Σπυρίδων Περεσιάδης - Η Γκόλφω
Δράμα ειδυλλιακόν εις πράξεις πέντε
Το έργο διαδραματίζεται στα Αροάνια όρη των Καλαβρύτων. Η Γκόλφω και ο Τάσος, δύο νέα ερωτευμένα παιδιά αποφασίζουν να παντρευτούν παίρνοντας την ευχή των γονιών τους. Ωστόσο το πρόσωπα του περιβάλλοντός τους εκφράζουν τις ενστάσεις τους και προσπαθούν να τους χωρίσουν. Η Γκόλφω πλήρως αφοσιωμένη στον αγαπημένο της αρνείται πεισματικά τις προτάσεις του πλούσιου Κίτσου που θέλει να την κάνει γυναίκα του. Αντίθετα, παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς του, o Τάσος δέχεται να παντρευτεί την Σταυρούλα, την κόρη του τσέλιγκα Ζήση που θα του εξασφάλιζε οικονομική άνεση. Η Γκόλφω νιώθοντας προδομένη αποφασίζει να βάλει τέλος στη ζωή της αφού πρώτα συναντήσει το ζευγάρι και με μεγαλοψυχία τους δώσει τις ευχές της. Ο Τάσος συγκινημένος από την στάση της Γκόλφως αποφασίζει να εγκαταλείψει την Σταυρούλα και να γυρίσει στην πρώτη και μοναδική του αγάπη. Φτάνει όμως πολύ αργά κοντά της, αφού η Γκόλφω έχει προλάβει να πιει το δηλητήριο προτού μάθει πως ο Τάσος είχε μετανιώσει. Ο Τάσος νιώθοντας ένοχος αποφασίζει να βάλει τέλος στη ζωή του με το ίδιο του το μαχαίρι. Το έργο τελειώνει με την Αστέρω, μητέρα της Γκόλφως, και τον Θανασούλα, πατέρα του Τάσου, να βρίσκουν μαζί τα πτώματα των παιδιών τους.
* * *
Η πεντάπρακτη Η Γκόλφω είναι γραμμένη σε δημοτική γλώσσα. Το πρόσωπα του δράματος είναι δώδεκα, από τα οποία οι τρεις είναι γυναίκες και συμμετέχει Χορός από βοσκούς και βοσκοπούλες. Η δράση τοποθετείται σε βουκολικό τοπίο παρουσιάζοντας σε πολλά σημεία του έργου την καθημερινότητα και τις ασχολίες των ανθρώπων της υπαίθρου, όπως είναι οι βοσκοί - οι τσέλιγκες και οι βοσκοπούλες. Η χαρακτηριστική εικόνα της κόρης που πάει στη βρύση για να λευκάνει το πανί, οι άνθρωποι που περιμένουν να πάρουν νερό από την ίδια βρύση κ.ά. Η βρύση ως τόπος συνάντησης αλλά και ανταλλαγής πληροφοριών εμφανίζεται σε πολλά έργα του είδους ως κοινός τόπος. Έντονες είναι στο έργο οι ταξικές διαφορές, που συχνά στην επαρχία μεγεθύνονται και καθορίζουν τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Στην συγκεκριμένη περίπτωση γίνονται αιτία για να χωρίσει το ζευγάρι προκειμένου να έχουν τα άτομα μια καλύτερη ζωή. Ο Ζήσης για να πείσει τον Τάσο να γίνει γαμπρός του, του τάζει μεγάλη προίκα που περιλαμβάνει χίλια πρόβατα, εξακόσια γίδια, εβδομήντα άλογα και λιβάδια. Επίσης η Σταυρούλα, κόρη τσέλιγκα, προβάλλει την ανώτερη ταξική της θέση στις υπόλοιπες βοσκοπούλες απαιτώντας να γεμίσει πρώτη τη στάμνα της. Η δράση εμπλουτίζεται από πολλά δημοτικά ή δημοτικοφανή τραγούδια, κυρίως από την κατηγορία των νυφιάτικων, της αγάπης και άλλα, τα οποία πολλές φορές χρησιμοποιούνται και σαν μοτίβο στην έναρξη κάθε πράξης .
Πρώτη παράσταση: 10 Αυγούστου 1894 (Θέατρο «Παράδεισος», θίασος «Πρόοδος» του Δημήτριου Κοτοπούλη)
Τα πρόσωπα του έργου
Ζήσης - Τσέλιγκας
Σταυρούλα - Κόρη του Ζήση
Κίτσος - Ανιψιός του Ζήση
Αστέρω - Γριά βοσκός
Γκόλφω - Κόρη της Αστέρως
Θανάσουλας - Τσομπάνος
Τάσος - Γιος του Θανάσουλα
Γιάννος - Φίλος Τάσου
Δήμος - Ξάδελφος της Γκόλφως
Γιώργουλας - Φίλος του Ζήση
Δύο Άγγλοι περιηγητές
Αγωγιάτης των περιηγητών
Χορός από βοσκούς
Χορός από βοσκοπούλες
Πράξη πρώτη
Τάσος:
Επήρ’ η μέρα κ’ η αυγή, βασίλεψεν η πούλια.
Πήρε κι ο ήλιος στις κορφές, συχνολαλούν τ’ αηδόνια.
Οι πέρδικες ροβόλισαν στις βρύσες και λούζονται
Μα μια λεβεντοπέρδικα, με το πολύ καμάρι,
Η Γκόλφω η πεντάμορφη, δε ‘φανηκεν ακόμα.
Μα να την που ξαγνάντησε.
Γκόλφω:
Καλή σου μέρα, Τάσο.
Τάσος:
Καλώς τηνε την πέρδικα, πώκαμα μαύρα μάτια ως να την δω και να με δει. Καλή σου μέρα Γκόλφω…
Γκόλφω:
Μη λάχει και μας βλέπουνε;
Τάσος:
Κανένας δεν μας βλέπει. Παρά του λόγγου τα πουλιά και τα βουνά τριγύρω.
Γκόλφω:
(Κοιτάζει τρομαγμένη γύρω της) Και τα πουλιά…
Τάσος:
Τι έπαθες; Τι είναι τούτα, Γκόλφω;
Έτσι θα κάνωμε χωριό, απ’ τον αητό εσκιάχτης;
Γκόλφω:
Τα ύπατα μου κόπηκαν, σαν να τανε ανθρώπου ίσκιος σ’ εμένα φάνηκε.
Τάσος:
Μη σκιάζεσαι δε σου είπα
Μας βλέπει μόνον ο Θεός, που θέλημά Του θα ‘ταν
Ν’ αγαπηθούμε τόσο δα πιστά και τιμημένα
Για ιδες τριγύρω, Γκόλφω μου, αυτούνη τη θαλπούρα
Που σαν κατάχνια έπεσε γυροβολιά, δε μοιάζει
Σαν σκέπασμα θεόριχτο, που τούτη για την ώρα
Απ’ τα ουράνια έπεσεν, εμάς τους δυο να κρύψει
Από τις γλώσσες τις κακές και τα κακά τα μάτια;
Γκόλφω:
Πουρνό, πουρνό το πήρες.
Το ‘ βαλες στο τραγούδημα.
Τάσος:
Τι κάνει το πουλάκι
Σαν χάσει το ταιράκι του; το βάνει στο κελάιδι
Και βρέχει εδώ, και πάει εκεί, πετάει στις βρυσούλες
Εκεί που πέταγαν μαζί κι αντάμα ελουζόνταν
Κι ώσπου να το βρει ανάπαψη δεν έχει, όλο γυρίζει.
Γκόλφω:
Σαν πέρδικα εχύθηκα, ροβόλησα στο πλάι
Και πέταξα στο ταίρι μου που μ’ έκραξε για να ‘ρθω
Το ‘ξερα Τάσο, πως καημό είχες να μ’ ανταμώσεις
Κι ήρθα χωρίς ούτε γονιό και κόσμο να λογιάσω.
Τάσος:
Αλήθεια Γκόλφω μου, καημό να σ’ ανταμώσω είχα
Δυο μέρες είχα να σε δω, και χρόνια δυο ακόμα
Μου ‘φάνει πως διαβήκανε. Εσύ καημό δεν το ‘χες;
Πες μου, δε με πεθύμησες; δεν πόνεσες για μένα;
Γκόλφω:
Και πότε σε στερήθηκα για να σε πεθυμήσω;
Εγώ πάντα με ‘σένανε περνάω τον καιρό μου.
Κι όντας εσένα, Τάσο μου, δεν έχω στο πλευρό μου,
Τον ίσκιο σ’ έχω συντροφιά, παρηγοριά μου μόνη.
Κι όντας οι ράχες τα βουνά, οι λόγγοι, τα λαγγάδια,
Σε κρύβουν απ’ τα μάτια μου και δεν μπορώ να σ’ ειδω,
Γίνουμε όνειρο γοργό και σε ακολουθάω.
Τάσος:
Κουβέντιασέ μου, Γκόλφω μου… ποτέ, ποτέ μην πάψεις
Μη μαραθεί η άνοιξη που μέσα στην καρδιά μου
Μια μέρα την εφύτεψες μ’ ένα χαμόγελό σου…
Τάσος:
Με μέθυσες, με τρέλανες ο νους μου εσκοτίσθει,
Τέτοιες χαρές, τέτοιους καημούς κι αγάπης καρδιοχτύπια,
Τα λέει μόνο μια ματιά, τα χείλη τα μιλάνε,
Μα τα λαλούν αμίλητα, γλυκά χαμογελώντας.
Κίτσος:
Για στάσου κατιτί κρυφό να τώρα για να ειπούμε.
Γκόλφω:
Τι θα μου πεις, ρε Κίτσο;
Κίτσος:
Άκουσε, Γκόλφω να σου πω, το τι ‘μαι ‘γω το ξέρεις. Ειμ’ ανεψιός του Τσέλιγκα, γενιά των Ζησιμαίων,
Έχω πραμάτια περισσή, στους κάμπους στανοτόπια.
Γλολφω:
Να ζήσεις, να τα χαίρεσαι.
Κίτσος:
Άκου γιατί στα λέω.
Να παντρευτώ βουλήθηκα και ‘σένα για γυναίκα
Να πάρω τ’ αποφάσισα. Εσύ με θέλεις άντρα;
Γκόλφω:
Αυτούνο ήταν το κρυφό και το πολύ το σπούδι;
Κίτσος:
Αμ δα ποιο άλλο θάρεψες; Γιατί, δε σου αρέσει;;
Γκόλφω:
Κίτσο, εγώ να παντρευτώ καιρό δεν έχω ακόμα
Τ’ είμαι μικρή, στους δεκαεφτά ακόμη δεν εμπήκα
Αλλοιώς είναι κι αταίριαστο ταίρι εμέ να κάνεις.
Κίτσος:
Πες μου γιατ’ είν’ αταίριαστο; Θαρρείς πώς δε σου μοιάζω;
Πολύ περηφανεύτικες, πολύ μας καμαρώνεις.
Γκόλφω:
Εγώ, Κίτσο, Περήφανη; Δεν το ‘χασα ακόμα
Και τι ‘μαι εγώ περήφανο κεφάλι να σηκώσω
Στο πρώτο λεβεντόπουλο εδώ του Τσελιγκάτου;
Συ είσαι τσελιγκόπουλο, έχεις πολύ πραμάτεια.
Μα ‘γω μια κόρ’ είμαι φτωχή, με δίχως βιο και νάχτι
Είμαι απ’ άσχημη γενιά. Άλλη να πας για να ‘βρεις.
Στο σόι να ‘ναι όμοια σου και νάχτι να σου φέρει.
Κίτσος:
Είπες πολλά κι αδιάφορα ως που για να με κάμνης
Για να πιστέψω αληθινά πως ταίρι δε μου μοιάζεις.
Μ’ ένα λόγο μοναχά δε μο’ ‘λεγες, το όχι;
Γκόλφω:
Και είναι Κίτσο, ψέματα πώς είμαι φτωχοπούλα;
Κίτσος:
Δεν είσαι, Γκόλφω, συ φτωχιά. Διόλου δεν έχεις φτώχεια.
Που τα διαμάντια του ντουνιά θαμπώνονται, δε λάμπουν
Μπροστά στο φεγγοβόλημα τα μάτια σου που χύνουν
Γκόλφω, εγώ είμαι φτωχός, Φτωχιά δεν είν΄η κόρη
Όπου και το τριαντάφυλλο ‘μπρος στο χαμόγελό της,
Χάνει την ροδινάδα του. Φτωχιά δεν ειν’ η Γκόλφω
Που την αυγούλα του Μαγιού την κάνει ν’ αλλοψιάζει
Όντας πετιέται στο βουνό να χάνει την ντροπή της
Όντας θωρεί μιαν άλλη αυγή, λαμπρότερη από ‘κείνη.
Σ’ άλλου βουνού την κορυφή για να γλυκοχαράζει.
Γκόλφω:
Με το συμπάθειο καρτερεί στο ρέμα το πανί μου
Κίτσος:
Και ο στερνός ο λόγος σου ποιός είναι για να ξέρω;
Γκόλφω:
Για δες ο Γιάννος έρχεται κι αν μας ιδεί ‘δω πέρα
Έτσι να κουβεντιάζωμε, το τι θα πει ποιος ξέρει!
Του κοριτσιού καλύτερα τα μάτια του να βγούνε,
Μα τ’όνομά του να μη βγει. Είναι κακός ο κόσμος.
Κίτσος:
(Μόνος του) Είδες εκεί να μη στερχθεί γυναίκα μου να γίνει! (Με υπερηφάνεια)
Ο ανηψιός του Τσέλιγκα, των Ζησιμαίων ‘γγόνι.
Σαν το Χελμό περήφανη που είναι η γενιά του.
Μια φτωχοπούλα γύρεψε κ’ εκείνη δεν το θέλει!
Ακούς, εκεί, ένα δενδρί, πλάτανος στοιχειωμένος,
Σ’ ένα μικρό χαμόκλαδο τους κλώνους του να γέρνει
Να το σηκώσει στα ψηλά, κ’ εκειό να καμαρώνει;
(Με θυμό)
Μα, ορέ Γκόλφω ξέρε το δεν χορατεύει ο Κίτσος!
Αν λάχει άλλον κι αγαπάς μαύρη πικρή σου μοίρα
Σκυλιά θα φαν και ‘σενανε, όρνια θα φαν κ’ εκείνον.
Γιάννος:
Δεν είναι δα απελπισία τόση πολλή, ρε Κίτσο
Μην το θαρρείς πως έπρεπε με μια μόνο κουβέντα
Το ναι η Γκόλφω να σου πει.
Κίτσος:
Και το γιατί για πες μου.
Γιάννος:
Καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια.
Με τον καιρό και το δενδρί κάνει καρπό και φύλλα.
Άϊντε ορέ, μια κοπανιά σα να ταν χυλοπίτα
Να πας στη Γκόλφω θάρρευες; Δεν ειν’ μαλλιά τα γένια
Θελ’ η αγάπη υπομονή κι αητού γρηγοροσύνη
Θέλει λαγού πατήματα, αλλιώς υγεία σ’ αφήνει.
Ξέρεις τι μαγαρόπλαστη που είναι οι γυναίκες;
Σου είναι κάτι ξωτικά, σου είναι κάτι ζούδια
Τι άγιο λιβανίζουνε, χαμπάρι δεν το παίρνεις.
Όντας τους λες για παντρειά, κάνουνε πως δεν θέλουν
Τα μάτια χαμηλώνουνε και κατά γης κοιτάζουν
Και μέσα η καρδούλα τους απ’ την πολλή χαρά τους
Χορεύει σαν σκαντζόχοιρος, βαράει σαν ταμπούρλο.
Γκόλφω:
Σαν είσαι τσελιγκόπουλο, εμένα δεν με μέλλει
Κι αν έχεις πρόβατα πολλά, τ’ αυτί μου δεν ιδρώνει
Όχι εσύ που ‘σαι βοσκός, σαν όλους εδώ πέρα,
Για ν’ αρνηθώ τον Τάσσο μου μπορείς για να με κάνεις
Αλλά και αρχοντόπουλο, βασιλοπαίδι να ‘σουν
Σε θρόνο να με κάθιζες βασίλισσα να γένω,
Θαρρούσες την αγάπη του ποτέ μου πώς θ’ αρνιώμουν;
Έχω παλάτι, θα ‘λεγα, του Τάσσου μου στα στήθια
Και θρόνο μου θεόχτιστο την τρυφερή καρδιά του.
Έχω βασίλειο την ερμιά, για χώρες μου τους λόγγους
Για κόσμο έχω τα πουλιά, τ’ αηδόνια μουσική μου.
Όποιος αγάπη αρνήθηκε σαν τη δικιά μου αθώα,
Καθάρια σαν της εντροπής τ’ όμορφο κοκκινάδι
Όποιος πατεί τον όρκο του που κάνει στην αγάπη
Πατεί τον ίδιο το Θεό και τον Χριστό αρνιέται,
Γιατί αγάπ’ αληθινή τίποτε δεν ειν’ άλλο,
Παρά ο ίδιος ο Θεός μεσ’ στην καρδιά του κόσμου.
Τάσος:
Ήρθε καιρός στο φανερό να βγει το μυστικό μας.
Άκου πατέρα να σου πω:
Άκουσε, θεία, Αστέρω
Όντας δεν το θελήσετε, εσείς δεν το στερχθήτε,
Μια άλλη πιο τρανότερη χαρά για να μου δώστε
Εκείνη πουν’ αληθινή χαρά και ευτυχία,
Εκείνη που ‘ναι θησαυρός και βιο πολύ για μένα.
Τα χρήματα που μου ‘δωκαν οι Λόρδοι δεν τα θέλω.
Μια ευτυχία ‘γω ποθώ και μια χαρά: την Γκόλφω.
(Η Γκόλφω κοιτάζει σαν ντροπιασμένη προς τα κάτω και αποφεύγει το βλέμμα της μητέρας της Αστέρως)
Η Γκόλφω ειν’ για μένανε περίσσια ευτυχία
Και θησαυρός ατέλειωτος! Όλο το βιος του κόσμου.
Όλες του κόσμου οι χαρές καν τίποτα δεν είναι
Μπροστά στη Γκόλφω χάνονται, ειν’ άχαρες για ‘μένα
Δυο χρόνια αγαπιόμαστε, χωρίς κανείς να ξέρει
Παρά του λόγγου τα πουλιά και τα βουνά τριγύρω.
Μα ‘ρθε καιρός να βάλωμε του γάμου το στεφάνι.
Ταίρι χρυσό να γίνωμε. Δώστε μας την ευχή σας.
Πράξη Δεύτερη
Γκόλφω και Βοσκοπούλες:
Εχαμογέλσ’ η αυγή κ’ η πούλια πάει στη δύση
Παν’ τα πουλάκια στη βοσκή κ’ οι λυγερές στη βρύση,
Το λεν’ οι κούκοι στα βουνά στις ρεματιές τ’ αηδόνι.
Και με τον πετροκότσυφα η πέρδικα μαλώνει.
Θάλασσα πλατιά,
Μαγκούφα ξενητιά.
Χαρήτε νιές, χαρήτε νιοι, τα δροσερά σας νιάτα…
Γιατί γοργά μαραίνονται, φεύγουν π’ ανάθεμάτα…
Δεν ειν’ η νιότη αυγερινός στη δύση να ξεγέρνει.
Πάπια του γιαλού
Μην αγαπάς αλλού.
Σταυρούλα:
Τίνος βαρέλα ειν’ αυτή;
Γκόλφω:
Δική μου είναι.
Σταυρούλα:
Βγάλε την.
Γκόλφω:
Άμα γιομίσει.
Σταυρούλα:
Τώρα δα σου λέω να την βγάλεις.
Γκόλφω:
Γιατί, Σταυρούλα, μου μιλάς με τόσο δα ινάτι;
Σταυρούλα:
Έτσι μου θέλω. Βγάλε την, γιατί θα την πετάξω,
Και θα την κάμω τρίψαλα.
Γκόλφω:
Γιατί θα την πετάξεις; Για βάλε με στο νόημα.
Σταυρούλα:
Γιατί με λεν Σταυρούλα!
Είμαι κορίτσι τσέλιγκα, που η βλαχουριά τον τρέμει.
Και του βροντάνε τ’ άρματα και δεν μου πρέπει, όχι,
Εσένα για να καρτερώ πρώτα για να γιομίσεις.
Γκόλφω:
Κυρά μ’, αν είσαι και παπάς, θα πας με την αράδα.
Σταυρούλα:
(Σπρώχνει με το πόδι της τη στάμνα έξω απ’ τη βρύση και στη θέση της βάζει τη δική της)
Να την αράδα που θα πάει!
Γκόλφω:
Γιατί, ορή, τη βγάνεις;
Σταυρούλα:
Γιατί το πήρες στα ψηλά, θαρρείς εσύ πως είσαι
Κι άλλη δεν είναι στο ντουνιά. Να σκάσεις, να πλαντάξεις,
Όσο κι αν κάνεις, μάθε το, εμένα δε με φτάνεις,
Είσαι σκαλούνια χαμηλά, ποτέ δε θα με φτάσεις.
(Χτυπάει δυνατά το χώμα με το πόδι της)
Σαν τουτ’ τη γη όπου πατώ, έτσι σε λογαριάζω.
Γκόλφω:
Έλα Χριστέ και Παναγιά, και δώστε την υγειά της!
Σταυρούλα, σε φουσκόβαλαν, σ’ έχουνε γελασμένη;
Εγώ ποτέ για σένανε κάνα κακό δεν είπα.
Ούτε περηφανεύτηκα, δεν το ‘χασα ακόμα.
[...]
Σταυρούλα:
Γράψε την ώρα τούτην.
Μεσ’ το μυαλό σου δεσ’ τηνε, το βηχ’ αν δεν στον κόψω
Παντοτινά, να μη με λεν Σταυρούλα τ’ όνομά μου...
Γκόλφω:
(Μόνη) Μα τούτη εζουρλάθηκε, για δέσιμο εγίνη.
Με δίχως ‘γω στο στόμα μου να πιάσω τ’ όνομά της
Σα σκύλα εβαβούριζε. Σε ξέρω ‘γω, Σταυρούλα,
Το τι ‘ναι το ινάτι σου. Δεν βόσκω χορταράκι.
Γιατί εβγήκα ‘π’ τη σκλαβιά, εβγήκα από τη φτώχεια,
Θα ‘χω ψωμάκι για να τρω, ανάγκη δε θα σ’ έχω.
Δεν έχεις μάτια να με ιδείς. Με βλέπεις σαν αγκάθι
Και σαν καρφί στα μάτια σου!
Κίτσος:
Όντας εσύ το δυναστής, ρε Γιάννο και την Γκόλφω
Τον κάμεις για ν’ απαρνηθεί, να πάρει τη Σταυρούλα,
Τότε η Γκόλφω διχωτά καμμιά αμφιβολία
Εμέ θα πάρει άντρα της, τα μάτια του να βγάλει,
Κι απ’ τη Σταυρούλα, ξέρε το, έχεις για προξενιά σου
Δέκα προβάτες διαλεχτές, της στάνης τον αθέρα.
Της ήρθε πείσμα δυνατό, τον Τάσσο για να πάρει,
Την Γκόλφω να ξεδικηθεί που σήκωσε κεφάλι.
Ζήσης (Πατέρας Σταυρούλας):
Με άλλους λόγους ξάστερους και οξ’ από τα δόντια,
Τ’ αποφασίζεις ν’ αρνηθείς την Γκόλφω και του Ζήση
Να γίνεις στέργεσαι (=σκέφτεσαι) γαμπρός, να πάρεις τη Σταυρούλα;
[...]
Τα χίλια μου πρόβατα, τα εξακόσια γίδια,
Τα εβδομήντα άλογα, όλα μου τα λιβάδια,
Όλα στα δίνω προίκα σου, σε κάνω μορογιάννη.
Τι λες και ‘συ, το στέργεσαι;
Τάσος:
Ευχαριστώ, κυρ-Ζήση,
Που τόσο δα με προτιμάς. Με όλη την καρδιά μου
Να ξέρεις θα δεχόμουνα να πάρω τη Σταυρούλα
Και να σε κάμω πεθερό, μα τώρα…
Ζήσης:
Ε, μα τώρα;
Τάσος:
Μα τώρα δυσκολεύομαι.
Ζήσης:
Γιατί, ορέ; για πες μου.
Τάσος:
Το τι ο κόσμος θε να ειπεί αν αρνηθώ την Γκόλφω,
Αφού την αραβόνιασα, την πήρα με αγάπη;
Προδότη βέβαια θα με λεν’ κ’ η αφεντιά σου πρώτος.
Ζήσης:
Ώστε που λέμε αψηφάς και σόι και πραμάτια;
Τάσος:
Για καλοσυλλογίσου το τι μου λες να κάμω!
Ζήσης:
Να γίνεις αρχοντόβλαχος. Αυτό σου λέω να κάμεις.
[...]
Τ’ απόγευμα θα μόρθουν
Συμπεθεριά από αλλού. Σου δίνω διορία
Έως το γιόμα να σκεφθείς, κι αν λάχει και το στέρξεις,
Να, με το Γιάννο μήνυμα μου στέλνεις στο κονάκι.
Από το γιόμα κ’ ύστερα ή στέρξεις ή δεν στέρξεις,
Σε μένα ειν’ αδιάφορο. Τότε εγώ δε στέργω.
Τάσος:
Δεν είναι κρίμα κι άδικο για πες μου ορέ Γιάννο!
Την Γκόλφω ν’ απαρνηθώ, με δίχως να μου φταίξει;
Γιάννος:
Και θέλεις άλλο φταίξιμο από εκειό που σέρνει;
Τάσος:
Για πες μου ποιο;
Γιάννος:
Το πιο τρανό, τη φτώχεια που τη δέρνει.
Τάσος:
Και ειν’ η φτώχεια φταίξιμο;
Γιάννος:
Αμ, δα, τι είναι κάνε;
Τάσος:
Μα τότε όλοι οι φτωχοί στον κόσμο είναι φταίχτες;
Γιάννος:
Τρεις περδικούλες κάθονται και πίνουνε ταμπάκο.
Μοιρολογούσαν κ’ έλεγαν, μοιρολογούν και λένε...
Οχ’ οι φτωχοί η φτώχεια τους είναι το φταίξιμο τους,
Εμπείκες μεσ’ το νόημα ή δεν καταλαβαίνεις!
Πώς θέλεις, Τάσο, να στο ειπώ; Αν ‘γω δεν είχα φτώχεια
Μπορούσα για να πάγαινα γράμματα για να μάθω.
Να γίνω κάνας δάσκαλος, κάνας παππάς, δεσπότης.
Ποιος ξέρει και γινόμουνα και υπουργός ακόμα…
Δεν ήτανε παράξενο και βασιλιάς να γίνω
Και αντί προβατοκόπαδο που βάνω τώρα μπρος μου,
Να βάνω ανθρωποκόπαδο. Να έτσι για να κάμω (Σφυράει),
Και σαν τα πράϊτα (=πρόβατα) γύρω μου να μάσω τους ντουνιάδες.
Η φτώχεια φταίει, Τάσο μου. Καταραμένη φτώχεια!
Τάσος:
Πώς να ξεχάσω, Γιάννο μου, τόσων χρόνων αγάπη,
Αγάπη σαν τριαντάφυλλο, αθώα σαν το κρίνο,
Σαν το αρνάκι άκακη κ’ αγνή σαν αγγελούδι;
Γιάννος:
Και κάτασπρη σαν κόρακας και μαύρη σαν το χιόνι,
Σαν το αγέρι κίτρινη, γαλάζια σαν το βρόντο,
Και κόκκινη σαν του βρ… βρ… βρ… που κάνει
Και κολοκύθια τούμπανα κι αέρας γιαχνισμένος.
(Με θυμό) Ε ορέ ντε, αλλοίμονο! Μ’ αυτούνο το κεφάλι
Θα κάνεις, Τάσο, Πασχαλιά; Ακούς εκεί δα αγάπη;
[...]
Να τη θα πει αγάπη:
Με αγαπάς! Σε αγαπώ. Παιδιάτικες κουβέντες,
Σπιτάκια όπου φτιάνουνε στ’ αλώνια τα παιδάκια,
Κι όντας τα βαργεστίσουνε τους δίνουν έναν κλώτσο
Και σου τα κάνουν τρόχαλο. Αυτό θα πει αγάπη.
Τάσος:
Μα ‘γω την αρρεβώνιασα σε τούτο ‘δω τον τόπο
Που τώρα ‘μεις στεκόμαστε κ’ εμπρός εις τους γονιούς μας
Τα χέρια μας εδώκαμε…
Γιάννος:
Αυτούνο σε σκοτίζει;
Έτσι που γένηκε αυτό δεν ήταν αρραβώνας.
Μα έτσι ‘δω κατακαμπής, καταμεσής στις στράτες
Γίνεται τ’ αρραβώνιασμα; Εκειό ήταν παιγνίδι,
Μα όχι αρραβωνιάσματα. Ήτανε κολοκύθια!
[...]
Εδώ παζάρι είναι
Και όπου βάλει κάθεται. Τα πλειότερα νικάνε,
Καθένας το συμφέρο του.
Τάσος:
Αχ, Γιάννο, δεν αγάπησες, κ’ έχεις μεγάλο δίκιο,
Αν λάχει και αγάπησες και σ’ αγαπούσαν τόσο,
Όσο εμένανε αγαπάν, δεν θ’ άνοιγες το στόμα,
τέτοιες κουβέντες να μου λες.
Τάσος:
Μπροστά να πάω σκιάζομαι, πίσω να πάω φοβάμαι.
Με την περήφανη γενιά, με το πολύ το βιός τους
Ο τσέλιγκας παρακαλέι παιδί του να με κάμει
Κ’ εγώ δεν καταδέχομαι. Και ποιος; εγώ ο Τάσσος!
Ο Τάσος ο πεντάφτωχος, ο πιο φτωχός του τόπου.
Που ως τα χθες εφύλαγα τα πρόβατα της ρούγας!
Και τώρα τι να κάμω;
(Γυρίζοντας προς τον ήλιο)
Πώς φεύγεις τόσο γρήγορα τη σημερινή ημέρα
Και φαίνεσαι σαν να μου λες: τράβα, μη στέκεις, τρέχα,
Μη χάνεις τύχη ανέλπιστη!
(Δυνατά) Αχ! ήλιε στάσου, στάσου.
Τάσος:
Άκου να σου ειπώ και με κοντολογία
Χωρίς για να λογιάσουμε να βάλωμε στο νου μας
Πως είναι πέλαγο η ζωή, επιάσαμε αγάπη,
Μα μέθυσ’ η αγάπη μας, εσκότισε το νου μας,
Τα μάτια μας εθάμπωσε και τι ‘ναι ‘μπρός μας διόλου
Να ιδούμε δε μας αφήκε. Τη φτώχεια που μπροστά μας
Σαν καταβόθρα λαίμαργη το στόμα της ανοίγει
Να πιει την ευτυχία μας, δεν είδες, δεν την είδα.
Μέσα στης φτώχειας τους δαρμούς, στις τόσες τις τρεμούλες
Μοιάζει λουλούδ’ η αγάπη, φυτρωμένο μεσ’ τ’ αγκάθια,
Να μεγαλώσει δεν μπορεί, ούτε πολύ να ζήσει,
Το τι θα φάμε σήμερα το τι θα φάμε αύριο,
Μεθαύριο τι θα γίνωμε ειν’ της αγάπης μνήμα.
[...]
Καιρός για να ξυπνήσωμε, ν’ ανοίξωμε τα μάτια,
Ήρθε καιρός ν’ αφήκωμε τα όνειρα στην μπάντα.
Είναι αλήθεια όμορφο τ’ όνειρο της αγάπης,
Μα με ονείρατα κανείς δεν ζει σ’ αυτόν τον κόσμο.
Σ’ αγάπησα, μ’ αγάπησες, είμαστε ίσια-ίσια.
Ήταν και τούτο χωρατό, ήταν ένα παιγνίδι.
Όποιος ποιος λίγο, ποιος πολύ, το παιζ’ όλος ο κόσμος.
Μα τώρα έφτασ’ ο καιρός τα χωρατά να πάψουν,
Καθένας το συμφέρο του να πάει να κοιτάξει.
Σε λησμονώ, λησμόνα με να γίνωμ’ απαγάδι.
Τάσος:
Πάρε την αρρεβώνα σου… και δως μου τη δική μου.
Γκόλφω:
(Μ’ έκπληξη) Την αρρεβώνα μου …
Τι λες, φονιά; θαρρείς πώς μόνο
Το δαχτυλίδι μου χρωστάς;
(Με σπαραγμό) Χρωστάς καρδιά σε μένα!
Πράξη Τρίτη
Γκόλφω:
Στάσου!
Τάσος:
(Οπισθοχωρεί με έκπληξη) Η Γκόλφω;
Γκόλφω:
Δεν ειν’ η Γκόλφω, άσπλαχνε, αλλά το φάντασμα της,
Όπου σε πάει κατά ποδιού από κοντά σε παίρνει.
