Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα - Ματωμένος Γάμος, Αποσπάσματα
Πρώτη Πράξη - Σκηνή 1
Γαμπρός:
(Μπαίνοντας) Μάνα.
Μάνα:
Ναι;
Γαμπρός:
Πάω.
Μάνα:
Πού;
Γαμπρός:
Στ’ αμπέλι. (Προχωρεί να φύγει)
Μάνα:
Στάσου.
Γαμπρός:
Τι;
Μάνα:
Το φαΐ σου, γιε μου.
Γαμπρός:
Άσε. Θα φάω σταφύλια. Δως μου το μαχαίρι.
Μάνα:
Τι να το κάνεις;
Γαμπρός:
(Γελάει) Πώς θα κόψω τα τσαμπιά;
Μάνα:
(Μουρμουρίζει, ψάχνοντας να βρει το μαχαίρι) Το μαχαίρι... Το μαχαίρι... Καταραμένα να ‘ναι όλα τα μαχαίρια και μαύρη η ώρα του δαίμονα που τα σοφίστηκε.
Γαμπρός:
Δεν αλλάζεις κουβέντα;
Μάνα:
Ανάθεμα σε όλα: και τα ντουφέκια και τα πιστόλια και τις κάμες τις μικρές, όλα, ακόμα και στις τσάπες τ’ αλωνιού!
Γαμπρός:
Ωχ, κι εσύ τώρα!
Μάνα:
Ανάθεμα σε κάθε τι που μπορεί να κόψει το κορμί ενός άντρα! Ενός λεβέντη με το γαρύφαλλο στο στόμα, που ξεκινάει για τις ελιές του η τ’ αμπέλι του, την κληρονομιά από τους προγόνους του…
Γαμπρός:
(Σκύβοντας το κεφάλι) Σώπα.
Μάνα:
... Και δεν γυρίζει. Ή, αν γυρίσει, έρχεται κουβαλημένο από άλλους και απομένει μόνο να του στολίσεις το στήθος με βάγια και να του ρίξεις πάνω του ένα πιάτο χοντρό αλάτι για να μην τουμπανιάσει. Δεν ξέρω πώς τολμάς και κουβαλάς μαχαίρι, αλλά κι εγώ δεν ξέρω πώς κρατάω φίδι κλεισμένο στο ντουλάπι μου.
Γαμπρός:
Θα πάψεις;
Μάνα:
Και χίλια χρόνια να ζούσα, μόνο γι αυτό θα μίλαγα. Πρώτα ο πατέρας σου, που μοσχοβόλαγε σαν άνθος, και δεν τον χάρηκα ούτε τρία χρόνια. Κι ύστερα ο αδελφός σου. Είν’ άδικο ένα σιδερικό τόσο δα, μαχαίρι ή πιστόλι, ν’ αφανίζει μονομιάς άντρα γερό σαν ταύρο. Πώς να κρατήσω το στόμα μου κλειστό - με πνίγει πίκρα! Κυλάνε οι μήνες, σέρνεται ο χρόνος κι εμένα ο καημός με περονιάζει στα μάτια, στις ρίζες των μαλλιών, παντού!
Γαμπρός:
(Μεγαλόφωνα) Θα σωπάσεις;
Μάνα:
Όχι! Ποιος μου φέρνει εμένα πίσω τον αδελφό σου και τον πατέρα σου; Και τι με νοιάζει που τους φονιάδες τους ρίχνουν στη φυλακή; Μέσα τρώνε, πίνουνε, καπνίζουνε και γλεντάν με τις κιθάρες. Ενώ εμένα οι πεθαμένοι μου λιώνουνε κάτω απ’ τα χορτάρια αμίλητοι, γίνονται χώμα. Δύο άντρες όμορφοι και γεροί σαν ανοιξιάτικα γεράνια. Και οι φονιάδες τους, ακόμα ζωντανοί, ταξιδεύουνε το βλέμμα ως τα πέρα βουνά και χαίρονται πίσω από τα σίδερα.
Γαμπρός:
Τι θες; Να πάω να τους σκοτώσω;
Μάνα:
Όχι! Και μην ακούς τι λέω. Αλλά δεν γίνεται να είμαι βουβή όταν σε βλέπω να περνάς το κατώφλι. Δεν θέλω να κουβαλάς απάνω σου μαχαίρι, δεν θέλω να βγαίνεις στον κάμπο.
Γαμπρός:
(Γελάει) Παράτα με!
Μάνα:
Μακάρι να ήσουνα κορίτσι. Δεν θα ‘φευγες τώρα για το ποτάμι και θα καθόμασταν εδώ οι δυο μας να κεντάμε και να πλέκουμε δαντέλες.
Μάνα:
Την ξέρεις την αρραβωνιαστικιά του γιου μου;
Γειτόνισσα:
Καλή κοπέλα.
Μάνα:
Όμως…
Γειτόνισσα:
Όμως, τι κρύβει μέσα της δεν το ξέρει κανένας. Zει με τον πατέρα της μέσα στην ερημιά. Το πιο κοντινό τους σπίτι είναι ώρες μακριά. Αλλά δείχνει ήρεμη, σαν να την έχει συνηθίσει αυτή τη μοναξιά.
Μάνα:
Κι η μάνα της;
Γειτόνισσα:
Την ήξερα τη μάνα της. Όμορφη γυναίκα και λαμπερή σαν Παναγία... Βέβαια, εμένα δεν μου γέμισε ποτέ το μάτι. Λέγανε, δεν τον αγάπαγε τον άντρα της.
Μάνα:
(Έντονα) Λέγανε, λέγανε! Όλοι λένε κι όλοι τα ξέρουν όλα!
Γειτόνισσα:
Συγνώμη, δεν το είπα για να την κατηγορήσω, αλλά έτσι λέγανε. Όμως κανένας δεν ξέρει αν ήταν τίμια ή όχι. Πάντως, τίποτα δεν ακούστηκε σε βάρος της. Περήφανη, ακατάδεκτη γυναίκα!
Μάνα:
Να τα μας πάλι!
Γειτόνισσα:
Μα, εσύ με ρώτησες.
Μάνα:
Μακάρι να μην τις ήξερε κανένας, ούτε τη ζωντανή ούτε την πεθαμένη. Μακάρι να ‘τανε σαν τ’ αγκάθια του αγρού, που κανένας δεν τα ονοματίζει, αλλά τρυπάνε το κορμί άμα τα πλησιάσεις.
Δεύτερη Πράξη - Σκηνή 1
Νύφη:
Γιατί ρωτάς για τ’ άνθη; Τι κρύβεις μέσα στο μυαλό σου;
Λεονάρδο:
Τι να κρύβω; Τίποτα (πλησιάζει). Με ξέρεις καλά και ξέρεις πως τίποτα δεν κρύβω. Αλλά, πες μου, ξεχνάς τι ήμουν κάποτε για σένα; Για σκάψε λίγο τη μνήμη σου! Α, ναι, δυο ζευγάρια βόδια και μια καλύβα τι αξία έχουνε; Να τ’ αγκάθι!
Νύφη:
Γιατί ήρθες;
Λεονάρδο:
Να δω το γάμο σου.
Νύφη:
Όπως εγώ είδα το δικό σου.
Λεονάρδο:
Που γι’ αυτόν εσύ ευθύνεσαι. Σκότωσε με, κάνε ότι θέλεις, αλλά μη με φτύσεις! Και το χρήμα, οσο να δείχνει γυαλιστερό, εγώ φτύμα το βλέπω.
Νύφη:
Είσαι ψεύτης!
Λεονάρδο:
Άσε με να μιλήσω, γιατί μου έχει ανάψει στο αίμα και απ’ τις φωνές μου θα ταραχτούνε τα βουνά!
Νύφη:
Κι εμένα, με τα ουρλιαχτά μου θα γκρεμιστούνε!
Υπηρέτρια:
Τρελαθήκατε κι οι δυο σας; Τι ξύνετε παλιές πληγές; (Κοιτάζει ανήσυχη τις πόρτες)
Νύφη:
Καλά λέει. Και που σου μιλάω, πολύ είναι! Όμως, το θράσος σου με ανταριάζει! Που έχεις μούτρα να έρχεσαι στο γάμο μου και να ρωτάς ειρωνικά αν έφερε ο γαμπρός άνθη πορτοκαλιάς! Να μη σε νοιάζει - να πας έξω και να περιμένεις τη γυναίκα σου!
Λεονάρδο:
Α, ναι; Δηλαδή, ούτε μία κουβέντα δεν έχουμε να πούμε οι δυο μας;
Υπηρέτρια:
(Επιθετικά) Όχι! Ούτε μια!
Λεονάρδο:
Από την ώρα που παντρεύτηκα, νύχτες και μέρες ολόκληρες έχω βασανίσει το μυαλό μου να βρω ποιανού ήταν το φταίξιμο. Και κάθε φορά μου βγαίνει καινούργιο φταίξιμο, που καταπίνει όλα τ’ άλλα. Όμως κάποιο φταίξιμο μένει πάντα.
Νύφη:
Πόσα ξέρει ο καβαλάρης με τ’ άλογό του, που το ‘χει για παλικαριά να ξελογιάσει μια κοπέλα που ζει μόνη στην ερημιά! Όμως, έχω κι εγώ περηφάνια! Γι’ αυτό παντρεύομαι. Και θα κλειστώ στο σπίτι μου με τον άντρα μου, που θα τον αγαπάω όσο βάζει ο νους ανθρώπου.
Λεονάρδο:
Η περηφάνεια μόνη της δεν φτάνει. (Την πλησιάζει)
Νύφη:
Μην πλησιάζεις!
Λεονάρδο:
Να καίγεσαι και να μη μιλάς είναι η χειρότερη κόλαση. Τι κέρδισα εγώ με την περηφάνια μου, που σε άφησα να ξαγρυπνάς νύχτες και νύχτες χωρίς να σε βλέπω; Τίποτα! Κέρδισα μόνο τη φωτιά που φούντωσε πιο δυνατή μέσα μου. Μην πιστεύεις πως ο καιρός γιατρεύει, μην πιστεύεις πως οι τοίχοι σε κρύβουν και σε προστατεύουν: αυτά είναι ψέματα, ψέματα! Άμα ο καημός φτάσει στο κόκκαλο, τίποτα δεν τον ξεριζώνει.
Νύφη:
(Τρέμοντας) Σταμάτα! Δεν αντέχω να σ’ ακούω. Δεν αντέχω ν’ ακούω τη φωνή σου. Είναι σαν να μου δίνεις ένα μπουκάλι δυνατό γλυκό κρασί και μου στρώνεις να κοιμηθώ πάνω σε τριαντάφυλλα! Η φωνή σου με τραβάει κάτω, ξέρω πως πνίγομαι, αλλά δεν κάνω τίποτα για να ξεφύγω.
Υπηρέτρια:
(Αρπάζει τον Λεονάρδο από το πέτο) Φύγε! Χάσου από ‘δω και μην ξαναπατήσεις!
Λεονάρδο:
Μη φοβάσαι, τελευταία φορά που μιλάω.
Νύφη:
Είμαι τρελή, το ξέρω, που μέσα μου σαπίζω πνίγοντας τον καημό μου! Γιατί στέκομαι και σ’ ακούω, γιατί στέκομαι και σε βλέπω να σαλεύεις τα χέρια σου;
Λεονάρδο:
Δεν θα ησύχαζα, αν δεν σου τα ‘λεγα. Εγώ παντρεύτηκα. Παντρέψου κι εσύ!
Τρίτη Πράξη - Σκηνή 1
Ξυλοκόπος Α:
Αχ, βγαίνεις, φεγγάρι.
Φεγγάρι με τα τεράστια φύλλα.
Ξυλοκόπος Β:
Φεγγάρι με το αίμα σου γεμάτο γιασεμιά.
Ξυλοκόπος Α:
Φεγγάρι ερημίτη,
φεγγάρι με τα φύλλα τα χλωρά.
Ξυλοκόπος Β:
Φεγγάρι, ασήμωσε το πρόσωπό της νύφης.
Ξυλοκόπος Γ:
Φεγγάρια άπονο,
άσε νυχτώματα στις φυλλωσιές
για να τρυπώσει η αγάπη.
Φεγγάρι:
Είμαι κύκνος καμπυλωτός σε ποταμό,
μάτι σε θεόρατο καμπαναριό
και ψεύτικο χάραμα στις φυλλωσιές.
Εμένα δεν μου ξεφεύγει κανένας!
Ποιος κρύβεται; Ποιανού το αναφιλητό
ακούγεται στο χέρσο κάμπο;
Ένα μαχαίρι έχω κρεμάσει στον αέρα,
μια φοβέρα από μολύβι,
που λαχταράει να γίνει ματωμένος πόνος.
Αφήστε με να μπω! Παγώνω
στους τοίχους και στα παράθυρα!
Ποιος θα μου ανοίξει μια σκεπή,
ένα στήθος, να μπω να ζεσταθώ;
Κρυώνω! Οι στάχτες μου,
βαριά μέταλλα κοιμισμένα,
ψάχνουν να βρουν την κόψη της φωτιάς
σε στράτες και βουνά.
Όμως εμένα με κουβαλάει
στις μαρμάρινες πλάτες του το χιόνι,
όμως εγώ βουλιάζω
στις χαλκοπράσινες παγωμένες αγκαλιές
Λεονάρδο:
Γυαλιά σπασμένα μου τρυπάν τη γλώσσα!
Προσπάθησα να σε ξεχάσω,
πέτρινο τοίχο σήκωσα
ανάμεσα στο σπίτι σου και στο δικό μου.
Ναι, αλήθεια λέω - δεν θυμάσαι;
Και όταν σε αντίκρισα μακριά,
έριξα σκόνη στα μάτια μου,
αλλά, οταν καβάλησα τ' άλογό μου,
αυτό μ' έφερε μπροστά στην πόρτα σου.
Οι ασημένιες καρφίτσες του γάμου σου
μπήκαν μέσα στο αίμα μου και το μαύρισαν
και, όταν έπεσα να κοιμηθώ, ο ύπνος
γέμισε το κορμί μου με πικράγκαθα.
Αν κάποιος φταίει, δεν είμ' εγώ,
φταίει η γη κι η ευωδιά που αναδίδουν
τα στήθη κι οι πλεξίδες σου.
Νύφη:
Τρελή, ναι, είμαι τρελή!
Από τη μια δεν θέλω να μοιραστώ
μαζί σου κρεβάτι και ψωμί
κι από την άλλη λαχταράω κάθε στιγμή
να βρίσκομαι κοντά σου.
Με διώχνεις κι εγώ φεύγω,
μου γνέφεις και γυρνάω κοντά σου
αδύναμη σαν άχυρο στη δίνη του ανέμου.
Παράτησα έναν άντρα έντιμο και καλό,
το σόι και το σπίτι του, κι έφυγα
προτού τελειώσει ο γάμος,
φορώντας στο κεφάλι μου το νυφικό στεφάνι.
Εγώ φταίω, αλλά εσένα θα σε σκοτώσουν
και δεν το θέλω.Άσε με μόνη!
Εσύ δεν έχεις κανέναν να σε σώσει!
Λεονάρδο:
Πουλιά της χαραυγής ξύπνησαν
και φτερουγίζουνε στα δέντρα.
Η νύχτα αργοπεθαίνει τώρα πάνου στου λιθαριού την κόψη.
Πάμε να βρούμε μια γωνιά
όπου θα σ' αγαπώ για πάντα,
και δε με νοιάζουν οι άνθρωποι
με το φαρμάκι που χύνουν.
(Την αγκαλιάζει με πάθος).
Νύφη:
Κι εγώ θα κουρνιάσω στα πόδια σου
για να φυλάω τα όνειρα σου. (Δραματική)
Γυμνή τον κάμπο θα κοιτάζω
σαν σκύλα. Γιατί σκύλα είμαι
αφού, οπότε σε κοιτάω,
η ομορφιά σου με καίει.
Γυαλιά σπασμένα μου τρυπάν τη γλώσσα!
Προσπάθησα να σε ξεχάσω,
πέτρινο τοίχο σήκωσα
ανάμεσα στο σπίτι σου και στο δικό μου.
Ναι, αλήθεια λέω - δεν θυμάσαι;
Και όταν σε αντίκρισα μακριά,
έριξα σκόνη στα μάτια μου,
αλλά, οταν καβάλησα τ' άλογό μου,
αυτό μ' έφερε μπροστά στην πόρτα σου.
Οι ασημένιες καρφίτσες του γάμου σου
μπήκαν μέσα στο αίμα μου και το μαύρισαν
και, όταν έπεσα να κοιμηθώ, ο ύπνος
γέμισε το κορμί μου με πικράγκαθα.
Αν κάποιος φταίει, δεν είμ' εγώ,
φταίει η γη κι η ευωδιά που αναδίδουν
τα στήθη κι οι πλεξίδες σου.
Νύφη:
Τρελή, ναι, είμαι τρελή!
Από τη μια δεν θέλω να μοιραστώ
μαζί σου κρεβάτι και ψωμί
κι από την άλλη λαχταράω κάθε στιγμή
να βρίσκομαι κοντά σου.
Με διώχνεις κι εγώ φεύγω,
μου γνέφεις και γυρνάω κοντά σου
αδύναμη σαν άχυρο στη δίνη του ανέμου.
Παράτησα έναν άντρα έντιμο και καλό,
το σόι και το σπίτι του, κι έφυγα
προτού τελειώσει ο γάμος,
φορώντας στο κεφάλι μου το νυφικό στεφάνι.
Εγώ φταίω, αλλά εσένα θα σε σκοτώσουν
και δεν το θέλω.Άσε με μόνη!
Εσύ δεν έχεις κανέναν να σε σώσει!
Λεονάρδο:
Πουλιά της χαραυγής ξύπνησαν
και φτερουγίζουνε στα δέντρα.
Η νύχτα αργοπεθαίνει τώρα πάνου στου λιθαριού την κόψη.
Πάμε να βρούμε μια γωνιά
όπου θα σ' αγαπώ για πάντα,
και δε με νοιάζουν οι άνθρωποι
με το φαρμάκι που χύνουν.
(Την αγκαλιάζει με πάθος).
Νύφη:
Κι εγώ θα κουρνιάσω στα πόδια σου
για να φυλάω τα όνειρα σου. (Δραματική)
Γυμνή τον κάμπο θα κοιτάζω
σαν σκύλα. Γιατί σκύλα είμαι
αφού, οπότε σε κοιτάω,
η ομορφιά σου με καίει.
Λεονάρδο:
Η μια φωτιά βρίσκει την άλλη.
Η ίδια η φλόγα τα σκοτώνει μαζί
δύο στάχυα αδελφωμένα.
Πάμε! (Την τραβάει).
Νύφη:
Πού με τραβάς;
Λεονάρδο:
Εκεί που δεν μπορούνε να μας φτάσουν
όσοι μας κυνηγάνε τώρα.
Εκεί όπου θα μπορώ να σε κοιτάζω!
Νύφη:
(Σαρκαστικά) Στα πανηγύρια και στις αγορές να με γυρνάς
να με γιουχάρει κάθε τίμια γυναίκα
κι ο κόσμος να με βλέπει να περνάω
με φλάμπουρό μου το νυφιάτικο στεφάνι!
Λεονάρδο:
Το ξέρω. Έπρεπε να σ' αφήσω
αν είχα νου για να σκεφτώ.
Μα από κοντά σου δεν μπορώ να φύγω πια.
Κι εσύ, το ίδιο. Δοκίμασε. Καν' ένα βήμα.
Καρφιά τον φεγγαριού κάρφωσαν τη μέση μου με τους γοφούς σου.
(Όλη αυτή η σκηνή είναι βίαιη, γεμάτη μεγάλο αισθησιασμό).
Νύφη:
Άκου!
Λεονάρδο:
Έρχονται!
Νύφη:
Φύγε!
Εγώ πρέπει να μείνω εδώ
και να πεθάνω με τα πόδια στο νερό
και με τ' αγκάθια στο κεφάλι.
Να με θρηνήσουνε οι φυλλωσιές
άπιστη, βρόμα και μαζί παρθένα!
Λεονάρδο:
Σώπα! Ανεβαίνουν!
Νύφη:
Φύγε!
Λεονάρδο:
Σιγά. Μη μας ακούσουν!
Πάμε, σου λέω! Προχωρά εσύ μπροστά! (Η Νύφη διστάζει).
Νύφη:
Κι οι δυο μαζί!
Λεονάρδο:
(Την αγκαλιάζει). Όπως θέλεις! θα μας χωρίσουν
μόνο άμα εγώ έχω πεθάνει.
Νύφη:
Θα ‘χω πεθάνει κι εγώ. (Βγαίνουν αγκαλιασμένοι)
Τελευταία Σκηνή
Πεθερά:
Εσύ στο σπίτι σου!
Εκεί μέσα θα κλειστείς
θα κλάψεις και θα γεράσεις
καρτερική και ολομόναχη.
Κι η πόρτα σου πάντα κλειστή θα μένει.
Εκείνος δεν θα ξαναπεράσει το κατώφλι
ούτε πεθαμένος ούτε και ζωντανός.
Καρφωμένα θα είναι όλα τα παράθυρα
και θα ‘ρχονται νύχτες και βροχές
στρωσίδι πάνω στο πικρό χορτάρι.
Γυναίκα:
Τι να ‘χει γίνει, Θεέ μου;
Πεθερά:
Να μη σε νοιάζει!
Μαύρο πανί θα ρίξεις στην όψη σου
και θα κοιτάς μονάχα τα παιδιά σου
γιατί εσένα έχουν μόνο τώρα.
Και πάνω στο κρεβάτι σου
σταυρό θα βάλεις από γκρίζα στάχτη
στη θέση που ήτανε το μαξιλάρι του.
Ζητιάνα:
Τους είδα. Σε λίγο θα τους φέρουνε.
Δύο χείμαρροι γαληνεμένοι πια
ανάμεσα στις στρογγυλές πέτρες της όχθης
δύο άντρακλες ανάμεσα στα πόδια των αλόγων.
Πεθάνανε μέσα στην ομορφιά της νύχτας.
(Με απόλαυση) Πεθάνανε! Πεθάνανε!
Κοπέλα:
Πάψε, γριά!
Ζητιάνα:
Τα μάτια τους λουλούδια τσακισμένα,
τα δόντια τους δυο χούφτες χιόνι πετρωμένο.
Νεκροί κι οι δύο. Κι η νύφη ακολουθεί
με τα μαλλιά και το φουστάνι ματωμένα.
Τους κουβαλάν στους ώμους παλικάρια
σκεπασμένους με κουβέρτες.
Έτσι ήτανε γραφτό να γίνει, κι έγινε.
Έτσι ήταν δίκαιο να γίνει, κι έγινε.
Πάνω στο χρυσολούλουδο κάθεται μαύρη σκόνη!
Μάνα:
Αν ήτανε ο γιος μου μέσα, θα μου μιλούσε. Όμως ο γιος μου είναι τώρα μία αγκαλιά ξερά λουλούδια. Ο γιος μου είναι τώρα φωνή θαμπή πέρα απ’ τα βουνά. [...]
Εδώ. Θα μείνω εδώ. Ήσυχη! Τώρα όλοι τους μου πεθάνανε! Τώρα θα γέρνω και θα κοιμάμαι χωρίς να μ’ ανταριάζουν τα ντουφέκια και τα μαχαίρια. Τώρα άλλες μανάδες θα κρέμονται απ’τα παράθυρα και θα τις δέρνει η βροχή μέχρι ο γιος τους να γυρίσει. Εγώ, τέρμα! [...]
Αχ, όχι, όχι κοιμητήριο! Λίκνο της γης, που τους φιλοξενεί ωσότου με νανουρίσματα τους στείλει στον ουρανό. [...]
Μας περιμένουνε πολύ πικρές μέρες! Δεν θέλω να δω κανέναν. Η γη κι εγώ! Τα δάκρυά μου κι εγώ! Κι αυτοί οι τέσσερις τοίχοι! Αχ, αχ!
Μάνα:
Γειτόνισσες μ’ ένα μαχαίρι, ένα πολύ μικρό μαχαίρι,
μια μέρα που ήτανε γραφτό
ανάμεσα στις δύο και στις τρεις τη νύχτα
δυο άντρες σκοτώθηκαν για την ίδια αγάπη.
Μ’ ένα μαχαίρι ένα πολύ μικρό μαχαίρι
που χάνεται στην ίδια αντρική παλάμη
όμως γλιστράει σβέλτα
στην ξαφνιασμένη σάρκα
και σταματάει εκεί όπου τρέμει
κουβαριασμένη κι ανεξήγητη
η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής.
Νύφη:
Μ’ ένα μαχαίρι τόσο δα
μικρό ελάχιστο μαχαίρι
ψαράκι χωρίς λέπια και χωρίς ποτάμι
που χάνεται σε κάθε αντρική παλάμη
μια μέρα που ήτανε γραφτό
ανάμεσα στις δύο και στις τρεις τη νύχτα
δυο παλικάρια μείνανε μαρμαρωμένα με βουβά τα χείλια.
Μάνα:
Χάνεται σε κάθε αντρική παλάμη
όμως γλιστράει σβέλτα
στην ξαφνιασμένη σάρκα
και σταματάει εκεί όπου τρέμει
κουβάριασμένη κι ανεξήγητη
η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής.
ΤΕΛΟΣ













Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου