Ζαχαρίας Παπαντωνίου - Ο όρκος του πεθαμένου, Αποσπάσματα


Ανήμερα του Αη Γιαννιού, σε κάποιο χωριό, δύο γυναίκες, η Φανούλα και η Θεία Μαρίτσα, πλέκουν. Μπαίνει ο Μιχάλης ο οποίος ψάχνει το φίλο του το Σπύρο να πάνε για κυνήγι. Από τη συνομιλία μαθαίνουμε ότι το έθιμο του κλήδωνα αποκάλυψε πως η κόρη της Θείας Μαρίτσας, η Αρετούλα, θα παντρευτεί σε ξένο τόπο, γεγονός που επιβεβαιώνεται στη συνέχεια. Ο αδερφός της Αρετούλας, ο Σπύρος, αν και ζει στην Αμερική, ήρθε να τελειώσει το προξενιό της Αρετής με τον Δημήτρη, έναν συντοπίτη τους, ο οποίος έχει χτήματα στην Αφρική και ζει εκεί. Ωστόσο, ο άλλος αδερφός της Αρετής, ο Κωνσταντής, προτιμά να μη ξενιτευτεί η αδερφή του, να μείνει κοντά στη μάνα της. Η Φανούλα, που έχει καταλάβει τον έρωτα του Μιχάλη για την Αρετούλα, τον παρακινεί να τη ζητήσει σε γάμο, αλλά ο Μιχάλης διστάζει. Εκείνη την ώρα εμφανίζεται η Αρετή και ανακοινώνει την άφιξη του Κωνσταντή από την Αμερική. Τα δύο αδέρφια, Κωνσταντής και Σπύρος, βρίσκονται σε αντιπαράθεση σχετικά με το μέλλον της Αρετής, ωστόσο η απόφαση του Σπύρου επικρατεί: η Αρετή θα παντρευτεί το Δημήτρη και θα φύγει στην Αφρική. Η Θειά Μαρίτσα είναι απαρηγόρητη επειδή θα ξενιτευθεί η κόρη της και τότε ο Κωνσταντής θα της δώσει τον όρκο πως οτιδήποτε κακό και να συμβεί, θα φροντίσει ο ίδιος να γυρίσει η Αρετή κοντά της. Μετά από καιρό, είναι Πάσχα και η Αρετή βρίσκεται πλέον στην ξενιτιά, αλλά συλλογιέται το σπίτι της. Καθώς δεν έχει νέα από τους δικούς της, ανησυχεί και στεναχωριέται. Ο Δημήτρης, ο άντρας της προσπαθεί να την καθησυχάσει, ωστόσο παραδέχεται στον υπηρέτη τους το Θωμά την αλήθεια: Ο Κωνσταντής έχει πεθάνει. Στη συνέχεια ο Δημήτρης με το Θωμά πάνε να τελειώσουν μερικές δουλειές πριν καθίσουν στο πασχαλινό τραπέζι. Τότε εμφανίζεται ο Κωνσταντής και παίρνει την Αρετή για να την πάει στη μητέρα τους. Στο μεταξύ, πίσω στο χωριό της Αρετής όλοι γιορτάζουν την Ανάσταση του Χριστού, εκτός από τη Θεία Μαρίτσα που έχει μείνει μόνη εξαιτίας του θανάτου του Κωνσταντή και της ξενιτιάς των υπόλοιπων παιδιών της. Ο Μιχάλης, ο οποίος πλέον έχει σκορπίσει τα χρήματά του σε αγαθοεργίες, πηγαίνει στο σπίτι της Θείας Μαρίτσας για να την συντροφέψει. Στην πόρτα βρίσκει την Αρετή και φωνάζει τη θεία Μαρίτσα για να δει ότι ξαναγύρισε η κόρη της. Το φάντασμα του Κωνσταντή εξαφανίζεται αφού υπενθυμίσει στη μητέρα του ότι τήρησε τον όρκο που της είχε δώσει. Την ίδια ώρα μάνα και κόρη αγκαλιάζονται και πεθαίνουν.

Το έργο βρίθει στοιχείων που σχετίζονται με την παράδοση. Καταρχάς, το σύνολο του έργου βασίζεται στην παραλογή Του Νεκρού Αδερφού η οποία συγκαταλέγεται στη συλλογή δημοτικών τραγουδιών του Νικόλαου Πολίτη. Στην πρώτη πράξη γίνεται αναφορά στο έθιμο του κλήδωνα με το οποίο οι κοπέλες μαθαίνουν τα μελλούμενα. Μάλιστα, η προφητεία που δίνει ο κλήδωνας για την Αρετή βγαίνει αληθινή. Στο δεύτερο μέρος, υπάρχει ένας στοχασμός της Αρετής ο οποίος μορφικά παραπέμπει στο δημοτικό τραγούδι. Επιπλέον το «ζωντάνεμα» του Κωνσταντή για την τήρηση του όρκου, η φωνή της μάνας της Αρετής που ακούγεται και θυμίζει όνειρο, οι συζητήσεις στην τρίτη πράξη για νεράιδες και στοιχειά, η εμφάνιση του Παγανού και κάποιες αναφορές στο Πάσχα και τον τρόπο που γιορτάζεται συμπληρώνουν το τοπίο της επαφής με την παράδοση.

Πηγή: theatrokaiparadosi.thea.auth.gr


Τα πρόσωπα του έργου

Αρετή
Κωνσταντής
Σπύρος

Θεία Μαρίτσα (μητέρα των Αρετής, Κωνσταντή και Σπύρου)

Φανούλα
Μιχάλης
Δημήτρης Φλόκας
Μπαρμπα-Θωμάς (εργατικός του χωριού)

Νεράϊδες
Χωριάτες
Χωριάτισσες
Ξυλοκόποι

Παγανός (πνεύμα του δάσους)

Αποσπάσματα

Ά Μέρος


Θεία Μαρίτσα :

Καλώς τον. Πάλι μου πετροβολάς τον κήπο;

Μιχάλης:

Πώς σου φαίνεται που ‘ναι ψεύτικο! Εδώ και 20 χρόνια, εκείνο ήταν αληθινό.

Θεία Μαρίτσα:

Τι τρελό Κατσίκι, αλήθεια, που ήσουνα παιδί! Τι κεραμίδια μου ‘χες σπάσει... Μα σου ‘χω δώσει και ξύλο, ε;

Μιχάλης:

Ο καιρός με φρονίμεψε, θεία Μαρίτσα. Αλίμονο! τώρα δε με δέρνει κανένας.

Θεία Μαρίτσα:

Τι, λυπάσαι που μεγάλωσες; Μα έτσι πάλι έγινες προκομμένος άνθρωπος και νοικοκύρης τρανός... με δολάρια.

Μιχάλης:

Με δολάρια... Αυτά τα δολάρια δεν αξίζουν όσο άξιζαν οι πέτρες που ‘ριχνα στα κεραμίδια σου, θεία Μαρίτσα. Να μπορούσα να σου σημαδέψω και τώρα τα φρούτα μέσα στα φύλλα! Αχ! πώς καταντάει ο άνθρωπος, θεία!

Θεία Μαρίτσα:

Πώς καταντάει, παιδί μου;

Μιχάλης:

Μεγαλώνει!


Θεία Μαρίτσα:


Πάντα η ξενιτιά στη μέση! Τίποτε λοιπόν δε γένεται χωρίς το χωρισμό;

Μιχάλης:

Έτσ’ ειν’ ο κόσμος.

Θεία Μαρίτσα:

Εφτά γιούς έδωκα στο χάρο! Οι δύο που μου ’μειναν ζωντανοί, ξενιτεύτηκαν. Αν μου φύγει κι η θυγατέρα μου, ας πεθάνω... Τίποτ’ άλλο δεν έχω να κάμω!


Φανούλα:

Μιχάλη... αγαπάς την Αρετή.

Μιχάλης:

(Με ταραχή) Πώς το λες τέτοιο πράγμα !

Φανούλα:

Μη μου πεις όχι. Εγώ βλέπω στην ψυχή του αλλουνού…

Μιχάλης:

Φοβάμαι ο ίδιος να κοιτάξω την ψυχή μου, και θα την δεις εσύ; Πώς σου ‘ρθε στο νου;

Φανούλα:

Είμαι γελασμένη;

Μιχάλης:

Μα πώς σου ‘ρθε στο νου; Εμείς με την Αρετή παίζαμε μικρά παιδιά... Δεν πέρασε ποτέ ούτε τόσο απ’ το νου της. Δε σήκωσε τα μάτια να κοιτάξει κανένα.

Φανούλα:

Το ξέρω!... Μα λέω για ‘κείνα, που δε φαίνονται ούτε με τα μάτια. (Σιγή) 


Φανούλα:

Τώρα, που ο ένας αδελφός θέλει να την πάει στην άκρη του κόσμου κι ο άλλος αδερφός αντιστέκεται στον ξενιτεμό, δε θα ‘τανε δουλειά του Θεού να τη ζητήσεις εσύ; Ποιον άλλον καλύτερο θα ‘βρισκαν από σένα;

Μιχάλης:

Άλλαξε κουβέντα, να ζήσεις, Φανούλα. Εδώ είμαι στο σπίτι της Αρετής.

Φανούλα:

Το ξέρω, πως ο Σπύρος δε θα θελήσει. Είναι με τους πολλούς παράδες ο Σπύρος. Μα η δόλια η θεία Μαρίτσα θα το λαχτάριζε, και θα το δεχότανε χίλιες φορές η Αρετή.

Μιχάλης:

Τις κοπέλες δεν τις ρωτάει κανένας.

Φανούλα:

Σου είπα, εγώ κοιτάζω μέσα στις ψυχές.

Μιχάλης:

Αν βλέπεις μέσα στις ψυχές, εμένα να μ’ αφήσεις μακριά απ’ αυτό το ανακάτεμα.

Φανούλα:

Αν πάρεις εσύ την Αρετή δε θα κλείσει αυτό το σπίτι… Τι τάχα τους φαντάζει ο Φλόκας; Σάμπως εσύ δεν έχεις το βιό σου μ’ όσα κι αν σκόρπισες; Μα και με το τίποτα η Αρετή θα ‘ταν ευτυχισμένη κοντά σου. Δεν μπορεί να μη σε νοιάζει για την τύχη της... και για την τύχη σου στο τέλος... Ήταν πλασμένη για σένα... Δε μιλάς;

Μιχάλης:

Δε μιλούνε σ’ αυτά.

Φανούλα:

Να τη ζητήσεις.

Μιχάλης:

Πέρασε η ώρα.

Φανούλα:

Να που το είπες! Το λοιπόν είχα δίκιο. Είχες κάτι για την Αρετή.

Μιχάλης:

Είχα.

Φανούλα:

Και δε μίλησες;

Μιχάλης:

Μα γιατί να το πω; Για να το χάσω; Ήτανε από κείνα, Φανούλα, που τα κρατεί ο άνθρωπος δικά του. Είναι μυστικά, που δεν τα δίνουμε του γείτονα και της γειτόνισσας. Χίλια δυό ξέρουν αυτοί! Ας μείνει και κάτι που δεν το ‘μαθαν. (Σιγή) Πώς να σου το πω... να, έζησα με το μυστικό μου και δεν το ‘μαθε ακόμα ούτε η Αρετή.

Φανούλα:

Λες να μην το ‘νιωσε;

Μιχάλης:

Δεν ξέρω... Μα εγώ το κράτησα. Θαρρώ πως είχα κάτι, πώς να σου το πω... Είδες, ύστερα από βροχή, κοντά στο σούρουπο, όταν περνούμε τα χωράφια; Είδες πως κρύβεται κάπου απ’ το διαβάτη μια χούφτα καθαρό νερό, τόσο δα, που ‘χει μέσα του ένα πελώριο κόκκινο σύννεφο; (Σιγή) Ποιος ξέρει, θα ‘ρχόνταν και μια ώρα να της το πω. Μα τώρα, μια που άρχισαν τα συμπεθεριά και τα μετρήματα, αυτό που είχα δε θα τ’ ακούσει κανένας άλλος από σένα!

Φανούλα:

Τώρα που την πατρολογούνε είναι ώρα να της ζητήσεις.

Μιχάλης:

Στη δημοπρασία δε θα βγούμε ποιος έχει τα περισσότερα. Μη μπερδεύεις μετά μετρήματα ούτε εμένα ούτε την Αρετή. Τύχη της ήρθε, ας αφήσουμε το πράμα να τρέξει το δρόμο του. Ότι γίνεται είναι γραμμένο…

Φανούλα:

Λόγο θα δώσεις που αφήνεις να κλείσει ένα σπίτι!


Κωσταντής:

Για να το σκεφτούμε καλύτερα.

Σπύρος:

Μια φορά μπορούσαμε να το σκεφτούμε.Στραβομάρα είχατε; [...] Μα τώρα μπροστά σ’  αυτή την τύχη βουνό, που ήρθε της Αρετής, ας αφήσουμε κάθε κουβέντα. Όσο για τη μάνα, τι να τις κάμω;

Κωσταντής:

Και τάχα είναι μόνο η μάνα; Η Αρετή τόσο μακριά δεν θα ‘χει κι αυτή τον ίδιο καημό;

Σπύρος:

Τα κορίτσια δεν τα ρωτάνε. Αυτό μας έλειπε. Θες και τ’ άλλο; Ας πάει κι η μάνα της μαζί.

Κωσταντής:

Μα δεν ξεριζώνονται οι γριές, καημένε!

Σπύρος:

Ας κάτσει εδώ.

Κωσταντής:

Σαν καλαμιά στον κάμπο! (Παύση) Να κλείσει αυτή το σπίτι…

Σπύρος:

Μωρέ σπίτι! Το καλύβι!

Κωσταντής:

Αυτό είχαμε, Σπύρο... 

Σπύρος:

Μην έσωνε και το ‘χαμε!  Αν γεννιόμουνα σε καμιά φτελιά, σε καμιά ρεμμάτια από κάτου, σαν τους ατσίγγανους, κι αν σκορπάγαμε ύστερα, θα ‘μαστε καλύτεροι κι εγώ κι εσύ! Δε θα λέγαμε αυτά που λέμε τώρα. Δε θα μου κοβόταν η μέση στο Λόουελ - Μας και στο Μασαχούσετς για να φκιάσω την προίκα της αδελφής μου, κοτζάμ άντρας με τόσα μουστάκια. Πότε θα ζήσω ‘γω; Κι αν φκιάσω και καμιά πεντάρα, θα ‘μαι τότε σαράβαλο, τι να την κάνω; Είδες τον ξένο; Είναι σαν το δέντρο! Χαίρεται τη ζωή του. Μόνο εμείς οι ρωμιοί μουντζοκλαίμε στην Αμερική, πεινάμε, αρρωσταίνουμε και σε σέρνουμε μαζί μας όλους τους δικούς μας, ακόμα και τις γίδες και τις κότες και την πέρδικα της Αρετής που ‘βλεπες εσύ στον ύπνο σου.


Κωσταντής:

Λοιπόν τι αξίζει η ζωή, αν δεν κοιτάξουμε τον πιο αδύνατο; Για τον αδύνατο ζούμε σ’ αυτό τον κόσμο! Δεν αφήνουν εκείνον που ‘πεσε στο δρόμο να φύγουν. 


Θεία Μαρίτσα:

Αλίμονό μου! Παιδί μου, παιδί μου!

Κωσταντής:

Σώπα, μάνα!

Θεία Μαρίτσα:

Να σωπάσω; Πώς να ζήσω παιδί μου; Με το γράμμα που θα ‘ρχεται δε στα ‘ρχεται μήνα με το μήνα; Έρμη ξενιτιά! Δεν πεθαίνω καλύτερα...

Κωσταντής:

Βάστα, μάνα! Λύπη έχουμε ή χαρά;

Θεία Μαρίτσα:

Έχασα όσα παιδιά μου πήρε ο χάρος. Τώρα χάνω και ‘κείνα που ‘ναι στη ζωή! Αλίμονο! Σαν καλαμιά στον κάμπο.

Κωσταντής:

Μα πάει να γίνει ευτυχισμένη!

Θεία Μαρίτσα:

Και πού θα το ξέρω; Πώς θα το μαθαίνω; Κι αν η ώρα να πεθάνω; Κι αν έρθει η αρρώστια; Ποιος θα μου τη φέρει την κόρη μου την Αρετή;

Κωσταντής:

(Απλώνοντας το χέρι του στη μάνα του) Μάνα. Σου βάνω εγγυητή το Θεό και τους Αγίους μαρτύρους! Πίστεψέ με. Και στην άκρη του κόσμου αν την πάνε την Αρετή, αν σε χωρίσουν απ’ αυτή τετράψηλα βουνά και κυματούσες θάλασσες, εγώ, όπου κι αν είμαι, θα πάω μια μέρα να σου τη φέρω. Τον όρκο μου τον άκουσες!

Μέρος Β


Στην Αφρική. Νύχτα με φεγγάρι στο μποστάνι του Δημήτρη του Φλόκα.

Θωμάς:

Τι ωραία βραδιά! ε, κυρά;

Αρετή:

(Μελαγχολικά) Αλήθεια.

Θωμάς:

Θα ‘λεγε κανένας πως είμαστε στο χωριό μας.

Αρετή:

Δεν είναι το ίδιο.

Θωμάς:

Το φεγγάρι είναι το ίδιο. Κι είναι μια παρηγοριά να συλλογιέται κανένας, πως το ίδιο φεγγάρι, που μας φέγγει εδώ στην Αφρική, φωτάει τώρα δα και στη σκεπή του σπιτιού μας. Θαρρώ που τα βλέπω τα κεραμίδια του φωτισμένα. Πώς περπατεί ο νους του ανθρώπου! Πού πάει και τι ψάχνει! Να, τώρα δα, πιστεύεις; βλέπω τις δαμασκηνιές του περιβολιού του δικού σου και θαρρώ πως μπαίνω στην πόρτα του …


Θωμάς:

Λέγαμε τώρα με την κυρά για τα δικά μας εκεί κάτω. Ήταν ο νους μας στο χωριό.

Δημήτρης:

Το καλύτερο είναι, Θωμά, να κοιτάζει ο άνθρωπος μπροστά του! Ξενιτεύτηκα μικρός. Δούλεψα σαν σκυλί. Αν άφηνα το λογικό μου να περπατεί στο χωριό μου για να μαζεύει το κουβάρι της κυρούλας μου, που της έπεφτε κάθε φορά, θα ήμουνα χαμένος. Μα κοίταζα μπροστά μου. Άκουσε και ‘μένα που ‘χω ρίξει 30 χρόνια της ζωής μου στην Αφρική. Το καλύτερο ζώο ειν’ ο λύκος, που δεν μπορεί να γυρίσει να δει πίσω. Μονοκόκαλος πρέπει να ‘ναι κι ο άνθρωπος.


Δημήτρης:

Να σου πω, Θωμά... Το νου σου. Μην πεις τίποτα! Μιλιά!

Θωμάς:

Μα τι είναι; Τι συμβαίνει;

Δημήτρης:

Ο Κωσταντής πέθανε!

Θωμάς:

Θε μου και Κύριε (Σταυροκοπιέται) Πότε το ‘μαθες;

Δημήτρης:

Σήμερα.

Θωμάς:

Μαύρο μήνυμα! Γι’ αυτό ήταν έτσι συλλογισμένη (η Αρετή). Η ψυχή του ανθρώπου τα αισθάνεται όσα γένονται. Πού έγινε το κακό;

Δημήτρης:

Στο χωριό. Ξαναπήγε στην Αμερική και πάλι γύρισε στο χωριό. Εκεί πέθανε. Είχα γράμμα. Αχ! το πονετικό παιδί.

Θωμάς:

Άγια ψυχή! Δεν ήξερε τ’ είναι το κακό. Δε μπορούσε να το συλλογιστεί. (Αναστενάζοντας) Ε! αυτό ήταν το γραμμένο. Κι είδες ο χάρος κάτι τέτοιος που πάει και τους σημαδεύει !
[...]
Ξέρεις δα το τάμα του έρμου του Κωνσταντή.

Δημήτρης:

Όχι, δεν το ξέρω.

Θωμάς:

Στ’ αρραβωνιάσματα, επειδής κι η άραχλη η μάνα του έκλαιγε που θα στείλει την Αρετή στα ξένα, της ορκίσθηκε πως αυτός μια μέρα θα ταξιδέψει και θα πάει να της τη φέρει. Ήμουνα μπροστά!

Δημήτρης:

Καημένο παιδί... Να ταξιδέψει απ’ την Αμερική στην Αφρική κι απ’ την Αφρική στην Ελλάδα! Κι ήταν άξιος να το κάμει.

Θωμάς:

Αν του χάρισε ο Θεός τη ζωή θα το ‘κανε. 


Αρετή:

Ας ερχόταν κάτι απόψε. Ένα σημάδι. Ένα τόσο δα. Αχ! ποιος μπορεί να βαστάξει αυτόν τον χωρισμό... Σκορπισμένοι να ‘μαστε στις άκρες του κόσμου... μέρες και νύχτες ανάμεσά μας… Βουνά και θάλασσες... Χώρες και χωριά... Ένα χαρτάκι τουλάχιστον ας ήταν... Ένα γράμμα! Καμιά φορά κοιτάω τα πουλιά στον αέρα... Το τραγούδι, λέει, πως έχουν γράμμα και γραφή… Θαρρώ πώς θα κατέβουν να μου φέρουν χαιρετίσματα της μάνας... του Κωσταντή... μα αυτά όλο φεύγουν, πετούν ψηλότερα! Βουβαμάρα της ξενιτιάς! κανένα σημάδι... τίποτα, τίποτα.


Αρετή:

Καλά οι άλλοι μα κι ο Κωσταντής να ξεχάσει... Τι; Δεν τη βλέπει πια την πέρδικα μου στον ύπνο του; Να ‘γραψε τάχα της δόλιας της μάνας; Aς ήξερα γιατί έρχονται αυτά τα ονείρατα, που βλέπω τώρα κοντά... Μα ας μην τα θυμάμαι. Ποιος ξέρει! Μπορεί και να στρέξουν σε καλό.

(Ύστερα από στοχασμό)

Απόψε νειρευόμουνα,
μητέρα μητεριτσα μου.
Ψηλόν πύργον ανέβαινα
σε περιβόλι έμπαινα,
και δυο ποτάμια με νερό…
Ξήγα, μητέρα τ’ όνειρο.
- Ο πύργος είν’ ο άντρας σου, 
το περιβόλι ο γάμος σου, 
τα δυο ποτάμια με νερό 
τα δάκρυα που θα χύσω ‘γώ.


Κωσταντής:

Αρετή!

Αρετή:

(Λαφιασμένη) Ποιος είναι;

Κωσταντής:

Τη φωνή δεν την γνωρίζεις;

Αρετή:

Η φωνή του αδερφού μου. Αχ, Θε μου, ο Κωσταντής!

Κωσταντής:

Εγώ είμαι.

Αρετή:

Αδερφέ μου!

Κωσταντής:

Σώπα. Μη φωνάξεις!

Αρετή:

Είσαι δω και μου λες να μη φωνάξω; Κωσταντή! Κωσταντή! (Θέλει να τρέξει προς το μέρος της φωνής μα δεν μπορεί)

Κωσταντής:

Σιγά, Αρετή. Μη βιαστείς.

Αρετή:

Είναι φεγγάρι κι όμως δε σε βλέπω, από που μιλείς;

Κωσταντής:

Είμαι δω, μπροστά σου.

Αρετή:

Αλίμονο, είμαι ξυπνή;

Κωσταντής:

Ναι!

Αρετή:

Ποιος με κρατεί να τρέξω εκεί; Καιρός σε κρατεί να ‘ρθεις εδώ που βρίσκομαι;

Κωσταντής:

Σου το ζητώ για χάρη... Ας μη με νιώσουν άλλοι απόψε. Άκουσε! Απόψε ανασταίνεται ο Κύριος!

Αρετή:

Δοξασμένο τ’ όνομά Του!

Κωσταντής:

Απόψε που ανασταίνεται ο Κύριος σε περιμένει η μητέρα.

Φωνή της μάνας:

(Από μακριά σαν όνειρο) Αρετή... Αρετή…

Αρετή:

Αχ! Δυστυχισμένη μάνα. Τι λόγια είν’ αυτά Κωσταντή; Η μάνα είν’ ένα μήνα μακριά!

Κωσταντής:

Απόψε οι μήνες γίνονται ώρες και τα μάκρη χάνονται.

Φωνή της μάνας:

Αρετή....

Κωσταντής:

Έλα κοντά μου!

Αρετή:

Πού να πάμε;

Κωσταντής:

Στο χωριό... Ο μαύρος μου είν’ εδώ!

Αρετή:

Μην παίζεις με τον καημό της ψυχής μου, Κωσταντή! Γιατί μου λες αυτά τα ονείρατα; Αχ, Θε μου! Πού είμαι; Δημήτρη! Τρέξε!

Κωσταντής:

Άλλη μια φορά αν ξαναφωνάξεις τον άντρα σου, δε θα με ξαναϊδείς.

Αρετή:

Να μην το μάθει, πώς ήρθες, ο Δημήτρης; Να μη χαρεί;

Κωσταντής:

Τον άντρα σου να τον ξεχάσεις απόψε. Ειν’ η βραδιά της μάνας.

Αρετή:

Πού είν’ η μάνα;

Κωσταντής:

Περιμένει.

Αρετή:

Ω ακριβέ μου, ειν’ η φωνή σου αλήθεια... Μα εξήγησέ μου, πώς είσαι δω, έτσι άξαφνα; Γιατί τούτο το μυστήριο να μιλάς χωρίς να σε βλέπω; Είναι όνειρο;

Κωσταντής:

Όχι. Μα αργείς πολύ, Αρετή!

Αρετή:

Περιμένω να σε ιδώ.

Κωσταντής:

Σε λίγο θα με ιδείς. Μα κάθισα πολύ εδώ. Έλα, ξεκίνα χωρίς να στολιστείς!

Αρετή:

Κωσταντή! Δημήτρη! Βοήθεια! 

Κωσταντής:

Περπάτει!

Αρετή:

Ο άντρας μου περιμένει!

Κωσταντής:

Η μάνα σου περιμένει! [...] Περπάτει και Μην κοιτάξεις πίσω!


Δημήτρης:

Οι ψυχές που αγαπούν, βλέπουν στο σκοτάδι σαν μάτια της γάτας.

Μέρος Γ


Ξυλοκόπος Β:

Λένε πως είναι ο λόγγος στοιχειωμένος.

Ξυλοκόπος Α:

Σώπα, διάολε, με τα λόγια σου τέτοια μέρα. Βάστα τουλάχιστον να χαράξει! Δεν τα λένε αυτά νύχτα. Κι έπειτα δεν το ξέρεις πώς το φεγγάρι ειν’ αρρωστιάρικο και σου σκαρώνει ιστορίες απ’ το τίποτα; Σου φτιάχνει έναν κλέφτη ή έναν καλόγερον απ’ όνα κούτσουρο. Και ποιος σου το ‘πε πως είναι ο  ο λόγγος στοιχειωμένος; Είδες τίποτα;

Ξυλοκόπος Β:

Με τα μάτια μου όχι. Με τ’ αυτιά μου όμως άκουσα δύο πριονάδες να λένε, πως ο γερο-Πούμπας, που είναι στο νεροπρίονο, είδε, λέει, φως φανερό, με τα μάτια του αγερικά και φαντάσματα.

Ξυλοκόπος Α:

Φαντάσματα; Βρε ποιος πεθαμένος αφήνει το λάκκο του, για να γυρίζει στους λόγγους έτσι χωρίς αιτία κι αφορμή; Καλά, εμείς οι ζωντανοί αγκομαχάμε για να φάμε λίγη μπομπότα, μα πίστεψε πώς κι ένας που ξόφλησε απ’ τον απάνω κόσμο περπατάει σαν την άδικη κατάρα; Λούφαξε καημένε! [...]
Πού βρέθηκαν οι νεράιδες που τις σκιάζεσαι κάθε ώρα και στιγμή; [...]
Σάλεψε το μυαλό σου, κακομοίρη! Σαν εκατοχρονιάτικη γριά παραμιλάς. Και γιατί τους μάχονται (οι νεράιδες) τους φτωχούς ανθρώπους; Τι τους κάναμε; [...]
Κοντεύει να φέξει κι έχουμε να βαρέσουμε κει κάτω δυο κοτζάμ βελανιδιές που θα μας παιδέψουν ώρες. Σήκω! Δεν κοιτάς που αύριο ξημερώνει Λαμπρή και δεν έχουμε στο σακούλι μας άλλο από ψωμότυρο, παρά είναι ο νους σου σ’ άλλον κόσμο… Σ’ αυτόν εδώ να κοιτάζεις! 


Παγανός:

(Κοιτάζει το κουφάρι του κομμένου πεύκου)
Γερο-Πεύκο! Ε! Ξύπνα! Δε βλέπεις το φως; 
Σου μιλούνε οι  αγέριδες κι είσαι κουφός. 
Στο λαιμό σου σκοινί, στα νεφρά σου τσεκούρι! 
Ζωντανά σε σκοτώσαν με ανθρώπινη μούρη. 
Σαν τη θάλασσα εφύσαγες, πεύκο, παππού... 
Η φλογέρα σου πού ‘ναι; Ο ίσκιος σου, πού;
Το κουφάρι σου θα ‘χει, θαρρώ, μια ιστορία.
Λέω πως ξέρεις για ζέστες, για κρύα…
Για διηγήσου μας λίγο! Σου κόπηκε η γλώσσα;
Είδες σύννεφα; Πότε; Και πόσα;
Τα πουλιά που σ’ αγγίξανε να ‘χουνε φτάσει;
Τι ζητούσες σε τούτη την πλάση;
Κ’ είσαι τώρα για πού;
Χτες το βράδυ σάλευες πεύκο, παππού!
Θα ξανάρθεις; Και τι; Μη βροχή; Μην αγέρας;
Μη λευκό συννεφάκι ανοιξιάτικης μέρας;
Γουστερίτσα μην τρέξεις; Μην τρυπώσεις σκαθάρι;
Ποιος το ξέρει. Ο τρελός χορός σ’ έχει πάρει!
Δεν ξανά ‘χεις σταμάτημα, γέρο μου, αλήθεια.
Άκου, άκου... Βουίζει η φωτιά που σε χάφτει.
Πως γελάει! Πώς σκαρώνει μακριά παραμύθια
Στις γριές που πυρώνονται γύρω από δαύτη! (Γελάει με χάχανα) 
Τα κοπάδια που εκοίμιζες πού ‘ναι τα πού;
Καλή αντάμωση, πεύκο παπού. 


Κυρά Νεράιδα:

Άμυαλοι άνθρωποι! Δε θ ‘αλλάξετε ποτέ. Εκατό χρόνια να ‘στε ζωντανοί, ζείτε λιγότερο παρά το σκαθάρι και το μαμούδι!

Νεράιδα Γ:

Αυτό το ζω έχει ανάγκη να χύσει τα δάκρυα του, όπως το πεύκο πεθαίνει άμα δε στάξει το ρετσίνι του.


Κυρά Νεράιδα:

Ανοίγει τα μάτια της (η Αρετή). Ακούστε! Θα την αφήσουμε να γυρίσει στους ανθρώπους; Να βασανιστεί; Να γεράσει; Να γίνει σάπιο κουφάρι;

Νεράιδα Α:

Όχι! Να ξυπνήσει και να βρεθεί με μας!

Νεράιδα Β:

Η ομορφιά είναι δική μας.

Νεράιδα Γ:

Τη λυγερή κορμοστασιά τη θέλουν τα έλατα.

Νεράιδα Β:

Τα μαύρα μάτια χρειάζονται της νύχτας.

Νεράιδα Α:

Το άσπρο γέλιο χρειάζεται της αυγούλας που σκάζει απάνω απ’ το μαύρο βουνό.

Νεράιδα Γ:

Οι γάργαρες πήγες κι οι γέροι καταρράκτες οι ασπρομάλληδες ποθούν να λούσουν το άσπρο κορμί της κοπέλας!

Κυρά Νεράιδα:

Σμίξου με τα στοιχειά! Γίνου ομορφιά που δεν βράδυ! Παράτησε τον κόσμο! Δε θα δακρύσεις πια ποτέ.


Αρετή:

Πρέπει να γυρίσω! Είναι ψυχές που πονούνε για μένα! Αν χαθώ, θα χύσουν μαύρο δάκρυ … Θα στηθοκοπιένται και θα βουτηχτούν στα μαύρα! 

Νεράιδες (Όλες μαζί):

Πω! Πω! Τι ασκήμια!

Αρετή:

Αφήστε με! Νιώθω πως χάνομαι!

 Νεράιδες (Όλες μαζί):

Δε χάνεσαι! Γίνεσαι!

Αρετή:

Αλίμονο, θέλω τη ζωή μου!

Κυρά Νεράιδα:

Τέτοια ζωή!

Αρετή:

Θέλω τη ζωή μου!

Κυρά Νεράιδα:

Θα σε γλιτώσουμε απ’ τον πόνο! 

Κωσταντής:

(Ακούγεται η φωνή του) Όχι! Γιατί θα τη λυτρώστε απ’ τον πόνο; Είναι δικός της, είναι η ζωή της! Αφήστε την να πάει για κει που ξεκίνησε! Πρέπει να φτάσει.

Κυρά Νεράιδα:

(Κοροϊδευτικά) Για δείξε μας τα μάτια σου εσύ, να ιδούμε! Είναι καστανά; είναι μαύρα;

Κωσταντής:

Δε θα τα ιδείτε! Ούτε αυτά θα μπορέσετε να ιδείτε ούτε τη φωνή μου να σβήσετε! [...]

Κυρά Νεράιδα:

Δεν έρχεσαι λίγο στο φως του φεγγαριού; Τι κάθεσαι στα σκοτεινά;

Κωσταντής:

Μου πάει πολύ το σκοτάδι.

Νεράιδα Β:

Άσχημος θα είσαι, κακομοίρη!

Νεράιδα Γ:

Τι θες να σε κάνουμε; Κούτσουρο πέτρα ή χώμα;

Κωσταντής:

Χα! Χα! Μην κοπιάζετε! Είναι γινωμένο! Όσο γι’ αυτό έδωκα ότι είχα να δώσω! Τώρα αφήστε τον λόγγο ελεύτερο. Δεν είμαι από κείνους που γυρίζουν πίσω!

Νεράιδα Α:

Η κοπέλα είναι δική μας!

Κωσταντής:

Τα ποτάμια κι αν γυρίσουν πίσω, αν σταματήσουν τ’ άστρα,  κι αν βουβαθούν οι πετεινοί, αυτή θα φτάσει για κει που ξεκίνησε!

Κυρά Νεράιδα:

Πες μας που την πηγαίνεις;

Κωσταντής:

Μόνο σ’ ένα έχω να δώσω λόγο θα δώσω! Παραμερίστε! [...]

Κυρά Νεράιδα:

Πόλεμο ζητάς, φτωχέ άνθρωπε; Στοιχειά! Αγέρα! Γη! Φωτιά! Νερό! Από αχτίδα σε πέτρα! Από φύλλο σε χώμα! Από νερό σε σύννεφο! … Ας περάσει και ας πιαστεί στον αιώνιο τούτο χορό! (Οι νεράιδες χορεύουν τρελά γύρω στην Αρετή)

Κωσταντής:

Στ’ όνομα του πόνου, ανοίχτε το δρόμο! Εκείνος που ανασταίνεται απόψε προστάζει! Εκείνος, που κατέβηκε απόψε στον Άδη και με ξύπνησε, μιλεί με τη φωνή μου! Εκείνος που μ’ έστειλε, φωνάζει! Ανοίχτε το δρόμο! Την καρτερούνε! Πρέπει να φτάσει! Στ’ όνομα της αγάπης, στ’ όνομα του πόνου ! (Αέρας - οι νεράιδες χάνονται - η Αρετή ξεκινά)

Μέρος Δ


Στο χωριό της Αρετής. Τρεις ώρες μετά τα μεσάνυχτα. Χτυπούν οι καμπάνες και ακούγεται ο Ψαλμός του Χριστός Ανέστη. Οι χωρικοί γυρίζουν από την εκκλησία κρατώντας τις λαμπάδες με το Άγιο Φως.

Χωρικός Α:

Αγιάζι. Τσούζει λίγο!

Χωρικός Β:

Φυσάει. Θα μας σβήσει τη λαμπάδα.

Χωρικός Α:

Το ‘χω σε κακό να μου τη σβήσει. Κάθε χρόνο καταφέρνω και την πηγαίνω σπίτι. Μα με πολλά βάσανα!

Χωρικός Β:

Τι λύσσα πο’ χει ο άνεμος γύρω σε τούτη τη φλόγα; Κάθε χρόνο τέτοια νύχτα τα ίδια! Είδες το κακό πώς κυνηγάει το Άγιο πράμα; Γιατί, αλήθεια;

Χωρικός Α:

Πες μου και ‘συ!

Χωρικός Β:

Κι έχουν να πουν πως το κακό είναι πάντα δυνατότερο από το καλό - Θε μου συγχώρεσέ με! 

Χωρικός Α:

Σώπα κι είμαι ξελιγωμένος απ’ νηστεία. Εγούρλωσε το μάτι μου. Δόντια λύκου ετοιμάζω για τ’ αρνί. [...] Μακρυά που ήταν αυτή η Σαρακοστή! Είμαι γεμάτος κουκιά ως εδώ (Δείχνει το λαρύγγι του) Η γριά μου έβαλε να βράσει μαγειρίτσα κι όλο συλλογιόμουνα τον αχνό της στο στασίδι - Θε μου, συγχώρεσέ με. Έτσι μου ‘ρθε να φύγω απ’ τη μέση της λειτουργίας!

Χωρικός Β:

Μην το λες κι ειν’ αμαρτία. Όποιος δεν ακούσει το “εἴ τις εὐσεβής καί φιλόθεος” δεν είμαι χριστιανός! 


Γυναίκα Α:

Μόνο η θεία Μαρίτσα, αυτή έχει κλειστά και σκοτεινά…

Γυναίκα Β:

Άμοιρη, θεία Μαρίτσα! Σ’ αυτή δεν ήρθε κανένας!

Χωρικός Γ:

Άδικα ήρθε να ζήσει κοντά της ο φτωχός Κωσταντής. Το γραμμένο, βλέπεις, ήθελε να μείνει μοναχή.

Χωρικός Ε:

Άμα βαλθεί αυτό να κλείσει ένα σπίτι, θα το κλείσει!

Χωρικός Γ:

Κατά πως λέγανε ψες βράδυ οι Αμερικάνοι, στην Αμερική βράδιαζε και στο χωριό ξημέρωνε... Όλο την αδερφή και τη μάνα είχε στο νου.

Χωρικός Α:

Έρμε  Κωσταντή! Τώρα κρατεί καλά την πέτρα του χωριού. Δε θα τη χάσει ποτέ. Κι ο Σπύρος; Τι λένε οι Αμερικάνοι;

Χωρικός Γ:

Ο Σπύρος έχει πάντα το κατάστημα. Μα βαρυέστησε, λέει, από τις συφορές κι αποφάσισε, αν του μείνει τώρα λίγη ζωή, να τη ζήσει μοναχός του. Δεν ξαναγράφει σε κανένα! Ούτε στη μάνα του!

Γυναίκα Α:

Σαν να πούμε η μαύρη η θεία Μαρίτσα έχασε όλους τους γιους της. Και κείνους ακόμα που είναι ζωντανοί.

Γυναίκα Β:

Και τη θυγατέρα της. Μήπως η Αρετή δεν είναι κι αυτή πεθαμένη, σα βρίσκεται ένα μήνα μακριά; Ο γαμπρός της έγραψε της θείας Μαρίτσας πως δεν μπορούν, λέει, να ‘ρθουν αυτή τη Λαμπρή. Κατά το χεινόπωρο λογαριάζουν. Ποιος ξέρει αν θα ‘ρθουν και πότε!...

Χωριάτης Α:

Κι αν έρθουν θα τη βρούνε; 


Χωρικός Γ:

Καλά είναι τα σκορπίσματα, ξάδελφε. Μα ξέρεις τι λέω; Φύλαξε τουλάχιστο τα λίγα που σου ‘μειναν. Αν τα χάσεις και δαύτα θα μείνεις να, μ’ αυτό το ραβδί!

Μιχάλης:

Άμα μείνω με το ραβδί μου και δεν έχω τίποτα να μετρήσω και τίποτα να φυλάξω, θα γίνω καθαρός σαν αυτή τη λαμπάδα του παιδιού.

Χωρικός Γ:

Τι ήθελες λοιπόν στην ξενιτιά;

Μιχάλης:

(Ειρωνικά) Τίποτα.

Χωρικός Γ:

Για τα μαύρα μάτια πήγες; Γι’ αυτά τα χρήματα υδροκόπισες και αγκομάχησες στην Αμέρικα!

Μιχάλης:

Ειν’ αλήθεια! Πέρασαν χρόνια για να τα κερδίσω. Χρόνια μέσα σε ξένους ανθρώπους. Μέρες κρύες και σκοτεινές. Δίχως νόημα. Μα συλλογίστηκες τι χρειάζεται να γίνουν αυτά τα χρήματα; Εφτόνεσα. Είπα ψέματα. Εσκούντησα. Γρατσουνίστικα με ανθρώπους. Αφήκα τους δικούς μου μακριά. Λησμόνησα. Κι αυτά όλα για μερικά δολάρια! Άξιζε τον κόπο; Τώρα τα βλέπω και λέω: Ας μην είχα τα κέρδη μου και ας είχα την ψυχή μου. Όταν γύρισα, τους μισούς από τους δικούς μου δεν τους βρήκα. Ο πατέρας μου κι η μάνα μου ήταν αγνώριστοι απ’ τα γηρατειά!... Μόλις μιλούσαν. Μόλις τους πρόφτασα. Ως που χάθηκαν κι αυτοί… Από τότε εκείνα που είχα έμειναν χωρίς αξία! Μα ήταν ανάγκη να θαλασσοπνιγώ στον ωκεανό για να το μάθω αυτό; Αχ! πόσα έχουν αλλάξει στο μεταξύ... Μόνο τα βουνά είναι τα ίδια! Οι καλές μου μέρες πέταξαν. Τ’ αγαπημένα πρόσωπα δεν ξαναγυρίζουν. Ότι ακριβό είχε η ψυχή μου το ‘χασα. Έμεινα με τα δολάρια! Κι οι χωριανοί με ζήλευαν που τα είχα φέρει! Και τώρα με λυπάνται πού τα σκόρπισα. Αργά έμαθα πως οι παράδες δεν αξίζουν τίποτα. 


Μιχάλης:

Πρέπει ν’ ακούσει (η θεία Μαρίτσα) πως ανέστη ο Κύριος!

Χωρικός Β:

Δεν μπόρεσε κανένας να την πάρει στην εκκλησία!

Μιχάλης:

Γιατί να πάει; Ο Κύριος θα περάσει από την ερημιά της να την ιδεί. Μην τον γυρεύετε στον τάφο. Ο κύριος δεν είναι απόψε κει! Μπαίνει απόψε στα κλειστά σπίτια και φέγγει στην άβυσσο των ψυχών που επόνεσαν! 


Θεία Μαρίτσα:

(Ανοίγει λίγο την μπαλκονόπορτα) Ποιος; Ποιος χτυπάει; 

Κωσταντής:

Η θυγατέρα σου!

Θεία Μαρίτσα:

Ποιος μπαιζογελάει με την ερημιά μου;

Κωσταντής:

Κατέβα να δεχτείς την Αρετή!

Θεία Μαρίτσα:

Αν είσαι ο χάρος διάβαινε! Άλλα παιδιά δεν έχω!

Κωσταντής:

Μα αφού σου λέω την αλήθεια!

Θεία Μαρίτσα:

Ο Κωσταντής που θα την έφερνε είναι στον άλλον κόσμο!

Κωσταντής:

Ο άλλος κόσμος ειν’ ανοιχτός απόψε. Σου το ‘χα τάξει!

Θεία Μαρίτσα:

Αλίμονο! Θα ΄λεγες πως ειν’ η φωνή του!  (Βγαίνει στο μπαλκόνι) 

Κωσταντής:

Σου ‘βαλα το Θεό κριτή και τους Αγίους μαρτύρους! Δεν ερχόσουν στον τάφο μου και μου το φώναζες;

Θεία Μαρίτσα:

Α! η μαύρη! Όνειρα βλέπω!

Κωσταντής:

Σου ‘βαλα το Θεό κριτή και τους Αγίους μαρτύρους.
Αν τύχει κι έρθει θάνατος, αν τύχει κι έρθει αρρώστια, 
αν τύχει πίκρα γη χαρά, να πάω να σου τη φέρω!

Θεία Μαρίτσα:

Α! η χαροκαμένη! Ποια ειν’ αυτή που στέκει εκεί;

Κωσταντής:

Η θυγατέρα σου!

Θεία Μαρίτσα:

Θέ μου μεγαλοδύναμε! Δως μου καρδιά να σταθώ (Κατεβαίνει και βγαίνει στην πόρτα)

Αρετή:

(Τρέχει προς τα κει) Μάνα!

Θεία Μαρίτσα:

Αρετή! (Σωριάζεται πεθαμένη)

Αρετή:

Μάνα! Μάνα! (Πέφτει απάνω της πεθαμένη -  ακούγονται μακριά οι καμπάνες)

Τέλος


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα 100 βιβλία που πρέπει να έχεις διαβάσει πριν πεθάνεις - 48. «Η Αισθηματική Αγωγή» - Γκουστάβ Φλωμπέρ

Συνάξεις της Παναγίας την Παρασκευή της Διακαινησίμου - ΄Β Μέρος

Θανάσης Βέγγος - Ο πολύ καλός μας άνθρωπος

Σύναξη της Παναγίας της Ασίνου στην Κύπρο

14 σχεδιαστές αποχαιρετούν με σκίτσα τον δημιουργό του "Ποπάυ" και του "Τομ και Τζέρι"

Τα κόμματα που θα συμμετάσχουν στις εκλογές

Σεμπρεβίβα, το χρυσαφί λουλούδι της ελληνικής υπαίθρου που είναι πάντα ανθισμένο! Συμβολίζει την αιώνια αγάπη και συνδέεται με τον μύθο του Πάρη και της ωραίας Ελένης