Τάσος:
Τι θέλεις ‘δω!
Γκόλφω:
Τι θέλω ‘δω... Και το ρωτάς, προδότη;
Έχεις ακόμα, άκαρδε, στόμα, λαλιά και γλώσσα
Και με ρωτάς τι θέλω δω;!
(Με αγανάκτηση) Ήρθα προδότη, ήρθα…
(Με συγκίνηση) Ναι, ήρθα ‘δω γυρεύοντας
(Ηρεμότερα και με μεγαλύτερη συγκίνηση) Για να βρω τη χαρά μου,
Να βρω την ευτυχία μου, τη μοναχή μ’ ελπίδα,
Τη μόνη μου παρηγοριά, τον Τάσο, την καρδιά μου.
Τάσος:
Στο είπα, στο παράγγειλα και τώρα σου το λέω,
Ν’ απελπισθείς τελειωτικά τι διάφορο δεν έχεις.
Την Κυριακή παντρεύομαι και παίρνω τη Σταυρούλα.
(Κάνει να φύγει)
Γκόλφω:
(Τον πιάνει απ’ το χέρι) Όχι, δε φεύγεις, άπιστε!
Τάσος:
(Της ξεφεύγει) Μα άσε με!
Θανάσουλας (Πατέρας Τάσου):
Στον τόπο,
Μην κινηθείς, τι εχάθηκες!
[ …]
Αν το κουνήσεις από ‘δω και κάμεις πως θα φύγεις
Θα σε ξαπλώσω καταγής σαν να ‘σουνα αγρίμι.
[...]
Στάσου η Γκόλφω να σου να σου ειπεί και ύστερα πηγαίνεις
Εκεί που η κατάρα μου μια μέρα θα σε φέρει,
Θα δώκεις λόγο, άπιστε!
Γκόλφω:
Τοσ’ ήταν η αγάπη σου, σαν την περικοκλάδα
Π’ ανθίζει με το χάραμα, μαραίνετ’ ως το γιόμα
Και με το γέρμα του ηλιού απ’ το κλωνί της πέφτει;
Με τι καρδιά, με τι ψυχή, άσπλαχνε, μ’ απαρνιέσαι;
Ο νους σου πώς το χώρεσε; πώς το δυνάσθεις, πες μου;
Ακόμα ο αντίλαλος του όρκου σου δε σβέσθει
Τον κελαϊδούνε τα πουλιά και τον αχεί ο λόγγος
Και συ, ορέ τον αψηφάς; Θεό δε συλλογάσαι;
[...]
Θανάσουλας:
Όντας φτωχός συ ήσουν
Η Γκόλφω δε σ’ αρνήθηκε, στο λόγο της εστάθει.
Τον Κίτσο δεν εστέρχθηκε άντρα της για να πάρει,
Τσελιγκοπούλα να γενεί, περήφανα να ζήσει.
Εσύ, ορέ πώς την ξεχνάς; Πώς παίρνεις την Σταυρούλα
Που όντας ήσουνα φτωχός ούτε μια καλημέρα
Δεν εστεκόταν να σου πει…
Γκόλφω:
Σκορπά τα μαύρα σύννεφα μ’ ένα χαμόγελο σου.
Αχ! πάψε για τον άνεμο, πάψε το θεοπόντι,
Να ξαστερώσει ο ουρανός, να λάμψει ο ήλιος πάλι,
Ν’ αρχίσουν το κελάιδι τους τ’ αηδόνια τα σκιαγμένα
Κ’ η νεκρωμένη άνοίξη τα σάβανα να σχίσει
Κι από τον τάφο της να βγει ωραία σαν και πρώτα…
Πετά στην πρώτη σου φωλιά, όπου την έχω πλέξει
Με τόσους πόνους και καημούς και τόσα καρδιοχτύπια
Αχ, πες το, Τάσο μου, το ναι!
Θανάσουλας:
Πες το, ορέ παιδί μου,
Άιντε να μ’ ώχεις την ευχή, μην την παιδεύεις άλλο.
Της φτάνουνε οι παιδεψιές, της φτάνουν τα φαρμάκια
Π’ ως τώρα την επότισες. Άιντε, νερό κι αλάτι
Στα όσα συ μας έκαμες.
Γκόλφω:
Ακούς και τα πουλάκια
Που κελαηδούν ολόγυρα, κι αυτά σε περκαλούνε. (Αστράφτει και βροντά)
Ακούς; ακόμα κι ο Θεός, ψηλά απ’ τα ουράνια,
Με τη φωνή του τη βαριά, Τάσο μου, σε προστάζει
Ε με αν δεν σπλαχνίζεσαι, να φοβηθείς Εκείνον.
Τάσος:
Οτ’ είχα, Γκόλφω, να σου πω, ορθά κοφτά στο είπα.
Να πας και συ να παντρευτείς τον Κίτσο για να πάρεις
Ή όποιον άλλο θες εσύ. Τραβήξου από μένα!
Γκόλφω:
Με τούτο ‘δω το δίκοπο, το ίδιο σου μαχαίρι,
Σχιστ’ την ετούτη την καρδιά που τόσο σ’ αγαπάει,
Τόσο πολύ σ’ ελάτρεψε. Σφαχ’ την! κομμάτιασέ την.
Άσε με ‘δω νεκρή, φονιά, πάτει το λείψανό μου
Και τότε άιντε στο καλό. (Του δίνει το μαχαίρι)
Παρ’ το και βάρει, χτύπα!
Τάσος:
(Παίρνει το μαχαίρι) Αν θέλεις για να σκοτωθείς, να οι γκρεμοί τριγύρω.
Θανάσουλας:
Σκύλε, καθώς την έκαμες βαρ’ την, μαχαίρωσέ την!
Γκόλφω:
Χτύπα ορέ!
Τάσος:
Χάρος εγώ δεν είμαι
Ψυχές να παίρνω. Άσε με να πάω στη δουλειά μου.
Γκόλφω:
(Τον κρατάει απ’ το χέρι) Όχι!
Τάσος:
(Τη σπρώχνει) Μα άσε με, σου λέω!
Θανάσουλας:
Σκύλε, δεν τη λυπάσαι;
Γκόλφω:
Τάσο, θα σε καταρασθώ.
Θανάσουλας:
(Τον εμποδίζει να βγει) Να πας δεν έχεις πουθενά, της Γκόλφως την κατάρα
Θ’ ακούσεις πρώτα κ’ ύστερα στ’ ανάθεμα πηγαίνεις.
Τάσος:
Α, μα, πατέρα...
Θανάσουλας:
Σώπασε, πατέρα μη με κράζεις.
Το όνομά μου, άπιστε, στο στόμα σου μην πιάνεις.
Γκόλφω:
Σου μένει ακόμα μια στιγμή. Άλλαξε γνώμη, Τάσο.
Τάσος:
Όχι!
Θανάσουλας:
Πικρή οχιά. Πικρό μαχαίρι να σε φάει!
Γκόλφω:
(Έντονα) Τα δάκρυα που έχυσα για σε.
(Με απότομη μετάπτωση) Αλλάζεις γνώμη;
Τάσος:
Όχι, σου λέω.
Θανάσουλας:
Άκαρδε!
Γκόλφω:
Αποφασίζεις ;
Τάσος:
Όχι.
Γκόλφω:
(Σα μανιασμένη) Τα δάκρυα που έχυσα, προδότη, εγώ για σένα
Η κάθε μια σταλαγματιά, κάθε ρανίδα κ’ ένα
Φίδι να γίνει δίγλωσσο, τρικέφαλη σαΐτα
Όπου κι αν πας, όπου σταθείς, αυγή... ημέρα... νύχτα.
Ξύπνιο, στο κοιμηθιό σου
Και μέσα στ’ όνειρο σου
Κατάκαρδα να σε χτυπούν
( Αστράφτει και βροντά)
Τάσος:
( Με μεγάλη ταραχή) Στους λόγους, στ’ άγρια βουνά.
Θανάσουλας:
Απάνω σου, προδότη.
Γκόλφω:
Τα χείλη σου να φρύγωνται για μια σταλιά δροσούλα
Κι όντας εγγίζεις το νερό, η καθεμιά βρυσούλα
Αίμα, χολή να γίνεται, και το γλυκό ψωμάκι
Όντας το τρως το στόμα σου να γίνεται φαρμάκι.
Να κλαις κι αντί για δάκρυα
Αίμα θολό και άφρη
Τα μάτια σου να τρέχουν
Τάσος:
( Με μεγάλη ταραχή) Στους λόγους, στ’ άγρια βουνά.
Θανάσουλας:
Απάνω σου, προδότη.
( Αστράφτει και βροντά ισχυρότερα)
Γκόλφω:
Οθε πατείς κι όθε περνάς χόρτο να μη φυτρώνει.
Να μην ανθίζει λούλουδο, να μη λαλεί αηδόνι,
Και τα κλαριά να ρίχνουνε τα πράσινά τους φύλλα,
Και να σκορπάν τα άνθιά τους, να σκούζουνε τα ξύλα.
Ίσκιος να μην είναι για σε!
Και τα πουλιά σκιαγμένα
Να φεύγουν μακριά.
(Σπρώχνει τον Τάσο)
Πράξη Τέταρτη
Γκόλφω:
(Αναμαλλιασμένη με ξέπλεκα μαλλιά της που πέφτουν στον ώμο της κι όλες της οι κινήσεις δείχνουν πως έχει χάσει τα λογικά της)
Και τι καλά, τι όμορφα, τι τύχη που την έχω! Εμπρός! Γιατί σταθήκατε;
Ζήσης:
(Με θυμό) Τι θέλεις συ ‘δω πέρα!
Γκόλφω:
Τι θέλω ‘δω... και το ρωτάς; Ήρθα να ξεφαντώσω
Ήρθα τραγούδια για να πω, τραγούδια ν’ αραδιάσω
Να νοστιμίσει ο χώρος, να ξεφαντώσ’ η ρούγα.
Δεν είμαι τάχατες κ’ εγώ κορίτσι στον καιρό μου;
Ζήσης:
Οξ’ από ‘δω, τι σ’ έσχισα σα λύκος το κατσίκι!
[...]
Σταυρούλα:
Σκοτώστε την τη στρίγγλα.
(Στη Γκόλφω με θυμό) Τι θέλεις ‘δω ορή ζουρλή!
Γκόλφω:
(Άγρια) Πίσω.
Σταυρούλα:
Τι την φυλάτε;
Ζήσης:
Μη με κρατάτε.
Γκόλφω:
Αφήστε τον. Κανένας μη τον πιάνει.
Δεν σκιάζεται το μάρμαρο τον πάγο και το χιόνι,
Και τη βροχή τα πέλαγα κ’ οι πεθαμένοι Χάρο.
(Έντονα) Κανένα ‘γω δεν σκιάζομαι.
Κίτσος:
Τι θέλεις Γκόλφω, που ‘ρθες ‘δω;
Γκόλφω:
Θέλω δυο λόγια μόνο
Να κάμεις τόπο για να ειπώ στον Τάσο.
(Με υψηλό τόνο) Ναι, στον Τάσο
Και χάρη ‘γω θα στο χρωστώ.
Τάσος:
Τι θέλεις από μένα;
Δε στο είπα μια, δε στο είπα δυο, δε στο είπα τρεις και πέντε
Πώς από μένα διάφορο δεν έχεις;
Σταυρούλα:
Ναι, δεν έχεις.
Δεν είναι για τα μούτρα σου ο Τάσος, να το ξέρεις,
Κι αν το μυαλό σου έχασες, για δέσιμο εγίνεις.
Στα μοναστήρια διάβαινε, ειν’ ανοιχτές οι στράτες.
[...]
Γκόλφω:
Για σένα, Τάσο, πήρα
Όλες ετούτες τις ντροπές, για σε και τις λαχτάρες.
Τάσος:
Τα λόγια ειν’ ανώφελα, πήγαινε στη δουλειά σου.
Γκόλφω:
Θα φύγω, ακαρδε, κακέ... Θα φύγω… ναι, θα φύγω.
Μακριά στα ξένα θε να πάω! και ποιος ποτέ το ξέρει,
Σαν τι να γραφ’ η μοίρα μου, ποιο είναι το γραφτό μου!
Τάχα θε να ‘ρθω πίσω ‘δω… Θε να με ιδείς
Θε να σε ειδώ μεσ’ στο ντουνιά;
Αχ! η ζωή κι ο Χάρος
Αγκαλιασμένοι περπατούν.
Γκόλφω:
Να ειπώ το “έχε γεια” σε σένα ήρθα, Τάσο,
Και να σε ράνω με ανθούς. Όντας θα γίνει ο γάμος,
Εγώ δεν θα ‘μαι ‘δω. Αχ! ναι, θα ‘μαι ξενιτεμένη…
(Με αυξανόμενη συγκίνηση) Τα δάκρυα που έχυσα να γίνουνε βρυσούλες,
Να πίνεις, να δροσίζεσαι, τη δίψα σου να σβήνεις
Όθε περνάς στο δρόμο σου λουλούδια να φυτρώνουν,
Ο κόσμος να σε χαίρεται. Οι κλάψες πω ‘χω κάμει
Να γίνουνε τριανταφυλλιές, κηπάρι ανθισμένο,
Στον ίσκιο τους να κάθεσαι εσύ και η καλή σου.
Από το μέλι πιο γλυκιά να είναι η ζωή σου,
Κι από αυτήν την άνοιξη περίσσιες να ‘χεις χάρες,
Τα μάτια σου τα δάκρυα ποτέ να μη γνωρίσουν
Και η καρδιά σου βογκητό ποτέ να μην ακούσει.
Αμάραντο χαμόγελο στα χείλη σου ν’ ανθίζει
Και στην καρδιά σου η χαρά, η κάθε ευτυχία
Το θρόνο τους να στήσουνε
Και ‘συ, Σταυρούλα, άκου:
Τον Τάσο να τον αγαπάς, όπως τον αγαπούσα,
Κι αν δεν μπορείς, δε δύνασαι, δε φτάνει η καρδιά σου,,
(Με σπαραγμό) Σχίσε τα στήθη μου αυτά, πάρε την ειδική μου,
Σου την δανείζω, πάρε την, μ’ όλα τα φυλλοκάρδια
Και μ’ όλη την αγάπη μου, κι αγάπαγε τον Τάσο.
(Με λυγμούς) Αγάπα τον, Αγάπα τον! Αχ! Τάσο, Τάσο, Τάσο…
Πράξη Πέμπτη
Τάσος:
(Προς τον Ζήση τον πατέρα της Σταυρούλας)
Τέτοιον προδότη σαν κ’ εμέ και ψεύτη της αγάπης,
Να μη στερχθείς ,να μην το θες, παιδί σου να τον κάμεις,
Όπως την Γκόλφω πρόδωσα κι αυτή σου τη Σταυρούλα
Να την προδώσω δίναμε. Ειν’ εύκολο σε μένα.
Αφού την Γκόλφω αρνήθηκα που τόσο μ’ αγαπούσε,
Θα είναι απ’ τ’ αδύνατα για να σταθώ με πίστη…
Στο σημερνό στεφάνι μου. Αυτός που τη ζωή του
Αρχίζει με την προδοσιά έτσι την τελειώνει.
Εγώ δεν είμαι Χριστιανός. Εγώ δεν έχω πίστη…
Δεν προσκυνάω τίποτα. Σ’ εμέ δεν πρέπει όχι!
Την καλημέρα άνθρωπος πότε για να μου λέει,
Εγώ δεν πρέπει σ’ εκκλησιές πότε μου για να μπαίνω,
Και σαν τους άλλους χριστιανούς ν’ ασπάζομαι Βαγγέλιο,
Ούτε να παίρνω αντίδωρο απ’ του παπά το χέρι.
Την υστερνή μου τη στιγμή, την υστερνή μου ώρα,
Να μη βρεθεί πνευματικός να με ξομολογήσει,
Να πάω αξομολόγητος, σα σκύλος να ψοφήσω.
Γκόλφω:
Τάσο... Πρόφτασε... Σύρε γιατρούς να φέρεις
Σύρε να φέρεις γιατρικά που παίρνουν το φαρμάκι.
Εφαρμακώθηκα.
Τάσος:
Τι λες; (Με φρίκη) Εφαρμακώθεις!
Γκόλφω:
Όντας εσύ μ’ αρνήθηκες κ’ έχασα καθ’ ελπίδα,
Τον κόσμο απαρνήθηκα. Δεν ήθελα να ζήσω.
Τάσος:
(Απελπισμένος) Αχ! Γκόλφω μου, τι έκαμες; Τι έκαμες!;
(Με σπαραγμό) Με τέτοια κόλαση ανυπόφορη, με τέτοια τιμωρία,
Ποτέ μου δεν το πρόσμενα να παιδευτώ!
Γκόλφω:
Μα τώρα
Ειν’ η ζωή γλυκιά για με και όμορφος ο κόσμος,
Θέλω να ζήσω, Τάσο μου. Δε θέλω να ποθάνω.
Γλύτω με, Τάσο, γλύτω με!
Αχ, Χάρε! Χάρε!
[...]
Γκόλφω:
Στην αγκαλιά σου, Τάσο μου χαρούμενη πεθαίνω.
Τάσος:
Ω ήλιε μου ολόλαμπρε, μη βασιλεύεις. Στάσου…
Ζήσε, χρυσό μου, έρημο στον κόσμο μη μ’ αφήνεις.
Γκόλφω:
Μαράθηκε η λεμονιά, Τάσο μου, εμαράθει.
Εφούντωσε στον τόπο της το μαύρο κυπαρίσσι.
Σ’ αφήνω... γεια! (Ξεψυχάει)
Τάσος:
(Με σπαραγμό) Αγάπη μου, ψυχή μου! Γκόλφω.
Είναι νεκρή!
Και ποιος την σκότωσε; Εγώ. Εγώ, που αν σχίσουν
Τα στήθια της, μέσα θα βρουν την ίδια ζωγραφιά μου
Στην προδομένη της καρδιά. Τη νεκρική λαμπάδα,
Εγώ της άναψα. Εγώ, αντί στεφάνι γάμου,
Της φόρεσα το σάβανο.
[...]
Για με όλος ο κόσμος
Έπεσ’ εδώ χαλάσματα μαζί με το Θεό της!
Κ’ εγώ ακόμα στέργομαι το φως του κόσμου; Όχι!
Νεκροταφείο απέραντο για μένα ειν’ η Πλάση.
(Βγάζει ένα μαχαίρι)
Νεκρός και στη ζωή, νεκρός και μεσ’ το μνήμα… Κάλλιο
Στον τάφο με την Γκόλφω μου (Χτυπιέται με το μαχαίρι)
Και μονάχα το αίμα
Ξεπλένει τέτοια κρίματα
(Ρίχνετε κοντά στην Γκόλφω)
Εδώ στην αγκαλιά σου
Είναι ζωή ο θάνατος, είναι χαρά το μνήμα.
Τάσος:
(Ξεψυχώντας) Πατέρα μου, συγχώρα μας… Η Γκόλφω φαρμακώθει,
Κ’ εγώ μονάχος σφάγηκα... Ένα ν’ ανοίχτε τάφο…
Και να μας θάφτε α...γκα...λιά… (Ξεψυχάει)
Θανάσουλας:
Παιδιά μου! Τάσο! Γκόλφω!
Τι σώφταιξα Θεέ μου και με τέτοιο αστροπελέκι
Μεσ’ στα βαθιά μου γεράματα μου ξέσχισες τα σπλάχνα;
Αστέρω:
Νεκρή!
Θανάσουλας:
Στην αγκαλιά του γιου μου.
Ο κόσμος τους εχώρισε μας σμίξανε στο μνήμα.
ΤΕΛΟΣ
































Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου