Γρηγόριος Ξενόπουλος - Ψυχοσάββατο
* * *
Ο Ξενόπουλος χαρακτηρίζει το Ψυχοσάββατο, «σύγχρονη τραγωδία, μονόπρακτη με Ιντερμέτζο». Το έργο είναι γραμμένο σε πρόζα και δημοτική γλώσσα, περιέχει εκτενείς σκηνικές οδηγίες και μια σημείωση του συγγραφέα για παράληψη του Ιντερμέτζου, αν χρειαστεί, κατά τη σκηνική του δοκιμασία. Από τον τίτλο του παραπέμπει σε παραδοσιακές θρησκευτικές τελετουργίες που συνδέονται με τους νεκρούς. Η πρώτη σκηνή οργανώνεται για να αποτυπώσει έθιμα που συνδέουν τον ζωντανό κόσμο με το Επέκεινα. Οι χαρακτήρες της Μαρίας και του Λίγερου είναι μπλεγμένοι στο δίχτυ που πλέκουν οι αξίες μιας παραδοσιακής πατριαρχικής κοινωνίας και παλεύουν να βρουν διέξοδο για τις προσωπικές τους επιθυμίες. Αντίθετα η γριά Μπάμπαινα είναι η ενσάρκωση της παράδοσης και μάλιστα στην πιο συντηρητική της εκδοχή που δεν επιτρέπει στο καινούργιο να ανατείλει. Η επίσκεψη των ψυχών στο Ιντερμέτζο βγάζει το έργο πέρα από την ηθογραφική αποτύπωση και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να συνδεθεί με μη ρεαλιστικά είδη που καλλιεργεί ο ύστερος 19ος αιώνας.
Πηγή: theatrokaiparadosi.thea.auth.gr
Πρώτη παράσταση: 13 Ιουνίου 1911 (Θέατρο και θίασος Κυβέλης Αδριανού)
Πρόσωπα
Κωσταντής - Πλούσιος χωριάτης 35 χρονών
Μαρία - 25 χρονών, γυναίκα του Κωσταντή
Η γρια-Μπάμπαινα - Χήρα, μητέρα του Κωσταντή
Λιγερός - Παλικάρι του χωριού, εξάδελφος του Κωσταντή
Χορός των ψυχών
Ευμορφία - Πεθαμένη αδελφή του Κωσταντή, η κορυφαία
Η σκηνή είναι σε μία εξοχή της Ζακύνθου, στο σπίτι του Κωσταντή, Παρασκευή βράδυ, αρχές Μαρτίου, που ξημερώνει Ψυχοσάββατο
Κωσταντής:
Ου! Τώρα θα φάμε ψωμί. Οι πεθαμένοι με τσου πεθαμένους, κι οι ζωντανοί με τσου ζωντανούς!
Λίγερος:
Έχει δίκιο ο Κωσταντής. Ας ζήσουμε και ‘μεις όσο θέλει η μοίρα μας, και απέ…
Μπάμπαινα:
Όχι, δεν έχει δίκιο ο Κωσταντής. Οι πεθαμένοι με τσου ζωντανούς!... Ένα είμαστε μαζί τους, παιδί μου, κ’ εκείνοι μας κάνουν όπως θέλουν. Αν εφύγανε, είναι ακόμα ‘δω μέσα, και μας κυβερνάνε.
Μπάμπαινα:
Άκου, λάλημα κοκόρου. Τέσσερες ώρες της νυχτός. Σε λίγο μεσονύχτι. Η μεγάλη ώρα που την περιμένουν πως και τι οι πεθαμένοι.
Λίγερος:
Γιατί ντε;
Μπάμπαινα:
Γιατί ξημερώνει Ψυχοσάββατο κ’ η μέρα ούλη δική τους. Από τούτα τα μεσάνυχτα ίσιαμε τ’ άλλα, είναι λεύτεροι, να βγαίνουν από το μνήμα και να γυρίζουν στα σπίτια τους. Ναι, με τη χάριση του Θεού και του Αγίου μας!
Λίγερος:
Τι παραμύθια είναι τούτα που μας λες, θεία Μπάμπαινα;
Μπάμπαινα:
Ματατόπισε, παιδί μου, και μη βλαστημάς!
Λίγερος:
(Μετατοπίζει με προσποιητό τρόμο) Να! μη θυμώνεις!
Μπάμπαινα:
Μπα, να σε χαρώ! Είναι λόγια των παλαιικών, του Θεού λόγια, όχι παραμύθια. Κάθε μνήμα, και ας το βλέπουμε κλειστό, έχει δύο πόρτες αθώρητες. Μια μέσα, που βγαίνει στον κάτου κόσμο, μια όξω, που βγαίνει στον απάνου. Ε! από απόψε τα μεσάνυχτα, η απάνου πόρτα ανοίγει.
Λίγερος:
Έτσι ε; Την ανοίγουν οι Αγγέλοι όπως στην Ανάσταση του Χριστού;... Και βγαίνουνε, παναπεί, οι πεθαμένοι και τριγυρίζουνε σα ζωντανοί;...
Μπάμπαινα:
Ναι, ναι, οι ψυχές τους… μ’ ένα κορμί που είναι σαν αερικό.
Λίγερος:
Α, κατάλαβα! Μα δεν μου λες, θεία Μπάμπαινα, εσύ που είσαι τόσο χρονώ γυναίκα, - είδες ποτέ σου, να σε χαρώ, κανένα τέτοιο “αερικό κορμί”;
Μπάμπαινα:
Εγώ, όχι. Άλλοι όμως, που είναι αλαφροΐσκιωτοι, είδανε. Ου! πολλές, πολλές φορές... να! (πιάνει μια τούφα των μαλλιών της).
Μαρία:
Πώς να ζήσω, σε τούτο το σπίτι; Με βασανίζουν οι πεθαμένοι. Με βασανίζουν οι ζωντανοί. Κι είμαι μοναχή μου, έρημη, και δεν έχω κανένα να με παρηγορήσει, να με στηρίξει, κι η μάνα μου η δόλια κει- κάτου, στο μακρινό χωριό, που δεν τη βλέπω ούτε τρεις φορές το χρόνο! (Κλαίει)
Λίγερος:
Μην κλαις, Μαρία. Καταλαβαίνω πως η ζωή σου είναι δυστυχισμένη, μα πρέπει να κάνεις υπομονή.
Μαρία:
Υπομονή έκαμα ως σήμερα, μα δε μπορώ πια. Αχ, ανάθεμα την ώρα! Ανάθεμα στην ψυχή του πατέρα μου!...
Λίγερος:
(Επιτακτικά) Σώπα, Μαρία, μη βλαστημάς τις ψυχές…
Μαρία:
Μη με φάει το κρίμα; Ας με φάει! (Συνέρχεται) Θε μου συγχώρεσέ με!... Μα ο πατέρας μου μου τα ‘φτιαξε όλα! Αν μ’ έδινε σ’ εσένα, τον καιρό που με γύρεψες…
Λίγερος:
(Τρομάζει και προσπαθεί να την σωπάσει) Μαρία! Σώπα μην ακούσουν!
Μαρία:
Μα ήθελε, βλέπεις, τον ξάδερφό σου, γιατ’ ήταν πλούσιος, κι ας είχε ανύπαντρη αδερφή!
Λίγερος:
(Με τρόμο) Μαρία! για το Θεό! κατεβαίνει η θεία μου!
Μαρία:
(Τρομάζει και προσπαθεί να πάρει η φυσική θέση) Απόψε θα με πάρεις να φύγουμε!
Ιντερμέτζο
Ο χορός των ψυχών
Ευμορφία:
Ελεύθερη αφ’ το μνήμα μου, γυρνώ σαν την ανέμη,
Που μ’ αγαπάει ας χαίρεται, που με μισάει ας τρέμει!
Γεια σας καλές συντρόφισσες, που ήρθατε μαζί μου,
Να ξαναϊδώ το σπίτι μου, να γλυκαθεί η ψυχή μου.
Μαράζι είχα στον τάφο μου, για τούτη την εστιά,
Κοντά της να καθόμουνα, να νιώσω ζεστασιά!
Όλες μαζί:
Ελεύθερη αφ’ το μνήμα μου, γυρνώ σαν την ανέμη,
Που μ’ αγαπάει ας χαίρεται, που με μισάει ας τρέμει!
Ευμορφία:
Μεσάνυχτα ως μεσάνυχτα, Ψυχοσαββάτου ημέρα,
Μεσ’ αφ’ τον Άδη βγαίνουμε στο φως και στον αγέρα.
Σκορπάμε δεντρολίβανο, κι απήγανο και δυόσμο,
Στ’ αγαπημένα σπίτια μας, και στον απάνου κόσμο.
Είμαστ’ ελεύθερες Ψυχές, γυρνούμε σαν ανέμη,
Χαρά στον που μας αγαπά, που μας μισάει ας τρέμει!
Όλες μαζί:
Είμαστ’ ελεύθερες Ψυχές, γυρνούμε σαν τη σβίγα,
Χίλια τραγούδια να ειπωθούν, και πάλι να ‘ναι λίγα.
Είμαστ’ ελεύθερες Ψυχές, γυρνούμε σαν ανέμη,
Χαρά στον που μας αγαπά, που μας μισάει ας τρέμει!





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου