Δημήτρης Ψαθάς - Ξύπνα Βασίλη


Η κωμωδία Ξύπνα Βασίλη ανέβηκε από τον θίασο του Ντίνου ηλιόπουλου στο Θέατρο Γκλόρια στις 19 Νοεμβρίου 1965 και συνεχίστηκε με θριαμβευτική επιτυχία - στην πρώτη σειρά των παραστάσεων της - μέχρι τις 15 Μαΐου 1966. Τον επόμενο χειμώνα επαναλήφθηκε στο ίδιο θέατρο. Η κωμωδία παίχτηκε απ’ τον ίδιο θίασο το καλοκαίρι του 1966 στη Θεσσαλονίκη όπου σημείωσε την ίδια θριαμβευτική επιτυχία. Σε συνέχεια έγινε ταινία από την finos films αλλά δεν επετράπη να προβληθεί παρά μόνο με περικοπές από τους χουντικούς δικτάτορες.



Ο συγγραφέας εξήγησε σε προλογικό σημείωμα του ότι στόχος της κωμωδίας ήταν η σάτιρα των πολιτικών φανατισμών στον τόπο μας και ιδιαίτερα οι ιδεολογικές μεταστροφές, στις περιπτώσεις ανθρώπων των οποίων η ιδεολογία δεν έχει τόσο βαθιές τις ρίζες. Έκρινε ότι ήταν ένα καίριο θέμα για σάτιρα, πολύ περισσότερο γιατί το φαινόμενο των μεταστροφών και μεταπήδησεων - για διάφορες αιτίες - παρουσιάζεται πολύ συχνά στον τόπο μας, όπου η επιπολαιότητα ορισμένων χαρακτήρων εισχωρεί ακόμα και στο χώρο της πολιτικής ιδεολογίας.

Πρόσωπα

Βασίλης Βασιλάκης - υπάλληλος κάπου 35-40 χρόνων
Μάνος - συνάδελφός του 30 χρονών
Ντίνα - αδελφή του Βασίλη 25 χρόνων
Κυρία Αντιγόνη - μητέρα του Βασίλη
Περικλής - φίλος του Βασίλη
Φανφάρας -  ποιητής
Κυρία Φαρλάκου - διευθύντρια εκδοτικού οίκου
Στέλλα - υπάλληλος
Ιουλία - υπηρέτρια
Τασία - υπηρέτρια
Θόδωρος - γκαρσόνι καφενείου
Λαμπίρης - επιχειρηματίας
Λελές -  υπηρέτης
Ά Κυρία, ΄Β Κυρία 


Στέλλα:

 Δεν ήρθε ακόμα η κυρία Φαρλάκου;

Μάνος:

Ε, όχι κι από τώρα Στέλλα μου. Αριστοκρατία, βλέπεις, ξυπνάμε με το πάσο μας. Τι ανάγκη έχουμε; Ας είναι καλά τα κορόιδα που δουλεύουνε για χάρη της.

Στέλλα:

Να κάτσω να την περιμένω;

Μάνος:

Και δεν κάθεσαι; Παρέα θέλω κι εγώ για να πιω το καφεδάκι μου. Αύξηση θα ζητήσεις;

Στέλλα:

Ναι, πως. Όρεξη έχω πρωί-πρωί ν’ ακούσω τις φωνάρες της.

Μάνος:

Άδεια μήπως;

Στέλλα:

Μπα. Θέλω να την παρακαλέσω να με βγάλει απ’ το βιβλιοπωλείο και να με φέρει στα γραφεία.

Μάνος:

Μετάθεση.

Στέλλα:

Δεν μπορώ πια πωλήτρια. Κουράζομαι. Ο γιατρός μου είπε, ότι η ορθοστασία πειράζει τα νεφρά μου.

Μάνος:

Αμ θα τα φάει τα νεφρά σου η Φαρλάκαινα. Και τα συκώτια σου θα φάει. 



Μάνος:

Ζητάνε “Καταιγίδες”, του Φανφάρα.

Στέλλα:

Έχει λοιπόν, επιτυχία το βιβλίο του.

Μάνος:

Δεν είναι περίεργο. Πάντα υπάρχουν ηλίθιοι που θαυμάζουν ένα βλάκα. Διάβασες τι του γράφει σήμεραη “Κραυγή”; Πατσά τον κάνει. 

Στέλλα:

Ξέρεις τι λέει ο Αναγνωστόπουλος; Ότι εσύ τα έγραψες αυτά.

Μάνος:

Εγώ;

Στέλλα:

Κατάλαβε λέει, απ’ το ύφος. Γιατί τα ίδια πράμματα του έλεγες προ ημερών. Τις ίδιες φράσεις.

Μάνος:

Και δεν πα να λέει; Τι θα μου κάνουν; Ο καθένας διατυπώνει ελεύθερα τις σκέψεις του. Δημοκρατία έχουμε.

Στέλλα:

Αν τα διαβάσει, όμως ο κύριος Βασιλάκης, θα πηδήσει εκεί απάνω.

Μάνος:

Ποιος; Ο κύριος προϊστάμενος;

Στέλλα:

Αυτός τον έχει για Θεό του τον Φανφάρα.

Μάνος:

Πολύ φυσικό. Αρχιηλίθιος!

Στέλλα:

Ε όχι κι έτσι.

Μάνος:

Γιατί; Επειδή πήρε την προαγωγή; Ξέρεις πολύ καλά ότι αυτό το χρωστά στους τεμενάδες που κάνει στη Φαρλάκαινα. Φουκαρατζίκος και φασίστας.

Στέλλα:

Α όσο για φασίστας…

Μάνος:

Μισθός τρεις και πενήντα και ομοϊδεάτης με τους καρχαρίες. Τι άλλο χρειάζεται για να πάρει το βραβείο της βλακείας;

Στέλλα:

Πάντως εσύ πολύ του μπαίνεις, Μάνο, και δεν κάνει. Καμιά ώρα θα θυμώσει και θ’ αρπαχτήτε.

Μάνος:

Μπα δεν υπάρχει φόβος. Είμαστε παλιοί φίλοι με τον Βασιλάκη. Άλλωστε με φοβάται κι όλας…

[...]

Βασίλης:


Κουβεντούλα ε; Ωραία την στήσατε πρωί-πρωί. [...] Στο βιβλιοπωλείο δεσποινίς είναι πελάτης και δεν υπάρχει ούτε πωλητής ούτε πωλήτρια.


Στέλλα:


Είναι η Νίτσα και ο Κώστας.


Βασίλης:


Η δεσποινίς Νίτσα χασμουριέται ακόμα και ο κύριος Κώστας πηγαίνει προς ανάγκην. Και την ανάγκην βλέπετε, την φυλάμε για την ώρα της δουλειάς. Δεν μπορούμε να την διεκπεραιώνουμε σπίτι μας. 


Μάνος:


Να κανονίσεις μια ώρα φιξ για την ανάγκην.


Βασίλης:


Μάλιστα κύριε Μάνο. Πόση ώρα επιθυμείς; Μια; Δύο; Θέλεις να ορίσουμε και ειδικό επίδομα; Βάλτο στα αιτήματα του σωματείου σας.




Βασίλης:

Να που καταντήσαμε. Νέα κοπέλα και την πειράζει η ορθοστασία. Να πάρουμε για τις πωλήτριες στρώματα για να ξαπλώνουν.

Μάνος:

Ωραία ιδέα. Και να με βάλεις κι εμένα να ξαπλώνω μαζί τους.

Βασίλης:

Α, τον αναιδέστατο!

Μάνος:

Γιατί Βασίλη; Εσένα δεν θα σου άρεσε να ξαπλώσεις με την Στέλλα;

Βασίλης:

Δεν ντρέπεσαι μωρέ; Δεν αισχύνεσαι; Δεν σέβεσαι τα ξένα κορίτσια; Αλλά κουκουές δεν είσαι; Ιερόν και όσιον δεν έχετε επάνω σας. Καλά σας λένε “μίασμα”.

Μάνος:

Αυτό το λένε οι ηλίθιοι.

Βασίλης:

Δεν πας στο... άντε μη σε στείλω πρωί-πρωί. 


Βασίλης:

Μπρος πήγαινε τώρα. Ν’ αναπνεύσω και λίγο καθαρό αέρα.

Μάνος:

Πρόσεξε Βασίλη γιατί το παράκανες. Μη με πιάσουν καμιά ώρα τα σκολιανά μου γιατί…

Βασίλης:

Με απειλείς βρε;

Μάνος:

Αστειεύομαι μωρέ. Με σένα θα θυμώσω Βασιλάκη; Εγώ ότι και να πεις το ξέρεις ότι κατά βάθος και σ’ εκτιμώ και σ’ αγαπώ.

Βασίλης:

Μίλα γι’ αγάπη ο κουκουές! Εσείς μωρέ ούτε τ’ άντερά σας δεν αγαπάτε.

Μάνος:

Τους κουτούς, όμως, τους αγαπάμε. Γιατί μας χρησιμεύουν για ψυχαγωγία.


Μάνος:

Όσο και να λυσσά η αντίδραση και να χτυπιέται, δεν σταματάει την πορεία της ιστορίας. Η επανάσταση θα γίνει γιατί είναι ιστορική ανάγκη.

Βασίλης:

Σώπα δα! Είναι μεγάλη ανάγκη;

Μάνος:

Ναι, Βασιλάκη μου, γιατί μόνο με την επανάσταση θα βγουν οι άνθρωποι απ’ την αθλιότητα και την πείνα που τους δέρνει. Αυτή θα δώσει τη λύση.

Βασίλης:

Ωραία λύση, ε; Επειδή πεινούν οι άνθρωποι ν’ αλληλοσφαγούνε και να φαγωθούνε μεταξύ τους, για να χορτάσουν!

Μάνος:

Δίχως να σπάσεις τα αυγά δεν κάνεις ομελέτα.

Βασίλης:

Από τέτοια ομελέτα, εγώ προτιμώ την φασουλάδα μου.

Μάνος:

Προτιμώντας, όμως, την φασουλάδα σου ξέρεις τι κάνεις; Εξασφαλίζεις τον αστακό στους εκμεταλλευτές σου.

Βασίλης:

Και μπορούμε, βρε ηλίθιε, να τρώμε όλοι αστακό; Πρέπει να βρεθούν τόσοι αστακοί όσος είναι και ο πληθυσμός της γης. Δηλαδή, τρια δισεκατομμύρια. Ε, άμα βρεις τρία δισεκατομμύρια αστακούς, στρώσε το τραπέζι σου και φώναξε με.

Μάνος:

Μα το θέμα δεν είν’ αυτό. Το θέμα είναι ότι οι εκμεταλλευτές…

Βασίλης:

Άσε με ήσυχο. Έχω αηδιάσει πια ν’ ακούω τις παρλαπίπες σου. Όλη τη μέρα καθισιό κι ενάντια στην μπουρζουαζία, ενάντια στην εκμετάλλευση.

Μάνος: 

Α, κακομοίρη Βασιλάκη μου. Το νόστιμο είναι που κοροϊδεύεις κιόλας. Ενώ εσύ είσαι το μεγαλύτερο θύμα της εκμετάλλευσης εδώ μέσα. Σ’ έκανε προϊστάμενο η Φαρλάκαινα αλλά τρεις και πενήντα και εσένα ο μισθός σου.

Βασίλης:

Να μη σε νοιάζει για τον μισθό μου.

Μάνος:

Aπ’ τα λαχεία περιμένεις να λύσεις στα προβλήματά σου, που γελάνε οι συνάδελφοι μαζί σου. Ξέρεις πώς σε λένε; Λαχειάκια!

Βασίλης:

Αυτή η κακοήθεια είναι δική σου!

Μάνος:

Μέχρι κι ο Θόδωρος ακόμα σε φουμαίρνει.

Βασίλης:

Ο καφετζής;

Μάνος:

Να, τώρα προ ολίγου μου έλεγε ότι θα σου την σκάσει. Περίμενε να δεις, θα σου πει ότι τάχα είδε όνειρο ότι κέρδισες τον πρώτο αριθμό.

Βασίλης:

Α, το κάθαρμα. Δούλεμα ήταν λοιπόν;

Μάνος:

Σου το πε κι όλας;

Βασίλης:

Α, τον ελεεινό!

Μάνος:

Τα βλέπεις;

Βασίλης:

Είναι κουκουές! Εσύ τον έχεις κάνει. Όλους τους έχεις κάνει εσύ. Έχεις επάνω σου το μίασμα, κι όλους τους μολύνεις, όλους!

Μάνος:

Είσαι κουτός. 


Τασία:

Δεν είναι εδώ ο κύριος Βασίλης;

Ιουλία:

Είναι στο μπάνιο, τι τον θέλεις;

Τασία:

Είπε ο κύριος μου ότι έκανε λάθος στο λογαριασμό των κοινοχρήστων. Του ‘βαλε παραπάνω.

Ιουλία:

Πόσα παραπάνω;

Τασία:

Εβδομήντα λεπτά.

Ιουλία:

Μωρέ τι μου λες! Και σ’ έστειλε γι’ αυτό;

Τασία:

Ναι, γι’ αυτό. Είπε να ξανακοιτάξει τον λογαριασμό και να τον διορθώσει.

Ιουλία:

Βρε Παναγία μου! Μα τόσο τσιγκουνόμουτρο είναι τ’ αφεντικό σου;

Τασία:

Άστα καημένη το τι τραβάω! Σπάγγος! Να φανταστείς ότι στο σπίτι παίρνει δυο λογιών ελιές. Άλλες για την οικογένειά του κι άλλες για μένα. Πιο φθηνές.

Ιουλία:

Και κάθεσαι μωρέ χαζή; Δεν τον μουτζώνεις;

Τασία:

Ε, να αυτό λέω να κάνω αλλά πρέπει να βρω ένα καλό σπίτι.

Ιουλία:

Θα σου βρω εγώ, μην ανησυχείς.

Τασία:

Εσύ είσαι πολύ καλά εδώ μέσα. Και νέος ο κύριος σου και εργένης.

Ιουλία:

Μπα; Σου γουστάρει;

Τασία:

Έκτακτος είναι. Σου βάζει χέρι;

Ιουλία:

Τι λες μωρέ Τασιά;

Τασία:

Εμένα μου βάζει.

Ιουλία:

Και στέκεσαι;

Τασία:

Τι να κάνω; Φοβάμαι να φωνάξω μην ακούσει η κυρία κι έχουμε ντράβαλα.

Ιουλία:

Και φτηνές ελιές και χέρι! Έχω δει μωρέ Τασιά, χαζόμουτρα αλλά σαν κι εσένα! …


Ιουλία:

Πού θα πάτε κύριε Βασιλάκη; Κανένα ραντεβουδάκι;

Βασίλης:

Ποιο ραντεβουδάκι; Έχω να πάω σε μια διάλεξη. Θα μιλήσει ο ποιητής Φανφάρας. Έχεις ακουστά;

Ιουλία:

Φανφάρας; Καλέ τι αστείο όνομα!

Βασίλης:

Αστείο; Δεν είμαστε καλά. Πρώτη φορά ακούς αυτό το όνομα;

Ιουλία:

Ναι, πρώτη φορά... γιατί; Είναι κανένα σπουδαίο πρόσωπο;

Βασίλης:

Ο ποιητής Φανφάρας; Μη χειρότερα! Στα σοβαρά δεν έχεις ακουστά;

Ιουλία:

Όχι. Τι δουλειά κάνει;

Βασίλης:

Ποδοσφαιριστής!

Ιουλία:

Αμ, έτσι πέστε μου. Σε ποια ομάδα;

Βασίλης: 

Ωχ, ωχ, ωχ! Μα τόσο αστοιχείωτη είσαι μωρέ παιδάκι μου; Αφού σου λέω ποιητής - δεν καταλαβαίνεις; Γράφει ποιήματα.

Ιουλία:

Α, στιχάκια για τραγουδάκια.

Βασίλης:

Μπράβο, τώρα το πέτυχες! Τι θέλω και μιλάω;


Λαμπίρης:

Δεν μου λες, Μάνο, πόσο καιρό έχεις εδώ πέρα;

Μάνος:

Δύο μήνες.

Λαμπίρης:

Ομολογώ, λοιπόν, ότι απορώ με σένα. Είσαι ένας ευφυέστατος άνθρωπος και όμως δεν μπορείς να καταλάβεις τα μυστικά του εμπορίου.

Μάνος:

(Ειρωνικά) Προσπαθώ κύριε Νίκο, όλο προσπαθώ.

Λαμπίρης:

Εκεί στον εκδοτικό οίκο που εργαζόσουν δεν είχαν χρέη;

Μάνος:

Η κάθε επιχείρηση έχει τα χρέη της.

Λαμπίρης:

Και τα πλήρωναν;

Μάνος:

(Ειρωνικά) Ναι. Την είχαν αυτή την κακή συνήθεια.

Λαμπίρης:

Θα χρεοκοπήσουν. Να είσαι βέβαιος ότι ο επιχειρηματίας που πληρώνει τα χρέη του βαδίζει κατ’ ευθείαν στην καταστροφή.

Μάνος:

Εκείνος, όμως, που δεν πληρώνει, βαδίζει κατευθείαν στη φυλακή. 

Λαμπίρης:

(Γελά) Στη φυλακή μπαίνουν μόνο τα κορόιδα. Μάνο, δεν τα ξέρεις καλά τα πράγματα. 


Λαμπίρης:

Κανένας δεν τηλεφωνεί για να σου δώσει χρήματα. Όλοι για να πάρουν.

Μάνος:

Ναι, πραγματικά είναι ένα κακό ελάττωμα που το ‘χουν πολλοί άνθρωποι: Όταν δανείζουν θέλουν να τα πάρουν πίσω. 

Λαμπίρης:

Και το κακό είναι ότι δεν τον θεραπεύουν το ελάττωμα τους.

Μάνος:

Ευτυχώς που βρίσκεστε εσείς και το φροντίζετε.

Λαμπίρης:

Δόξα Σοι ο Θεός, κάνω ότι μπορώ.


Βασίλης:

Τον πλούσιο δεν ξέρω να τον κάνω. Πώς φαίρνονται οι πλούσιοι;

Μάνος:

Να φέρεσαι όπως θέλεις. Άμα είσαι πλούσιος ότι και να κάνεις είσαι εντάξει.

Βασίλης:

Αν μου ζητάνε, όμως, λεφτά;

Μάνος:

Α, μπα! Άμα είσαι πλούσιος δεν σου ζητούν λεφτά! Όλοι σου δίνουν. Όλο σου φέρνουν.

Ντίνα:

Τα λεφτά, τρέχουν, στα λεφτά.

Βασίλης:

Βρε κοίτα πώς τα λένε. Πονηρέψατε βρε παιδιά, πολύ πονηρέψατε.


Βασίλης:

Και το μυαλό σου είναι θολό
πωπωπωπώ!
Και το δικό της πιο λειψό
πωπωπωπώ!
Σας το θολώσαν τα λεφτά
πωπωπωπώ!
Γεια σου Φανφάρα μπουνταλά!

Φανφάρας:

Ανεδέστατε! Αυτό είναι προσβολή! Ούτε μία στιγμή δεν μπορώ να μείνω εδώ μέσα!

Φαρλάκου:

Γελοίε!

Κυρία Α:

Ηλίθιε!

Κυρία Β:

Βλάκα!

Φανφάρας:

Τέτοια προσβολή δεν μου έγινε ποτέ! Αίσχος! Καληνύχτα σας!

Βασίλης:

Βρε τέτοιο γλέντι παλαβό
Ποτέ δεν το έχω δει εγώ
Να σαι προχθές κομμουνιστής
Κι άξαφνα καπιταλιστής! 

Δημήτρη Ψαθά, Κωμωδίες, Ξύπνα Βασίλη, Εκδόσεις Μαρη

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα 100 βιβλία που πρέπει να έχεις διαβάσει πριν πεθάνεις - 48. «Η Αισθηματική Αγωγή» - Γκουστάβ Φλωμπέρ

Συνάξεις της Παναγίας την Παρασκευή της Διακαινησίμου - ΄Β Μέρος

Θανάσης Βέγγος - Ο πολύ καλός μας άνθρωπος

Σύναξη της Παναγίας της Ασίνου στην Κύπρο

14 σχεδιαστές αποχαιρετούν με σκίτσα τον δημιουργό του "Ποπάυ" και του "Τομ και Τζέρι"

Τα κόμματα που θα συμμετάσχουν στις εκλογές

Σεμπρεβίβα, το χρυσαφί λουλούδι της ελληνικής υπαίθρου που είναι πάντα ανθισμένο! Συμβολίζει την αιώνια αγάπη και συνδέεται με τον μύθο του Πάρη και της ωραίας Ελένης