Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος
Ο μακαριστός Χριστόδουλος ήταν ένας ιδιαίτερος αρχιεπίσκοπος, όταν αποφάσισε τουλάχιστον να φέρει την εκκλησία κοντύτερα στην κοινωνία και να μιλήσει για πολλά και διάφορα, εναλλάσσοντας συχνά τον θεσμικό του ρόλο με εκείνον του απλού ανθρώπου και πιστού χριστιανού. Ο αντισυμβατικός ιεράρχης που ήθελε να τον θυμόμαστε με το όνομά του, ως τον «Χριστόδουλό μας» δηλαδή, βρέθηκε συχνά αντιμέτωπος με την οργανωμένη πολιτεία. Ήταν ο αρχιεπίσκοπος που μίλησε τη γλώσσα των νέων, που κάλεσε όλους στη μεγάλη αγκαλιά της εκκλησίας, που ασχολήθηκε με μεγάλα και μικρότερα ζητήματα της κοινωνίας, αφήνοντας ταυτοχρόνως κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο μέσω του θεσμού που επέβλεπε.
Ο λαός ωστόσο τον λάτρευε, καθώς αυτός ο αρχιεπίσκοπος έπαιρνε τουλάχιστον πρωτοβουλίες και δρούσε! Όπως ο αγώνας του να προσεγγίσει τη νέα γενιά και τα παροιμιώδη ανέκδοτά του, πού έδωσαν στον θεσμικό του ρόλο ένα πιο καθημερινό και προσπελάσιμο πρόσωπο: «Ελάτε έτσι όπως ακριβώς είστε, με το τζιν, τα σκουλαρίκια και τις κοντές φούστες», καλούσε τη νεολαία να εκκλησιάζεται, ενώ ταυτοχρόνως δεν δίστασε στο επικοινωνιακό του έργο να δανειστεί και αργκό φράσεις της νέας γενιάς λέγοντας ότι «την πάει»!
Ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος που άφησε το στίγμα του βαθιά χαραγμένο στον κλήρο αλλά και τις καρδιές του λαού ήταν μια πολύπλευρη προσωπικότητα, ένα σωστό φαινόμενο της ελληνικής κοινωνίας που δύσκολα θα ξαναπεράσει από τη θέση αυτή…
Γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1939, από πρόσφυγες γονείς. Η οικογένειά του καταγόταν από την Αδριανούπολη της Ανατολικής Θράκης και εγκαταστάθηκε στην Ξάνθη μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης. Σε ηλικία 2 ετών, μετά την εμπλοκή της Ελλάδας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο 1941, η οικογένειά του μετακόμισε για λόγους ασφαλείας στην Αθήνα (Κυψέλη), όπου ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος έζησε μέχρι την ηλικία των 35 ετών.
Παρά το γεγονός ότι αποφασίζει να σπουδάσει νομικά, ξέρει ήδη από την εφηβεία του ότι θέλει να φορέσει το ράσο: «Μα εγώ θα γίνω παπάς», εξομολογείται σε οικείους και φίλους ήδη από τα μικράτα του. Από τα 18 του εργαζόταν βέβαια ως ιεροψάλτης στην εκκλησία της Αγίας Ζώνης στην Κυψέλη, καθώς ο εκκλησιαστικός βίος έμοιαζε να τον κερδίζει.
Μαθήτευσε στο δημοτικό σχολείο Κοραής και ακολούθως στο Λεόντειο Λύκειο Πατησίων με άριστη επίδοση. Το 1962 έλαβε το πτυχίο της Νομικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με άριστα, και το 1967 αποφοιτά από τη Θεολογική σχολή του ιδίου πανεπιστημίου επίσης με άριστα. Παράλληλα σπούδασε Βυζαντινή Μουσική στο Ωδείο Αθηνών. Το 1982 υπέβαλε τη διδακτορική του διατριβή στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με τίτλο «Ιστορική και Κανονική θεώρησις του Παλαιοημερολογητικού ζητήματος κατά τε την γένεσιν και την εξέλιξιν αυτού εν Ελλάδι» και ονομάστηκε διδάκτωρ του Κανονικού Δικαίου με βαθμό άριστα.
Ήταν πτυχιούχος της γαλλικής και αγγλικής γλώσσας, γνώστης δε της ιταλικής και γερμανικής γλώσσας. Έχει ανακηρυχθεί Επίτιμος Διδάκτωρ των πανεπιστημίων Κραϊόβας και Ιασίου το 2003 και Λατερανού το 2006.
Από το 1961 είχε ωστόσο χειροτονηθεί διάκονος (στα Τρίκαλα) και πρεσβύτερος το 1965 στην Παναγίτσα του Παλαιού Φαλήρου, την οποία θα υπηρετήσει ως ιεροκήρυκας για τα επόμενα 9 χρόνια. Είχε ήδη προηγηθεί ο καιρός που πέρασε ως μοναχός από τη Μονή Βαρλαάμ των Μετεώρων, όταν και άρχισε να εμφορείται από το όραμα ενός κοινωνικού και ιεραποστολικού μοναχισμού.
Εννέα χρόνια ήταν ιεροκήρυκας στο ναό της Κοιμήσεως Θεοτόκου Φαλήρου, ενώ διετέλεσε επί επτά χρόνια γραμματέας της Ιεράς Συνόδου (διορίστηκε επί αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Α’).
Νεότατος, μόλις 35 ετών, το 1974 εξελέγη μητροπολίτης Δημητριάδος, απ' όπου αναχώρησε, όταν εξελέγη αρχιεπίσκοπος Αθηνών.
Ο νέος μητροπολίτης του Βόλου πιάνει αμέσως δουλειά και αφήνει σπουδαίο έργο στην πόλη: ιδρύει εκκλησιαστικό πτωχοκομείο και οίκο ευγηρίας, ιδρύει κατασκηνώσεις, κατηχητικά, οικογενειακά κέντρα συμπαράστασης, ραδιοφωνικό σταθμό, την ίδια στιγμή που χορηγεί εκκλησιαστικές υποτροφίες και συγκαλεί κληρικολαϊκές συνελεύσεις.
Οι κληρικοί που χειροτονούνται από τον νέο μητροπολίτη είναι στην πλειονότητά τους θεολόγοι, την ίδια στιγμή που ο Χριστόδουλος δείχνει την πολύπλευρη προσωπικότητά του συγγράφοντας βιβλία και κυκλοφορώντας ενημερωτικά έντυπα θρησκευτικού, εκκλησιαστικού αλλά και κοινωνικού ενδιαφέροντος. Ταυτοχρόνως, είναι ο μητροπολίτης που εκπροσωπεί την ορθόδοξη εκκλησία της Ελλάδας σε διεθνείς συναντήσεις.
Την ίδια εποχή, ο μαχητικότατος ιεράρχης θα επιδείξει τις πρώτες ριπές του αγώνα του για την υπεράσπιση των εκκλησιαστικών κεκτημένων. Σε τηλεοπτική εκπομπή του 1987, ο ίδιος και ο τότε μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως, Άνθιμος, υπεραμύνονται της εκκλησιαστικής περιουσίας και αυτών που θεωρούν δίκαια απέναντι στον υπουργό Παιδείας Αντώνη Τρίτση.
Τα χρονικά του στη Μητρόπολη του Βόλου σημαδεύτηκαν πάντως από άρθρο του που δημοσιεύτηκε στον τοπικό Τύπο και ανάγκασε το δημοτικό συμβούλιο της πόλης να τον κηρύξει ανεπιθύμητο, κάνοντας λόγο στο ψήφισμά του τον Ιούνιο του 1984 ότι ο ιεράρχης είχε «ξεφύγει από τα πλαίσια των θρησκευτικών καθηκόντων του και έβαλλε και κατ’ αυτών ακόμη των Δημοκρατικών Θεσμών»…
Στις αρχαιρεσίες για τη διαδοχή του μακαριστού Σεραφείμ στις 28 Απριλίου 1998, ο Χριστόδουλος εκλέγεται με διευρυμένη πλειοψηφία αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος. Η ενθρόνισή του λαμβάνει χώρα στις 9 Μαΐου στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών παρουσία προκαθημένων άλλων εκκλησιών, πολιτικών αρχηγών και πλήθους λαού. Η εκφώνηση του επιβατηρίου λόγου του προκάλεσε μεγάλη αίσθηση στην κοινή γνώμη…
Το 1998, μετά το θάνατο του αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, ο μητροπολίτης-τότε-Δημητριάδος Χριστόδουλος εκλέγεται αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Προκάλεσε αίσθηση στην κοινή γνώμη, από την πρώτη στιγμή που άρχισε να διαβάζει τον «επιβατήριο» λόγο του στον κατάμεστο μητροπολιτικό ναό Αθηνών. Πολύ γρήγορα, όλοι μιλούσαν για τον Αρχιεπίσκοπο, που καλούσε τη νεολαία να πλησιάσει την Εκκλησία, «ακόμα και με το σκουλαρίκι», ζητούσε συγγνώμη από τους νέους για όσα δεν έγιναν από τους μεγαλύτερους, ενώ άρχισε αμέσως να ασχολείται με την αναζωογόνηση όλων των υπηρεσιών της Εκκλησίας και κυρίως του φιλανθρωπικού τομέα.
Υπό την ηγεσία του, προάγεται το έργο της Εκκλησίας σε ολόκληρο τον κοινωνικό τομέα. Ιδρύονται νέοι οργανισμοί που καλύπτουν τομείς, όπως η βιβλιοθήκη, η μέριμνα για τους τοξικομανείς, την κακοποιημένη γυναίκα, την άγαμη μητέρα. Τέλος, ίδρυσε τη Μη Κυβερνητική Οργάνωση «Αλληλεγγύη», μέσω της οποίας γίνεται παρέμβαση με ανθρωπιστική βοήθεια, σε παγκόσμια κλίμακα.
Ίδρυσε την υπηρεσία Διαδικτύου, δημιουργώντας συγχρόνως ψηφιακή βιβλιοθήκη σε 9 γλώσσες, πινακοθήκη, μουσικοθήκη και πύλη πολιτιστικών ειδήσεων στα ελληνικά και αγγλικά.
Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος με το λόγο του προκάλεσε αντιδράσεις. Σχολιάσθηκε θετικά, αλλά και αρνητικά. Δύο μεγάλα γεγονότα σημάδεψαν τα πρώτα χρόνια της ποιμαντορίας του: η σύγκρουση με την κυβέρνηση Κ. Σημίτη για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, που άρχισε την άνοιξη του 2000 και απασχόλησε για περίπου δύο χρόνια την κοινή γνώμη, ενώ αμέσως μετά άρχισε και η κρίση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Πλήθος αντιδράσεων στην ποιμαντορία του προκλήθηκαν με τη δήλωσή του για την άγνοια των τραγικών γεγονότων της χούντας των συνταγματαρχών, όταν απάντησε ως εξής σε ερώτηση για τα βασανιστήρια της δικτατορικής τριανδρίας: «Ομολογώ ότι δεν ήξερα πως γίνονταν βασανιστήρια, πως υπήρχε ΕΑΤ-ΕΣΑ. Όλα αυτά ήρθαν στο φως μετά. Δεν πειράζει, μπορεί να τα ήξερε ο τότε αρχιεπίσκοπος, αν τα ήξερε και σιώπησε έκανε άσχημα. Στον κύκλο μου δεν είχα ακούσει τέτοια πράγματα, δεν άκουγα ξένους σταθμούς, εκ των υστέρων τα έμαθα. Θα πει κανείς ότι ήμουν βαθιά νυχτωμένος. Μπορεί, γιατί εγώ τότε σπούδαζα».
Οι κριτικές γύρω από τη δήλωσή του στράφηκαν στο γεγονός ότι μεταξύ 1968-1974 ήταν γραμματέας της Ιεράς Συνόδου (επί αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Α’) και δεν ήταν δυνατόν να μην είχε ακούσει για τη διεθνή κατακραυγή κατά των χουντικών βασανιστηρίων, καθώς και στην ίδια τη Σύνοδο κατέφταναν σωρηδόν οι εκκλήσεις βοήθειας και οι απελπισμένες επιστολές των συγγενών των βασανισμένων.
Η πλέον πολιτική (όπως χαρακτηρίστηκε) του κίνηση θα ήταν το θέμα με τις ταυτότητες και η ολομέτωπη σύγκρουσή του με την κυβέρνηση Σημίτη. Όπως θυμόμαστε, το θέμα ξεκίνησε την άνοιξη του 2000 και συνεχίστηκε για δύο ολόκληρα χρόνια, όταν ο νέος υπουργός Δικαιοσύνης, Μιχάλης Σταθόπουλος, δήλωσε μία εβδομάδα μετά τις εκλογές του 2000 ότι το θρήσκευμα αποτελεί ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο και η αναγραφή του στην αστυνομική ταυτότητα έρχεται σε αντίθεση με σχετικό νόμο που ίσχυε. Η τοποθέτηση του υπουργού επέσυρε τη μήνη του αρχιεπισκόπου, ο οποίος με το περιβόητο «Σε αυτό τον τόπο υπάρχει ένας παράγοντας ο οποίος ούτε μπορεί ούτε πρέπει να αγνοείται. Είναι ο λαός» κήρυξε τον ανένδοτο στην κυβέρνηση Σημίτη, επανερχόμενος μέρες αργότερα και διαμηνύοντας προς πάσα κατεύθυνση: «Να γίνει ένα δημοψήφισμα και θα δούνε ότι ο λαός προσυπογράφει μαζί μας».
Ο μακαριστός Χριστόδουλος κατέβασε τον λαό στον δρόμο σε δύο πολυπληθείς «λαοσυνάξεις» σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη (Ιούνιος του 2000), εξηγώντας πως «Πιστέ και αγαπημένε λαέ, δεν ήλθα να σας διεγείρω. Ήλθα να σας εξηγήσω. Δεν ήλθα να σας φανατίσω. Ήλθα να σας ενημερώσω». «Ας λέει ο νόμος ό,τι θέλει, αν ο λαός δεν συναινεί, δεν εφαρμόζεται» διακήρυσσε, προειδοποιώντας ταυτοχρόνως πως «την Εκκλησία όποιο χέρι τόλμησε να την αγγίξει, ξεράθηκε».
Στο αρχιεπισκοπικό στόχαστρο μπήκαν οι «προοδευτικάριοι», οι «θιασώτες της Ευρώπης», η «ιντελιγκέντσια» και η κυβέρνηση Σημίτη, την ίδια ώρα που η κίνησή του να κρατήσει στην εξέδρα του Συντάγματος αντίγραφο του λαβάρου της εθνικής επανάστασης του 1821 προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις σημαντικής μερίδας του πολιτικού κόσμου. Τελικά, τον Αύγουστο του 2001, ο Χριστόδουλος ανακοίνωσε σε ειδική συνέντευξη Τύπου ότι η Σύνοδος συγκέντρωσε περισσότερα από 3 εκατομμύρια υπογραφές πιστών, οι οποίοι ζητούσαν δημοψήφισμα για την προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στις νέες ταυτότητες (ανάμεσά τους και εκείνη του τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κώστα Καραμανλή). Η Προεδρία της Δημοκρατίας έβαλε ωστόσο το θέμα στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας θεωρώντας πως «οι εκτός νομοθετημένης διαδικασίας συλλεγείσες υπογραφές δεν είναι δυνατόν να ανατρέψουν τις διατάξεις του Συντάγματος».
Ο Χριστόδουλος υπήρξε ίσως ο πιο δραστήριος θρησκευτικός ηγέτης στην σύγχρονη ελληνική ιστορία γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις τόσο εντός κοινωνίας αλλά και στην πολιτική ζωή.
Η περιπέτεια της υγείας του Αρχιεπισκόπου ξεκίνησε στις 9 Ιούνη με τη νοσηλεία του στο Αρεταίειο. Υποβάλλεται σε χειρουργική επέμβαση από τον γιατρό Δ. Βώρο για την αντιμετώπιση της στένωσης του αυλού του εντέρου και παραμένει 13 μέρες στην εντατική.
Σύμφωνα με τους γιατρούς, διαγνώστηκε στο συκώτι πρωτοπαθές νεόπλασμα (ηπάτωμα), ενώ στο παχύ έντερο, που εγχειρήθηκε, το πρόβλημα ήταν ένας πολύποδας που ήδη είχε κάνει αλλαγή προς αδενοκαρκίνωμα. Στις 18 Αυγούστου και μετά από απόφασή του, ο Αρχιεπίσκοπος αναχωρεί για το Μαϊάμι για να υποβληθεί σε μεταμόσχευση ήπατος από τον καθηγητή Α. Τζάκη. Η μεταμόσχευση δε γίνεται τελικά, γιατί όταν στις αρχές Οκτώβρη επιχειρείται, μετά και την ανεύρεση του μοσχεύματος, διαπιστώνονται μεταστάσεις στην περιτοναϊκή κοιλότητα. Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος επέστρεψε στην Ελλάδα στις 26 Οκτώβρη και συνέχισε τη θεραπευτική αγωγή του με φάρμακα, μέχρι τέλους.
Ξημέρωνε 28 Ιανουαρίου του 2008 όταν ο Ελληνισμός έχανε τον θρησκευτικό του ηγέτη. Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος άφηνε την τελευταία του πνοή στην οικία του, όπως ο ίδιος είχε επιλέξει παρά τις επίμονες συστάσεις των θεραπόντων ιατρών του να μεταφερθεί σε κλινική. Σε ηλικία 69 ετών, έντεκα ημέρες μετά τα γενέθλια του, και ηττημένος από τον καρκίνο μετά από μια μεγάλη μάχη αποχαιρετούσε το ποίμνιο του και σκορπούσε το πένθος στους απανταχού Έλληνες.
Πηγή: newsbeast.gr, sansimera.gr, enikos.gr, rizospastis.gr



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου