Τζινγκίζ Αϊτμάτωφ - Το μάτι της καμήλας, Απόσπασμα


Δεν είμαι καθόλου σπουδαστής. Δεν προσπάθησα καν να μπω σε Ινστιτούτο. Όταν τελείωσα το σχολείο ήρθα εδώ, στο Αναρχάι. Στη συνέλευση που έγινε πριν την αναχώρησή μας, μας είπαν ότι εμείς, συνεπώς και γω, είμαστε “οι ένδοξοι κατακτητές των χέρσων γαιών, οι τολμηροί σκαπανείς των παρθένων εδαφών”. Να τι ήμουνα στην αρχή! Αλλά τώρα; Ντρέπομαι και να το πω: “ακαδημαϊκός”. Έτσι με βάφτισε ο Αμπακίρ. Και το φταίξιμο είναι δικό μου. Δεν ξέρω να κρύβω τις σκέψεις μου, ονειρεύομαι φωναχτά, σαν παιδάκι, και ξυπνώ όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να γελούν μαζί μου. 

[...]

Μόνος μου ζήτησα να με στείλουν εδώ. Κανένας δε με υποχρέωσε. Άλλοι πήγανε στο Καζακστάν, σε αληθινά χέρσες γαίες, σ’ αυτές που γράφουν οι εφημερίδες.  Μα στο Αναρχάι ήρθα μονάχα εγώ. Είναι άλλωστε η πρώτη άνοιξη που εργάζονται εδώ, κι είναι δυο μονάχα τραχτέρια. Πριν ένα  χρόνο ο γεωπόνος Σιρόκιν - αυτός είναι εδώ υπεύθυνος για όλα - έσπειρε δοκιμαστικά σε μια μικρή έκταση κριθάρι. Λένε πως δεν πήγε άσχημα. Αν και απ’ εδώ και μπρος πάει έτσι, τότε το πρόβλημα των ζωοτροφών στη στέπα του Αναρχάι ίσως μπορέσει να λυθεί.

Μα ως τότε πρέπει να ενεργήσουμε με περίσκεψη. Στο Αναρχάι το καλοκαίρι είναι μεγάλη ζεστά και ξηρασία. Ακόμα και τα μικρά αγκάθια - τα τας-τικέν - συμβαίνει να ξηραίνονται κάποτε από τη ρίζα. Τα κολχόζ που φέρνουν από το φθινόπωρο τα κοπάδια τους εδώ για ξεχειμώνιασμα, δεν αποφασίζουν ακόμα να σπείρουν. Περιμένουν να δουν τι θα βγάλουν οι άλλοι... Γι’ αυτό εμείς που εργαζόμαστε εδώ μπορούμε να μετρηθούμε στα δάχτυλα: δυο τραχτερίστες, δυο βοηθοί, η μαγείρισσα, εγώ - ο νερουλάς - και ο γεωπόνος Σιρόκιν. Αμφιβάλλω αν μας ξέρει κανένας, μα ούτε και μεις καλοξέρουμε τι γίνεται στον κόσμο. 

[...]

Ήταν ευχάριστο τότε να κοιτάς το Αναρχάι στο χάρτη, όπου δεν ήταν μεγαλύτερο από μια παλάμη. Αλλά τώρα: Από την αυγή τρέχω από τη μια άκρη ως την άλλη άκρη του κάμπου μ’ αυτό το ανυπόφορο νεροβάρελο. Και το βράδυ μόλις μπορώ να βγάλω τα χάμουρα του αλόγου και να του δώσω χόρτο που το κουβαλούν με το αυτοκίνητο. Έπειτα τρώω χωρίς καμία όρεξη, ότι μας δίνει η Άλντα μας, ξαπλώνω στη σκηνή και κοιμούμαι σαν πεθαμένος.

Μα ότι το Αναρχάι είναι μια θαυμάσια στέπα με αψιθιά είναι αλήθεια. Ολόκληρες ώρες μπορείς να βαδίζεις και να θαυμάζεις την ομορφιά της, μόνο που δεν έχεις καιρό για τέτοια πράγματα.

Ας ήταν όλα όπως είναι, ένα μονάχα δεν καταλαβαίνω: τι έχει ο Αμπακίρ με μένα, γιατί δεν μπορεί να με υποφέρει; Αν ήξερα τι με περίμενε εδώ... Ήμουν έτοιμος να αντιμετωπίσω δυσκολίες τεράστιες. Δεν ήρθα, βέβαια, εδώ για να διασκεδάσω. Για τους ανθρώπους που θα ζούσα, και θα εργαζόμουνα μαζί, δεν ξέρω γιατί δεν σκέφτηκα καθόλου. Οι άνθρωποι είναι παντού σχεδόν ίδιοι...

Σχόλια