Λούλα Αναγνωστάκη - Αποσπάσματα


Παρέλαση: 

«Δεν μου αρέσει η παρέλαση. Θυμάσαι τότε που ήμουν μικρή και στάθηκα πολλή ώρα στον ήλιο και μου πόνεσε το κεφάλι και έκανα εμετό και παραλίγο να πεθάνω; Ναι. Τι γυρεύουν τα σκυλιά στην παρέλαση; Ξεμπουκάρουν συνέχεια και τελειωμό δεν έχουν .Θα 'ναι καμιά εκατοστή. Τα σέρνουν στη μέση της πλατείας. Τα στριμώχνουν κολλητά το ένα με το άλλο. Δεν έχω δει ποτέ τέτοιο πράγμα! Η χωροφυλακή. Προχώρησαν με τ' άλογά τους προς τα κει. Αν βέβαια είναι η χωροφυλακή. Δεν είμαι πια βέβαιος, δεν καταλαβαίνω τις στολές τους. Περίμενε. Πάλι αυτοί οι άνθρωποι σπρώχνονται και θέλουν να περάσουν κάτω απ' τα σκοινιά. Ήσυχα - ήσυχα. Ε, συ, κύριε, με τη τραγιάσκα πού πας, μέσα - μέσα. Και συ χοντρή, που μου θες να σταθείς πρώτη - πρώτη, κι εσύ, κι εσύ, μπρος γρήγορα στη θέση σας... Χα! Τα προσκοπάκια ξέρουν τη δουλειά τους. Το κάρο άρχισε να κυλάει σιγά, ξεπρόβαλε ολόκληρο - δε βλέπω καλά - μ' εμποδίζουν αυτοί πάνω στ' άλογα. Δεν είναι κάρο! Ζωή! Είναι ένα κλουβί, ένα μακρόστενο κλουβί πάνω σε ρόδες, και μέσα πρέπει να είναι ζώα, γιατί πηδούν αρπάζονται απ' τα κάγκελα. Πάλι αυτοί με τ' άλογά τους! Είναι, είναι άνθρωποι! Ζωή! Κουβαλούν ανθρώπους μέσα στο κλουβί! Αυτοί που είναι μέσα είναι όλοι ακρωτηριασμένοι. Άλλος χωρίς πόδια, άλλος χωρίς χέρια. Κι ένας χωρίς κεφάλι! Θε μου! Δεν κάνω λάθος, είναι χωρίς κεφάλι. Κι ωστόσο ο λαιμός του σαλεύει. Οι άνθρωποι όρμησαν και σπάσαν τα σκοινιά, χύμηξαν στην πλατεία. Αλλά δεν τους αφήνουν, τους σπρώχνουν πάλι πίσω, τους χτυπούν. Οι πρόσκοποι τους χτυπούν με τα σπασμένα σκοινιά, οι άλλοι κατέβηκαν απ' τ' άλογά τους και τους χτυπούν κι εκείνοι με τα κοντάρια τους. Ένας κρατά μια γυναίκα απ' τα μαλλιά, τη ρίχνει κάτω, την κλωτσά στο πρόσωπο..." 

Το μονόπρακτο "Η παρέλαση" πρωτοπαίχτηκε από το Θέατρο Τέχνης τον Μάιο του 1965 σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν. Επίσης, τον Μάιο του 1968 ανέβηκε στο Παρίσι, στη Maison des Lettres, σε μετάφραση Νικηφόρου Παπανδρέου & J.Y.C. Fosse και σκηνοθεσία Antoine Vitez, με τους ηθοποιούς Colin Harris και Brigitte Jacques.



Η Πόλη 

Ελισάβετ: Έχω την εντύπωση πως ούτε καν μ’ ακούς. Όταν σκοτείνιαζε εντελώς ανεβαίναμε στην ταράτσα. Μου ’δειχνε μακριά τις παλιές συνοικίες και τα κάστρα που τις περιβάλλουν… Τα’ χεις δει ποτέ αυτά τα κάστρα; 

Κίμων: Δε φαίνονται από το παράθυρο. 

Ελισάβετ: Όχι, δε φαίνονται από το παράθυρο. Μόνο από ψηλά –πολύ ψηλά. Αυτά τα κάστρα που άλλοτε ήταν το φρούριο της πόλης και τώρα έχουν γίνει φυλακές. 

Κίμων: Φυλακές; 

Ελισάβετ: Ναι, υγρές, σκοτεινές φυλακές. 

Κίμων: Τι κάνατε στην ταράτσα; 

Ελισάβετ: Κοιτάζαμε. Εκείνος τέντωνε το δάχτυλό του σε ένα σημείο. «Εκεί», μου έλεγε, «εκεί πέρα, τα χαράματα ντουφεκίζουν τους καταδικασμένους σε θάνατο». Δεν καταλάβαινα γιατί επέμενε να μου το λέει αυτό κάθε βράδυ και να μου δείχνει τεντώνοντας το δάχτυλό του προς το βορρά. Έπειτα χαθήκαμε κι έπειτα μια μέρα διάβασα το όνομά του στην εφημερίδα. Ήταν κι αυτός ανάμεσα στους καταδικασμένους σε θάνατο και είχε εκτελεστεί την αυγή. Δεν είναι παράξενο; 

Κίμων: Τι είναι παράξενο; 

Ελισάβετ: Δε με προσέχεις. Τόση ώρα σου μιλάω και δε με προσέχεις. Κανείς ποτέ δε με πρόσεξε πραγματικά. (…) Θες να σου πώ τι συνέβαινε όταν ήμουν μικρή; Οχτώ χρονών; 

Κίμων: Σε παρακαλώ, ηρέμησε. Δε χρειάζεται να μου πεις τίποτα. Άλλωστε, είναι ώρα φαγητού.

Ελισάβετ: Γυρνούσα από το σχολείο και το δωμάτιό μου ήταν άνω-κάτω. Το κρεβάτι ξέστρωτο, όπως το είχα αφήσει το πρωί, φεύγοντας. Κανείς, μα κανείς δε φρόντιζε να μου το στρώσει. (…). Κι όταν ήμουν δέκα χρονών, φεύγαν όλοι τα βράδια, μ’ άφηναν μόνη και στο απέναντι σπίτι μέναν κάτι γριές. Δεν ήξερα πώς να περάσω την ώρα μου, τις χάζευα. Χάζευα τις γριές, αυτή ήταν η διασκέδασή μου.

Κίμων: Τι έχεις μέσα στα πακέτα; 

Ελισάβετ: Ήταν μια με κίτρινο δέρμα κι άσπρα μακριά μαλλιά, ίδια μάγισσα, δεν ξεκολλούσε ποτέ από το παράθυρο, τόσο που νόμιζα ότι ήταν ζωγραφισμένη στο τζάμι κι έπειτα ερχόταν μια άλλη και άναβε το καντήλι… 

Κίμων: Πάψε… 

Ελισάβετ: Κι είχαν κι έναν μπουφέ με καθρέφτη κι αυτό το καντήλι έκανε να φαίνονται σκιές στον καθρέφτη, έκανε να φαίνονται σκιές παντού, πελώριες σκιές και φοβόμουν… 

Κίμων: Πάψε, πάψε λοιπόν! 

Το μονόπρακτο "Η πόλη" πρωτοπαίχτηκε από το Θέατρο Τέχνης τον Μάιο του 1965 σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν. Τον Απρίλιο του 1967 παίχτηκε στο Tearto dei Verdi στην Πάντοβα σε μετάφραση Filippo Maria Pontani και σκηνοθεσία Ν. Τσιγγάκου, ενώ τον Ιούλιο του 1969 μεταδόθηκε από το BBC σε μετάφραση George Angell και σκηνοθεσία Martin Esslin. 
Σ’ εσάς που με ακούτε

Άγης: Τι κάνεις εσύ εδώ;

Σοφία: Ετοιμάζομαι για αύριο – είπαμε θα έρθω μαζί σου – δεν είπαμε; Είμαι ντυμένη όπως τη θες;

Άγης: Ναι – μ’ αρέσουν οι γόβες παρ’ όλο που εκείνη…

Σοφία: Ναι, ξέρω. Φορούσε μποτάκια. Το ένα τακούνι πιο ψηλό – γιατί κούτσαινε λίγο.

Άγης: Έχεις μια καπαρντίνα;

Σοφία: Αυτή;

Άγης: Έτσι. Βάλε τα χέρια σου στις τσέπες – τι έχουν μέσα;

Σοφία: Δύο πφένιχ – ένα κραγιόν που νόμιζα ότι είχα χάσει.

Άγης: Μ’ αρέσει αυτό. (…)

Σοφία: Πες μου το όνομά της – γιατί δεν μου το λες;

Άγης: Δε θέλω. (…)

Σοφία: Γιατί δε θες να μου το πεις εμένα;

Άγης: Εσύ έτσι κι αλλιώς δεν την έχεις ακουστά.

Σοφία: Σίγουρα όχι. Πες μου τουλάχιστον πως θα τη λένε στο βιβλίο σου. (…)

Άγης: Δε θα το πιστέψεις, αλλά πριν από λίγο μου ήρθε ξαφνικά και θα τη λένε Τρούντελ.

Σοφία: Τρούντελ.

Άγης: Τρούντελ, ναι, το πιο συνηθισμένο, το πιο ασήμαντο γερμανικό όνομα.

Σοφία: Και μένα τώρα ξαφνικά μου ήρθε και λέω αύριο ν’ αρχίσω έτσι: «Είμαι νεκρή. Με δολοφόνησαν μια νύχτα και έπειτα μ’ έριξαν στο ποτάμι».

Άγης: Τι άλλο θα πεις;

Σοφία: Θα πω: «Εμένα όμως μ’ αρέσουν τα ποτάμια. Μου αρέσει να βλέπω τα νερά τους.»

Άγης: Τι άλλο σου αρέσει; (…)

Σοφία: Πριν νυχτώσει, να κάνω μια βόλτα γύρω από το τετράγωνο του σπιτιού. Μαζί με τον Χανς.

Άγης: Τι άλλο;

Σοφία: Τίποτα άλλο. Αλήθεια τίποτα. Δεν ξέρω τίποτα που να μου αρέσει.

Άγης: Είναι γιατί έχεις αυτή την κατάθλιψη.

Σοφία: Ναι;

Άγης: Και ‘κείνη, παρ’ όλο που ήταν τόσο ζωντανή, πρέπει να είχε περιόδους κατάθλιψης.

Σοφία: Άγη, δε μ’ αγαπάς πια.

Σ’ εσάς που με ακούτε

«Κανένα έλεος για μας που αιώνες ολόκληρους βασανιστήκαμε, συρθήκαμε σε άσκοπους πολέμους, σε επαναστάσεις, νικήσαμε και νικηθήκαμε. Εμείς... Οι αισθηματικοί άνθρωποι. Οι ευσυγκίνητοι, οι άπληστοι για ζωή. Εμείς. Οι αφύλακτοι αριστοκράτες της Ιστορίας».

Το έργο ανέβηκε στη Νέα σκηνή του 2003 σε σκηνοθεσία του Λευτέρη Βογιατζή.  

Η Νίκη

Βάσω: Έχω ένα προαίσθημα.

Γριά: Όπως και τότε.

Βάσω: Έχω ένα προαίσθημα.

Γριά: Καλό ή κακό;

Βάσω: Δεν ξέρω. Σαν να ‘χει τελειώσει κάτι και ν’ αρχίζει κάτι άλλο.

Γριά: Καλό ή κακό;

Βάσω: Καλό. Γιατί αυτό θα είναι το τελευταίο. Ό,τι είναι το τελευταίο σ’ ανακουφίζει έτσι κι αλλιώς, ε;

Γριά: Ρίξε κανά κάρβουνο.

Βάσω: Χαίρεσαι που αρραβωνιάζεται ο Νίκος;

Γριά: Δεν έπρεπε να γίνει αυτό.

Βάσω: Γιατί; Όταν παντρεύτηκα εγώ, δεν κρατιόσουνα από τη χαρά σου.

Γριά: Με είδες ποτέ να χαρώ για τίποτα;

Βάσω: Ναι, ναι, χάρηκες, γιατί νόμισες πως θα με ξεφορτωνόσουνα, πως θα ’φευγα από την Ελλάδα και δε θα με ξανάβλεπες. Όμως εγώ θα σ’ άφηνα ποτέ μόνη σου; Θα ’φευγα εγώ χωρίς εσένα;

Γριά: Δεν καταλαβαίνω τι λες. Πάντως να χαρώ δε θα με δεις ποτέ. Ποτέ!

Βάσω: Μη σώσεις! Τ’ ακούς; Μη σώσεις!

Μικρή: Εγώ χαίρομαι που αρραβωνιάστηκε ο Νίκος μας. Χαίρομαι-χαίρομαι-χαίρομαι.

Γριά: Ο Νίκος μας… Δικός σου είναι;

Μικρή: Έτσι τον λέμε.

Γριά: Μπας και φαντάζεσαι πως είναι και αληθινός σου αδελφός;

Μικρή: Είναι. Ο ίδιος μου το ‘πε. Αφού ο μπαμπάς μου παντρεύτηκε την αδερφή του, γίναμε συγγενείς.

Γριά: Προγόνι είσαι και θα’ σαι σ’ όλη σου τη ζωή.

Μικρή: Καλέ γιαγιά…

Γριά: Μη με λες γιαγιά!

Μικρή: Α! Τα προικιά! Τα προικιά της νύφης! Το πέπλο, το πέπλο! Είν’ αυτό που φορούσε η αληθινή μου μάνα! Το γνώρισα! Το είχαμε φυλαγμένο!

Βάσω: Σιγά, μην τραβάς.

Μικρή: Βγάλ’τα, βγάλ’τα να ξετσαλακώσουν.

Γριά: Άστε το κει. Μην το βγάζετε!

Βάσω: Δώρα για το Νίκο είναι. Σαν να μην το πολυαγαπάς το μικρό, ε;

Γριά: Το παιδί μου δεν αγαπώ;

Βάσω: Λυπάσαι που παντρεύεται. Πειράζεσαι που παίρνει ξένη.

Γριά: Ξένη, δικιά μας, όλες ίδιες είναι.

Βάσω: Θαρρώ πως σε καίει και σε παρακαίει.

Γριά: Είπα. Είναι μικρός ακόμα. Δεν κάνει για γάμους.

Βάσω: Ενώ εγώ ήμουνα μεγάλη κι έπρεπε να πάρω όποιον κι όποιον. (…) Γι’ αυτό το κανα. Για να ξενιτευτώ. Είναι ωραία εδώ. Γιατί δε βγαίνεις ποτέ να δεις πόσο ωραία είναι; (…) Τι βλέπεις από δω; Τα τρακτέρ που πάνε να λιώσουν τα σκουπίδια; Εδώ είναι σκουπιδαριό γι’ ανθρώπους σαν κι εμάς.

Γριά: Και στην Ελλάδα σε σκουπιδαριό μέναμε.

Βάσω: Βλέπεις;

Γριά: Αυτό ήξερα, αυτό μου άρεσε.

Βάσω: Έλα να σε πάω μια βόλτα αύριο. Θα περπατάμε σιγά σιγά, δε θα κουραστείς. Δέκα λεφτά θέλει το λεωφορείο. Βγαίνεις από δω και τότε αρχίζουν τα ωραία. Να δεις κήπους και να χάσεις το νου σου. (…) Σαν έπαιρνες τον ηλεκτρικό στην Αθήνα τράβαγες κατά τις φυλακές.

Μικρή: Εμένα, ο Βασιλικός Κήπος μ’ άρεσε πιο καλά απ’ όλα.

Γριά: Ε, ναι, λοιπόν. Στις φυλακές. Εγώ ένα δρόμο ήξερα – όλη μου τη ζωή. Κι αυτόν δεν τον έχω πια. Κόψε την κουβέντα.

Βάσω: Κι ένα γιο είχες, το μεγάλο, και στον έκοψα κι αυτόν, ε; Μάνα, δε μ’ αγαπάς. ούτε και το Νίκο – Θαρρώ θα προτιμούσες να’ χαμε πεθάνει.

Γριά: Δεκάξι χρόνια τα ίδια πράγματα λες.

Βάσω: Πες το επιτέλους, παραδέξου το! Θα σου κάνει καλό – πεθαμένοι μάνα, νεκροί, ο Νίκος κι εγώ!

Μικρή: Πες της το, πες της το αφού το θέλει.

Βάσω: Σκάσε συ.

Μικρή: Μα καλέ μαμά, σε βασανίζει. Αφού θα στο πει στο τέλος, έτσι δεν κάνει πάντα; Σε πεισμώνει πρώτα καλά καλά. (…) Πες της το, πες της το αλλιώς δε θα ανοίξει το μπαούλο.

Βάσω: Σκασμό εσύ – ποτέ δεν τόλμησε να μου το πει. Σήμερα όμως θα το πει. Θέλω να το ακούσω. Θα σου κάνει καλό.

Πηγή: doctv.gr, catisart.gr

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πέθανε ο ηθοποιός Βαγγέλης Πλοιός

Οι δώδεκα μήνες

Ντίλι-ντίλι-ντίλι, ντίλι το καντήλι

Ψυχοσάββατο

Η ταυτότητα της ημέρας

π. Ανδρέας Κονάνος - ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΤΗΣ ΨΕΥΤΙΑΣ ΜΟΥ

Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Τα ψηλά βουνά (24ο μέρος)