντέλο της γυναίκας μου (1940)
Έξοδος κινδύνου (1941)
Η κυρία θέλει να χωρίσει (1941)
Η κυρία που κοροϊδεύει (1941)
Μια ζωή είναι αυτή (1941)
Αν έχεις τύχη (1942)
Παντού τα πάντα (1942)
Ο παίκτης (1942)
Ένα καινούριο αστέρι (1942)
Γκραντ Οτέλ (1942)
Εκείνη τη νύχτα (1942)
Η δίκη της Μαίρης Ντάνκαν (1942)
Έρωτα μαστροχαλαστή (1943)
Πρίγκηψ Μουρούζης (1944)
Οι κατακτηταί (1949)
Οι φοιτηταί (1949)
Περάστε την 1η του μηνός (1949)
Έντα Γκάμπλερ (1949)
Μ' αγαπά-δεν μ' αγαπά (1949)
Μάγδα (1949)
Μαντάμ Σουσού (1949)
Η κυρία δε με μέλλει (1949)
Η Λούση και τα κορίτσια της (1949)
Ελληνικά όνειρα (1949)
Ο αρχισιδηρουργός (1949)
Δώδεκα παρά πέντε (1949)
Οι μαιτρέσσες του μπαμπά (1955)
Τρεις πετεινοί σ' ένα κοτέτσι (1955)
Χωρίς γάντι (1956)
Ο ανακριτής έρχεται (1958)
Άνθη λεμονιάς (1962)
Κρατικές υποθέσεις (1962)
Η βροχή (1963)
Η χήρα μου και εγώ (1963)
Η κυρία έχει νεύρα (1963)
Υπάρχει και φιλότιμο (1965)
Η όμορφη κι ο τζαναμπέτης (1968)
Τσιν-Τσιν (1970)
Τι τριάντα, τι σαράντα, τι πενήντα (1971)
Ερωτιάρης... αλά Ελληνικά (1972)
Ευτυχώς τρελάθηκα (1973)
Ένας κόσμος άνω-κάτω (1974)
Αγάπη μου, παγόβουνο (1974)
Με λένε Κώστα (1974)
Συγνώμη που σε ψήφισα πολύ (1974)
Απριλιανά μπαλλέτα (1975)
Υπάρχει και φιλότιμο (1976)
Ο Λαμπρούκος και οι λατρείες του (1977)
Οι λόρδοι της λόρδας (1977)
Τρελλές επαφές ρωμέικου τύπου (1978)
Τηλεοπτικά
Εκείνες κι εγώ (1976-1977, ΥΕΝΕΔ)






Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου