Αντουάν Ντε Σαιντ Εξυπερύ: Η Γη των Ανθρώπων - Απόσπασμα
1. Η Γραμμή
Ήταν στα 1926. Έμπαινα σαν νεαρός πιλότος γραμμή στην εταιρεία Λατεκοέρ που έκανε, πριν από την Αεροποστάλ και την Air France, τη συγκοινωνία Τουλούζης - Ντακάρ. Εκεί θα μάθαινα όλη την τεχνική της υπηρεσίας μου. Με τη σειρά μου, καθώς όλοι οι συνάδελφοί μου, θα γινόμουν και εγώ δόκιμος, όπως όλοι οι νέοι, πριν αναλάβω την τιμή να πιλοτάρω την ταχυδρομική μεταφορά. Δοκιμαστικές πτήσεις, μετακινήσεις ανάμεσα Τουλούζης και Περπινιάν, ανιαρά μετεωρολογικά μαθήματα σ’ ένα παγερό υπόστεγο. Ζούσαμε με το φόβο των Σπανιόλικων βουνών, που ακόμα δεν τα ξέραμε, και ζούσαμε ακόμα με σεβασμό για τους παλαιότερους συναδέλφους.
Αυτούς τους παλιούς τους ξανά βρίσκαμε στο εστιατόριο σκυθρωπούς, κρατώντας κάποια απόσταση από μας, δίνοντας μας συμβουλές αφ’ υψηλού. Και όταν κάποιος απ’ αυτούς, που γύριζε απ’ την Αλικάντη ή από την Καζαμπλάνκα, μας συναντούσε αργότερα με το μαντύα του μούσκεμα από τη βροχή και κάποιος από μας τον ρωτούσε για το ταξίδι του, οι σύντομες απαντήσεις του, για τις μέρες της καταιγίδας, μας παρουσίαζαν έναν κόσμο μαγικό γιομάτο παγίδες, ξαφνικά αεροκατεβάσματα και ρεμού που θα μπορούσαν να ξεριζώσουν ακόμα και κέδρους.
Μαύροι δράκοι φράζανε την είσοδο στις πεδιάδες, δέσμες από αστραπές στεφάνωναν τις περήφανες κορφές. Οι παλιοί αυτοί διατηρούσαν με τρόπο τον σεβασμό μας. Μα από καιρό σε καιρό κάποιους τους κάποτε δεν ξαναγύριζε.
Θυμάμαι, έτσι, μία επιστροφή του Μπυρύ, που σκοτώθηκε κατόπι στην Κορμπιέρ. Ο γερο-πιλότος ερχόταν και καθόταν ανάμεσά μας και έτρωγε βαρύς και αμίλητος, με τσακισμένους τους ώμους από τη μεγάλη προσπάθεια να πιλοτάρει. Ήταν το βράδυ, μιας απ’ αυτές τις άσκημες μέρες που ο καιρός σ’ ολόκληρη τη γραμμή βρίσκεται συννεφιασμένος και που όλα τα βουνά μοιάζανε στον πιλότο σαν να φιδογλιστρούσαν με τις κορυφογραμμές τους μέσα στη λίγδα όπως τα κανόνια που ταρακουνιούνται στα καράβια των παλιών καιρών σαν σπάζανε τα παλαμάρια τους απ’ τη φουρτούνα. Κοίταξα τον Μπυρύ, ξεροκατάπια το σαλιο μου και τόλμησα να τον ρωτήσω αν η πτήση του ήταν σκληρή. Ο Μπυρύ δεν άκουσε. Έσκυβε στο πιάτο του με το μέτωπο όλο ζάρες. Μ’ αυτόν τον άθλιο καιρό, πάνω στα ξέσκεπα αεροπλάνα, ο πιλότος έπρεπε να σκύψει πλάι στο μπαρμπρίζ, για να ξεχωρίσει καλύτερα τι γινόταν, και τα χαστούκια του ανέμου που δεχόταν σφύριζαν για καιρό στ’ αυτιά του. Τελικά, ο Μπυρύ ανασήκωσε το κεφάλι απ’ το πιάτο, φάνηκε πως μ’ άκουσε, θυμήθηκε κάτι, και έφυγε απότομα, σκάζοντας ένα δυνατό κρυστάλλινο γέλιο. Και το γέλιο του αυτό με αναστάτωσε, γιατί ο Μπυρύ γελούσε σιγανά, μ’ ένα σύντομο γέλιο που έκανε να φεγγοβολά το πρόσωπό του. Δεν έδινε καμία άλλη εξήγηση για την επιτυχία του κατά την πτήση, έσκυβε το κεφάλι όταν έτρωγε και ξανάρχιζε το μασούλημα μέσα στη σιωπή. Μα στο γκρίζο εστιατόριο, ανάμεσα στους μικροεπαγγελματίες που προσπαθούσαν να συνέλθουν εδώ από τους ταπεινούς κόπους της μέρας,αυτός ο συνάδελφος με τους βαριούς ώμους, μου φάνηκε γιομάτος εξωτική ευγένια, κάτω από το τραχύ δέρμα άφηνε να λαγαρίζει ο άγγελος που είχε καταφέρει να νικήσει τον δράκο.
Έφτασε, επιτέλους, το βράδυ που με κάλεσαν, με τη σειρά μου, να παρουσιαστώ στο γραφείο του διευθυντή. Μου είπε απλά:
“Θα φύγετε αύριο!”
Στεκόμουν ολόρθος περιμένοντας πως θα με κατευόδονε.
Μετά από ολιγόλεπτη σιωπή, πρόσθεσε:
“Ξέρετε καλά τις διατάξεις της πορείας;”
Οι κινητήρες, εκείνη την εποχή, δεν πρόσφεραν καμία ασφάλεια όπως οι σημερινοί. Συχνά μας άφηναν στη μέση του δρόμου μ’ έναν τρομερό κρότο σαν να ‘σπαγαν γυαλικά. Και πέφταμε πάνω στις βραχωμένες οροσειρές της Ισπανίας, που δεν μας παρείχαν από πουθενά καμιά ασφάλεια.
“Εδώ, λέγαμε, αν σπάσει ο κινητήρας του αεροπλάνου, αλλοίμονο! Τότε θα σπάσει κι αυτό.” .
Με ένα αεροπλάνο μπορεί ν’ αντικατασταθεί. Σημασία έχει να μη ζυγώσεις στα τυφλά το βράχο. Επίσης μας απαγόρευαν, με τις βαρύτερες ποινές, να πετάμε μέσα στα σύννεφα πάνω από βουνοκορφές. Ο πιλότος του θα πάθαινε ατύχημα χωμένος μέσα στο άσπρο σμάρι των σύννεφων, θα καρφωνόταν χωρίς να το καταλάβει πάνω στην κορυφή των βουνών.
Γι’ αυτό, το βράδυ τούτο, μία σιγανή φωνή επέμεινε να μας συσταίνει:
“Είναι ωραίο να ταξιδεύεις στην Ισπανία με τον μπούσουλα πάνω από καταχνιασμένες θάλασσες, είναι πολύ εξαίσιο…” και σιγανότερα ακόμα …
“μα να σκεφτείς πως κάτω απ’ τα σύννεφα… βρίσκεται η αιωνιότητα”.
Και μονομιάς αυτός ο κόσμος, ο τόσο ήσυχος, τόσο συμπαγής, τόσο απλός, που τον ανακαλύπτεις μέσα απ’ τα σύννεφα, έπαιρνε για μένα ένα εντελώς άγνωστο νόημα. Η γλυκύτητα του αυτή γινόταν σωστή παγίδα. Φανταζόμουν αυτήν την τεράστια λευκή παγίδα κάτω απ’ τα πόδια μου. Κάτωθέ μας δεν βασίλευε, καθώς νομίζαμε, μήτε η αμφιβολία των ανθρώπων, μήτε η ταραχή, μήτε ο σάλος των πόλεων, μα μία απόλυτη σιωπή, ακόμα, μία οριστική γαλήνη. Για μένα η λιγδερή αυτή η γραμμή ήταν σαν το σύνορο ενός κόσμου ανάμεσα στο αληθινό και το φανταστικό, ανάμεσα στο γνωστό και το άγνωστο. Καταλάβαινα ακόμα πως κάτι που είναι να θαυμάσεις δεν έχει κανένα νόημα παρά μόνο μέσα από μια καλλιέργεια, έναν πολιτισμό, από μια τέχνη. Οι βουνίσιοι ξέρανε αυτές τις θάλασσες των σύννεφων. Ωστόσο, ακόμα δεν μπορούσαν ν’ ανακαλύψουν αυτό, το μυθικό για μένα, παραπέτασμα που εκπροσωπούσαν.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου