Ορέστης Λάσκος - Ποιήματα
Η Παράσταση
Mυστηριωδώς, με γράμματα πελώρια, και μοιραίως,
τοιχοκολήθηκαν παντού στην πολιτεία αφίς.
Στη μέση γράφανε «ZΩH» και κάτωθεν αυτής:
«Έργο σουρεαλιστικόν … αγνώστου συγγραφέως».
Kαι στο μεγάλο Θέατρο πούχ’ εντελώς γεμίσει
μπρός σε θεατές που αυλάκωναν της αγωνίας τα τικ,
άρχισεν η Παράστασις η τόσον εξαντρίκ,
που θάταν προτιμότερον ποτές να μή ‘χε αρχίσει.
Γιατί αν κι οι πρωταγωνιστές παίζαν με μπρίο στ’ αλήθεια,
και το μπουλούκι δίπλα τους παράστεκε καλό,
όμως το έργον ήτανε τόσο φριχτά σαχλό
που ασυναισθήτως ένοιωθες μιαν αηδία στα στήθεια.
Στην πρώτη πράξη, ένα αμυδρό γέλιο -αν δεν αμφιβάλλω-
στις άλλες ένα βογγητό σπαραχτικά γοερό,
και στην στερνήν ένα χλωμό σκοτάδι ζοφερό,
κι ύστερ’ απότομα μια μαύρη αυλαία, και τίποτ’ άλλο.
Kι έτσι ο καθείς σφυρίζοντας και βρίζοντας, πετούσε
τα μαξιλάρια στη σκηνή φριχτός καταστροφεύς.
Kαι μόνος, σ’ ένα σκοτεινό θεωρείον, ο Συγγραφεύς
καπνίζοντας το πούρο του απαθής… χειροκροτούσε.
Το πρώτο βιβλίο του Ορέστη Λάσκου ήταν «Το φιλμ της ζωής» [εκδ. των Χρονικών, Αθήνα 1934]. Κεφάλαιά του αποτελούσαν τα ποιήματα γα τη «Νινόν», τα «Αρχαϊκά», η «Ηδονή» και η «Ανία».Τα περισσότερα απ’ αυτά έχουν μια χαρακτηριστική, εσωτερική, ομοιοκαταληξία, την οποίαν ο Λάσκος ξεσήκωσε από τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Ο πρώτος και ο τρίτος στίχος κάθε στροφής ομοιοκαταληκτούν εσωτερικά, δίνοντας στο ποίημα μία άμεση τραγουδιστική όψη.
Ηρθ' ο καιρός
Ηρθ’ ο καιρός, που ο Ουρανός σαν Τροβατόρε αλλοτινός,
θλιμμένος φόρεσε ξανά τη σκοτεινή του μπέρτα,
και παίζει ατέρμονα σολίστ μια κάποια σύνθεση του Λιστ,
ο βιρτουόζος ο άνεμος στα βραδυνά κονσέρτα!...
Ηρθ’ ο καιρός, που αναριγεί σαν μια τρεμή μαρμαρυγή
τ’ άρρωστο φως των λαμπιονιών μεσ’ στα νερά του δρόμου,
κι’ ακούς των δέντρων τα κλαδιά στην κατασκότεινη βραδυά,
μια τραγωδία να παίζουνε της φρίκης και του τρόμου!...
Ηρθ’ ο καιρός, που οι βάρκες πια, με τα σκεβρά τους τα κουπιά,
στο λιμανάκι το μικρό τρυπώνουν τρομαγμένες,
κι’ οι ωχρές παρθένες του χωριού, στο τρέμον φως του λυχναριού,
κάποιο ρομάντζο ερωτικό διαβάζουν δακρυσμένες!...
Ηρθ’ ο καιρός, που η συντροφιά των μορφωμένων, μ’ ακεφιά,
στην πρέφα μάταια προσπαθεί την πλήξη της να πνίξη,
ενώ ένας νειός, πιο κει, βουβός, γράφει ένα γράμμα στο Νταβός
κάποιου αδερφού του, που γοργά τον τάφο του θ’ ανοίξη!...
Κι’ ηρθ’ ο καιρός Νινόν που λες, που απ’ τις οδύνες τις πολλές,
συντρίμι μένω στη γωνιά μεσ’ στον βαρύ χειμώνα,
κι’ ώρες να ’ρθης παρακαλώ καμμιά βραδυά με το καλό,
μεσ’ την καρδιά μου μια μικρή να φέρης μου ανεμώνα!
Το φιλμ της ζωής - Νινόν
Όταν θα 'ρθη κάποια φορά
Όταν θα ’ρθη κάποια φορά που θα γεράσης –συμφορά–
κι’ άσπρα τα μαύρα σου μαλλιά θε να τα βάψη ο Χρόνος,
θα νοιώσης τότε, πως για μπρος δεν πάει άλλο πια, και πως
μονάχα η θύμηση σκοπός Νινόν σού μένει μόνος!...
Και τότε, με μια κάποια ορμή στο κυρτωμένο σου κορμί,
τα «τραγουδάκια» μου θα βρης σ’ ένα κρυφό συρτάρι,
κι’ αναγερτή σ’ ένα φωτέιγ, μπρος στη θερμάστρα που θα καίη,
στο διάβασμά τους θ’ αφεθής που θα σε συνεπάρη!...
Κι’ όταν τελειώσης, σιωπηλή, θα ονειρευτής ώρα πολλή
τα Ερωτικά μας Κύθειρα που θα ’χει θάψ’ η λήθη,
κι’ ενώ τα δάκρυα θα κυλούν στα μάγουλά σου, θα ιστορούν
τα οράματά σου… του φτωχού Ποιητού το παραμύθι…
Μα εκεί, που δεκαοχτώ χρονών παιδούλα, θα μεθάς Νινόν
στην αγκαλιά μου και γλυκά ερωτόλογα θα λες,
θα ’ρθουν τα εγγόνια σου δειλά, κι’ αφού προσέξουνε καλά,
θα σε ρωτήσουν ξαφνικά: «Γιατί γιαγιάκα κλαις;»
Τότες κι’ εγώ, στην αγκαλιά της Γης γερμένος, τα παληά
μεσ’ απ’ του Χάρου το πυκνό θ’ αναθυμιέμαι βέλο,
κι’ ωσάν σε ρεσιτάλ, ωιμέ, τους στίχους που έγραψα για σε,
μεσ’ στους αιώνες, στα έκπληκτα σκουλίκια θ’ απαγγέλω!
Το φιλμ της ζωής - Νινόν
Τμήμα των «Αρχαϊκών» αποτελούν και τα «Επιτάφια Επιγράμματα Αρχαίων Εταίρων». Είναι 16 τετράστιχα, με την ίδια χαρακτηριστική «εσωτερική» ομοιοκαταληξία, αφιερωμένα το καθένα σε μία εταίρα της αρχαιότητας. Τα επιγράμματα είναι σκαλισμένα στους τάφους (υποτίθεται). Κοντοστέκεται ο περαστικός και τα διαβάζει… «Βαρύ» το θέμα ίσως, για το 1934, αλλά ο Λάσκος, έχοντας κάνει το πρώτο γυμνό στο σινεμά μας με το «Δάφνις και Χλόη» ήδη από το ’31 δεν καταλάβαινε απ’ αυτά. Λυρισμός, ρομαντισμός, οίστρος ποιητικός, μια κάποια πεισιθάνατη ρέμβη κι ένα φάντασμα του… Edgar Allan Poe να πλανάται πάνω από την αρχαία Κόρινθο ή την Αθήνα.
ΛΑΪΣ
Ωχρέ διαβάτη της ζωής, εδώ αναπαύεται η Λαΐς,
η πιο λαμπρή μεσ’ στις λαμπρές εταίρα της Κορίνθου,
που ’χε τα μάτια βυρηλλιά, κι’ είχε τη σάρκα για φιλιά,
κι’ είχε τα χείληα πορφυρά σαν πέταλλα υακίνθου!
ΦΥΛΛΙΣ
Εδώ αναπαύεται η Φυλλίς, η ωραία εταίρα η προσφιλής,
που ως ίσκιον έσερνε αμαυρό το πλήθος το «Κενταύρειο»,
και τώρα, στον βαθουλωτό, τον πριν ασύγκριτο λωτό,
σμήνος σκουλίκια οργιοκοπούν σ’ ένα χορό μακάβριο!...
ΜΥΡΤΩ
Σκέλεθρο πια σιχαμερό στο λάκκο της το λασπερό
κείται η Μυρτώ, που στράγκισε τις ηδονές πλημμύρα,
κι’ είχε τα μπρούτζινα μεργιά λουσμένα πάντα στα βαρειά
της Αραβίας τ’ αρώματα και της Νουβίας τα μύρα!...
ΠΛΑΓΓΩΝ
Στη σαρκοφάγο την ψυχρή απ’ αλάβαστρο, κείται νεκρή
η ωραία Πλαγγών με τις σφοδρές κι’ εκκεντρικές της τάσεις,
που ’χε γητεύματα φειδιού, κι’ είχε σβελτάδα ζαρκαδιού,
κι’ είχε σπουδάσει της Τανίτ τις τριανταπέντε «σ τ ά σ ε ι ς»!
ΓΛΥΚΕΡΑ
Ξένε, που οδεύεις ασκεπής στην άσπρη χώρα της Σιωπής,
στάσου στο μνημ’ αυτό το υγρό που οργών’ η μολοχάνθη.
Στη γην εντός τη νοτερή, μάταια η Γλυκέρα καρτερεί
χρόνια απ’ τους πλήθιους εραστές ένα μπουκέτο μ’ άνθη!
ΦΡΥΝΗ
Σ’ ύπνο βαρύ, στερνή φορά, ιερή στον Άδη προσφορά,
νεκρή, τα ωχρόλευκα μεργιά τανύει στον τάφο, η Φρύνη.
– Δεόμεθά Σου ω Μύλιττα, τα κάλλη της τ’ αμίλητα,
κάμε ν’ ανθίσουν ζουμπουλιές… κι’ η πλάκα ν’ αλαφρύνη!
ΑΣΠΑΣΙΑ
Στην Πολιτεία τ’ αμίλητου, σπέρμα ιερό της Μίλητου,
λευκή ως οδεύεις, σ’ ακλουθούν των Αθηναίων τα σμήνη,
κι’ απ’ την Ακρόπολην εκεί, σαν μια υπερκόσμια μουσική
σε προβοδούν σπαραχτικοί της Αθηνάς οι θρήνοι!
ΝΙΚΩ
Εδώ αναπαύεται η Νικώ, με το κορμί το ηδονικό,
τετράξανθη, κι’ ορθόβυζη, γλυκειά γκριζοματούσα,
περίφημη κι’ ονειρευτή, που ’τανε πάντα η ζηλευτή
των φιλοσόφων παλλακίς και των ποιητών η Μούσα.
ΡΑΔΙΝΗ
Στην ηρεμία τη βραδυνή γερτή στον τάφο η Ραδινή,
κι’ ενώ το δέρμα της τρυπούν τα βρωμερά σκουλίκια,
φέρνει στο νου της τις τρανές που ’δρεψε αχόρταγα ηδονές
και σκοτισμένη πια, θαρρεί… πως νοιώθει χάδια αντρίκια!
ΞΑΝΘΩ
Εδώ αναπαύεται η Ξανθώ, με τον οπάλλινον ανθό,
που ρούφηξε των ηδονών τον αμφορέαν ως κάτου,
και που σαν μπούχτησε να οργά, περίεργη μίσεψε γοργά
την μόνην άγνωστη ηδονή να δρέψη: Του Θανάτου!
Πηγή: poiimata.com, lifo.gr

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου