Τζακ Λόντον - Χριστούγεννα στο Κλοντάικ


Ανήμερα τα Χριστούγεννα του 1897, δυο αδέρφια, νεαροί χρυσοθήρες στο Κλοντάικ, ετοιμάζονται για το γιορτινό τραπέζι. Οι προμήθεις τους είναι λιγοστές και το δείπνο διαγράφεται φτωχικό. Όμως τους περιμένει μια έκπληξη: ο ένας μετά τον άλλον, απρόσμενοι επισκέπτες χτυπούν την πόρτα της καλύβας τους και προσφέρουν ό,τι έχει ο καθένας, ώσπου το λιτό δείπνο μετατρέπεται ως δια μαγείας σε ευωχία, μέσα σε μια ατμόσφαιρα θαλπωρής, όπως ταιριάζει στην ωραιότερη νύχτα του χρόνου.
Σε αντίθεση με τα περισσότερα έργα του Τζακ Λόντον που εκτυλίσσονται στον αρκτικό Βορρά, το διήγημα «Χριστούγεννα στο Κλοντάικ» αφηγείται μια τρυφερή ιστορία συντροφικότητας, γραμμένη με κομψότητα και λεπτό χιούμορ. Το ευφρόσυνο κλίμα, οι καλοκάγαθοι χαρακτήρες και ο ανεπαίσθητα νοσταλγικός τόνος φέρνουν στον νου κάτι από την εορταστική διηγηματογραφία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Το διήγημα γράφτηκε το 1898 και παρέμεινε ανέκδοτο όσο ζούσε ο συγγραφέας. Ανακαλύφθηκε στα κατάλοιπά του και πρωτοδημοσιεύτηκε το 1976 στο περιοδικό "Boy's Life". 

(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Απόσπασμα

Πήρε μια προβληματισμένη έκφραση, έξυσε αμήχανα το κεφάλι του και άφησε το μολύβι. Δοκίμασε μια δυο φορές να συνεχίσει, αλλά τελικά τα παράτησε μ’ ένα μορφασμό έντονης δυσαρέσκειας. Ήταν όμως ένας γεροδεμένος νέος 18 με 19 ετών και η εύθυμη σπίθα που παιχνίδιζε στα μάτια του πρόδιδε ότι η απογοήτευση του ήταν παροδική.

Η μικρή καλύβα τους ήταν ζεστή και άνετη. Φτιαγμένη με γυμνά κούτσουρα - ένας χώρος τρία επί τέσσερα όλος κι όλος, που τον θέρμαινε μια θορυβώδης μασίνα -, του γεννούσε την αίσθηση της σπιτικής θαλπωρής περισσότερο από κάθε άλλο σπίτι όπου είχε μείνει, εκτός βέβαια από το πατρικό του. 

[...]

Παρότι ήταν μόλις 11 το πρωί, έξω βασίλευε ένα διάχυτο λυκόφως, ενώ μέσα στην καλύβα θα ήταν σκοτεινά αν δεν έκαιγε το αυτοσχέδιο λυχνάρι. Επρόκειτο απλώς για ένα ρηχό μεταλλικό κύπελλο γεμάτο λίπος από μπέικον. Ένα κομμάτι βαμβάκι χρησίμευε για φιτίλι. Η θερμότητα της φλόγας έλιωνε το λίπος με την κατάλληλη ταχύτητα.

Ο νεαρός ακούμπησε τους αγκώνες στο τραπέζι και κάρφωσε το βλέμμα στο λυχνάρι. Στην πραγματικότητα δεν τον απασχολούσε καθόλου κι ούτε καν είχε αντιληφθεί ότι το κοίταζε, τόσο απορροφημένος ήταν από τις σκέψεις του καθώς αναρωτιόταν τι άλλο θα μπορούσε να ετοιμάσει για το δείπνο.

Εκείνη τη στιγμή η πόρτα άνοιξε διάπλατα και ένας μεγαλόσωμος νέους τίναξε τα χιονοπέδιλά του στο κατώφλι και μπήκε, ενώ πίσω του εισέβαλε ένα κύμα ψυχρού αέρα.

“Ώρα για φαΐ ή κάνω λάθος;” ρώτησε με τραχιά φωνή καθώς έβγαζε τα γάντια του. Όμως ο αδελφός του ο Κλάρενς είχε μόλις παρατηρήσει ότι οι φέτες μπέικον, τα φασόλια κοκκινιστά και το φρυγανισμένο ψωμί άρχιζαν όλα από “φ” κι έτσι δεν αποκρίθηκε. Το πρόσωπο του Τζορτζ ήταν καλυμμένο με πάγο κι έσκυψε πάνω απ’ την μασίνα για να τον λιώσει. Όταν ο κρότος που έκαναν τα κομμάτια του πάγου καθώς έπεφταν στο μαντεμένιο καπάκι κόντευε να γίνει μονότονος, ο Κλάρενς καταδέχτηκε να απαντήσει ρωτώντας:
“Σου ‘ρχεται καμιά λέξη από φ;”
“Φρίκη”, απάντησε αμέσως ο Τζορτζ.
“Κι εμένα”,  ξεφύσησε ο αδελφός του συλλογισμένος.
“Δεν μου λες, με το φαΐ τι γίνεται; Εσύ εισ’ ο μάγειρας. Πρέπει να το βάλουμε μπρος. Τι έκανες τόση ώρα; Α, έγραφες! Φέρε να ρίξω μια μάτια”. 

Όταν έφτασε στο “φέτες μπέικον τηγανιτές, φασόλια κοκκινιστά, φρυγανισμένο ψωμί”, γούρλωσε τα μάτια και είπε:
“Καλύτερα να μη γράψουμε στη μαμά και στον μπαμπά ότι έχουμε μόνο αυτά για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Θ’ ανησυχήσουν. Δεν μου λες, δεν έμειναν τίποτα ξερά μήλα;”
“Εκατό γραμμάρια. Δεν φτάνουν για γλυκό”.
“Θα φουσκώσουν, ρε βούρλο. Πιάσ’ το μολύβι και βάλε στο μενού και μηλόπιτα. Και μια που θα κάνεις τον κόπο, Γράψε και μπουρεκάκια. Θα τα βολέψουμε - θα χώσουμε δυο κομμάτια μήλο σε δυο σβόλους ζυμάρι και θα τα βράσουμε. Ψηλά το κεφάλι! Θα νομίζουν ότι ζούμε σαν βασιλιάδες μόλις διαβάσουν το γράμμα”. 

Το Χριστούγεννα στο Κλοντάικ του Τζακ Λόντον κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφέλη.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Παναγία των Παρισίων: Ο απολογισμός των ζημιών

Λέσλι Νίλσεν

Σαν Σήμερα 10 Σεπτεμβρίου

Σεμπρεβίβα, το χρυσαφί λουλούδι της ελληνικής υπαίθρου που είναι πάντα ανθισμένο! Συμβολίζει την αιώνια αγάπη και συνδέεται με τον μύθο του Πάρη και της ωραίας Ελένης

Τα 100 βιβλία που πρέπει να έχεις διαβάσει πριν πεθάνεις - 48. «Η Αισθηματική Αγωγή» - Γκουστάβ Φλωμπέρ

Συνάξεις της Παναγίας την Παρασκευή της Διακαινησίμου - ΄Β Μέρος

Θανάσης Βέγγος - Ο πολύ καλός μας άνθρωπος