Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Τα ψηλά βουνά (30ο μέρος)
76. Ὁ Γκέκας ἔκαμε ὅ τι ἔπρεπε.
Ὁ Γκέκας περίμενε νὰ ξαναγίνη ὁ γάμος τῆς Ἀφρόδως καὶ τὴν ἄλλη μέρα. Εἶχε ροκανίσει τόσα κόκαλα τὴν Κυριακή!
Πῆγε στὶς βλάχικες καλύβες καὶ τὴ Δευτέρα καὶ τὴν Τρίτη καὶ τὴν Τετάρτη. Εἶδε ὅμως πὼς ὁ γάμος δὲ γίνεται κάθε μέρα.
Ἅμα γύρισε στὶς καλύβες τῶν παιδιῶν τὴ νύχτα, ἔλαμπε στὸν οὐρανὸ τὸ στρογγυλὸ φεγγάρι.
Ὁ Γκέκας δὲ γάβγιζε τὸ φεγγάρι, καθὼς συνήθιζε, γιατὶ εἶχε τὸ βράδυ ἐκεῖνο πολλὰ στὸ νοῦ του. Κάθισε ἀπέξω ἀπὸ τὶς καλύβες, μὲ τὸ κεφάλι κοντὰ στὴν οὐρά του, καὶ συλλογιζόταν.
«Προχτὲς ὁ μπάρμπας μου ὁ Μοῦργος, κι ὁ ἄλλος μπάρμπας μου ὁ Πιστός, κι ὁ παππούς μου ὁ Κίτσος, κυνήγησαν ἕνα λύκο... Ἐγὼ τί κάνω δῶ; Μόνο παίζω μὲ τὰ παιδιά. Καὶ καμιὰ φορὰ γαβγίζω.
«Προχτὲς ὁ μπάρμπας μου ὁ Μοῦργος, κι ὁ ἄλλος μπάρμπας μου ὁ Πιστός, κι ὁ παππούς μου ὁ Κίτσος, κυνήγησαν ἕνα λύκο... Ἐγὼ τί κάνω δῶ; Μόνο παίζω μὲ τὰ παιδιά. Καὶ καμιὰ φορὰ γαβγίζω.
»Μὰ ἐγὼ εἶμαι μεγάλος σκύλος τώρα. Κι ἕνας σκύλος ποὺ μεγάλωσε, δὲν πρέπει νὰ τρώη τὸ ψωμὶ καὶ τὰ κόκαλα ἄδικα, ὅπως ἐγώ.
»Τὰ παιδιὰ δὲν ἔχουν κοπάδια νὰ φυλάξω, οὔτε ἄλλη δουλειὰ μοῦ δίνουν. Δὲν ἔχω κάμει τίποτα!»
Ὁ καημένος ὁ Γκέκας πολὺ στενοχωριέται.
«Νὰ μποροῦσα, συλλογίζεται, νὰ τοὺς τὸ πῶ. Θὰ κουνήσω αὔριο τὴν οὐρά μου πολλὲς φορὲς μπροστὰ στὸν Ἀντρέα, στὸ Φάνη καὶ στὸ Δημητράκη. Βέβαια θὰ μὲ καταλάβουν».
Αὐτὴ τὴ στιγμὴ ἄκουσε κατιτὶ στὶς ἀκρινὲς καλύβες. Σήκωσε τὸ κεφάλι κι εἶδε ἕναν ἴσκιο, ποὺ ἔφευγε βιαστικός.
Τρία πηδήματα ἔκαμε ὁ Γκέκας. Ποτὲ δὲν εἶχε πηδήσει τόσο μακριὰ στὴ ζωή του. Ἕνα κρά! ἀκούστηκε καὶ μιὰ πνιγμένη φωνὴ κότας.
Ἦταν ἡ ἀλεπού! Εἶχε ἁρπάξει στὰ δόντια της μιὰ κότα κι ἔτρεχε.
Ὅταν ἡ ἀλεποὺ ἄκουσε θόρυβο, ὑποψιάστηκε πὼς εἶναι σκύλος. Τότε ἄφησε τὴν κότα κι ἔτρεξε περισσότερο.
Ἔπρεπε ἕνας σκύλος νὰ εἶναι καλὸς στὸ τρέξιμο καὶ νὰ βάλη ὅλα τὰ δυνατά του, γιὰ νὰ μπορέση νὰ τὴ φτάση· τόσο πολὺ τρέχει μιὰ ἀλεπού.
Ὅταν ὅμως ἡ ἀλεποὺ ἔκαμε λίγα πηδήματα, μετάνιωσε καὶ γύρισε ἔξαφνα πίσω νὰ πάρη τὴν κότα· γιατὶ τὴ βρῆκε πολὺ παχιά.
Ἔτσι τὴν ἔπαθε.
Ὁ Γκέκας τὴν πρόφτασε καὶ τὴν ἅρπαξε ἀπὸ τὸ λαιμό. Δὲ θὰ τὴν ἀφήση! Ἡ ἀλεποὺ φωνάζει, δέρνεται, θέλει νὰ δαγκάση.
Ὁ Γκέκας τὴν πρόφτασε καὶ τὴν ἅρπαξε ἀπὸ τὸ λαιμό. Δὲ θὰ τὴν ἀφήση! Ἡ ἀλεποὺ φωνάζει, δέρνεται, θέλει νὰ δαγκάση.
Σφίγγει τὰ δόντια του ἀπάνω της καὶ μουγκρίζει ὁ Γκέκας. Φωνάζουν οἱ κότες ἀπὸ τὸ κοτέτσι, τρέχει ὁ κὺρ Στέφανος ἔξω μὲ τὸ τουφέκι. Ξυπνᾶ ὁ Ἀντρέας, ὁ Δῆμος, ὁ Κωστάκης. Ξυπνοῦν ὅλοι.
«Τὸ σκοινί! Ἕνα σκοινὶ γρήγορα!» φωνάζει ὁ κὺρ Στέφανος, ὅταν εἶδε στὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ πὼς ἦταν ἡ ἀλεπού. Θέλησε νὰ τὴ δέση, καὶ κρατοῦσε τὸ τουφέκι του ἕτοιμο μήπως ἡ ἀλεποὺ ξεφύγη.
Τὰ περισσότερα παιδιὰ ρωτοῦν:
«Τρώει; δαγκάνει;» καὶ δὲν πλησιάζουν. Πρώτη φορὰ βλέπουν ἀγρίμι ζωντανό.
Ὁ κὺρ Στέφανος πέρασε τὸ σκοινὶ ἀπὸ τὰ πίσω πόδια τῆς ἀλεπούς, καὶ καθὼς τὴν κρατοῦσε ὁ σκύλος ἀπὸ τὸ λαιμό, προσπάθησε νὰ τὴ δέση σφιχτά.
Μὰ ὁ Γκέκας εἶχε τελειώσει τὴ δουλειά του. Τόσο σφιχτὰ τὴν εἶχε πιάσει ἀπὸ τὸ λάρυγγα τὴν ἀλεπού, καὶ τόσο βαθιὰ ἔμπηξε τὰ μεγάλα δόντια του, ποὺ τὴν ἔπνιξε.
Ἡ ἀλεποὺ δὲν μπόρεσε νὰ ζήση στὸ στόμα τέτοιου ἐχθροῦ.
Ἔτσι ἀφοῦ πάλεψε ἄδικα, ἔμεινε ξαπλωμένη καὶ ἀκίνητη. Τὰ παιδιὰ μαζεύτηκαν γύρω της καὶ τὴν κοίταξαν καλὰ στὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ.
Κοίταξαν τὰ μυτερά της αὐτιά, τὸ μυτερό της στόμα, τὴ μεγάλη της οὐρά, ποὺ ἦταν μακριά, ὅσο τὸ μισό της σῶμα.
Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι τὸ ἀγρίμι ποὺ τρώει τοὺς λαγούς, ποὺ τρώει τὰ πουλιὰ στὶς φωλιὲς καὶ τὶς κότες στὰ κοτέτσια; Νὰ τὸ τέλος του!
«Τὴν κακομοίρα» λέει ὁ Δῆμος. «Ποῦ νὰ τόξερε πὼς δὲ θὰ γυρίση πίσω στὴ φωλιά της».
—«Ποιὸς τῆς εἶπε νὰ μᾶς φάη τόσο μεγάλες κότες;» εἶπε ὁ Κωστάκης.
Ὁ Γκέκας δὲν ἡσύχασε οὔτε μιὰ στιγμή. Ὅλο φυσοῦσε, ὅλο ἔσκυβε καὶ τὴ μύριζε, σὰ νὰ μὴν πίστευε πὼς ψόφησε.
Ἔχει ἀκούσει ἀπὸ τοὺς γέρους σκύλους, πὼς ἡ ἀλεποὺ κάνει κάποτε τὸν ψόφιο, κι ὕστερα σηκώνεται καὶ γίνεται ἄφαντη.
Ἄν θέλη καὶ τούτη ἐδῶ ἂς σηκωθῆ! Μὰ ὄχι, αὐτὸ δὲ θὰ γίνη. Ὁ Γκέκας ἔχει κάμει σωστὰ τὴ δουλειά του.
«Μπράβο, μπράβο Γκέκα!» τοῦ φωνάζουν ὅλοι καὶ τὸν χαϊδεύουν.
Πηδᾶ ἐμπρός τους, τοὺς κοιτάζει στὰ μάτια καὶ εἶναι περήφανος ὅσο κανένας ἄλλος σκύλος.
77. Ὁ Γεροθανάσης φοβᾶται μὴ δακρύση.
Ὁ Γεροθανάσης περπατεῖ ἔξω ἀπὸ τὴν καλύβα του μιλώντας μὲ τὸν Ἀντρέα, τὸ Φάνη καὶ τὸ Δῆμο. Φαίνεται πὼς ἔχουν σοβαρὴ κουβέντα.
Ὁ Γεροθανάσης ἔχει κατεβάσει τὰ κάτασπρα χοντρὰ φρύδια του. Τὸ γαλανὸ μάτι του φαίνεται ἀγριεμένο.
«Τί λέτε, παιδιά μου;» φωνάζει. «Τ’ εἶν’ αὐτὰ ποὺ λέτε;»
—«Μὰ εἶναι καμωμένος γιὰ γράμματα, Μπαρμπαθανάση. Ἄφησέ τον».
—«Νὰ πάρη τὰ μάτια του δηλαδὴ καὶ νὰ φύγη ἀπὸ δῶ τὸ παιδί;»
—«Νὰ πάρη τὰ μάτια του δηλαδὴ καὶ νὰ φύγη ἀπὸ δῶ τὸ παιδί;»
—«Ναί, νὰ πάη σ’ ὅλο τὸ δημοτικό».
—«Σ’ ὅλο τὸ δημοτικό; Μὰ τί; σοφὸ θὰ τὸν κάμω;»
Γιὰ τὸ Λάμπρο βέβαια μιλοῦν. Τὰ παιδιὰ θέλουν νὰ τὸν πάρουν μαζί τους στὸ σχολεῖο, νὰ καθίση χρόνια καὶ νὰ μάθη τὰ γράμματα καλά. Γιατί νὰ μείνη τσοπάνης;
Ἦρθαν καὶ παρακάλεσαν τὸν παππού του νὰ τὸν ἀφήση. Μὰ ὁ παπποὺς ἀγρίεψε. Τότε ὁ Δημητράκης ξετύλιξε τὸ τετράδιο τοῦ Λάμπρου.
«Κοίταξε, παππούλη, εἶπε, πῶς ἔμαθε καὶ γράφει. Εἰκοσιπέντε μέρες ἔχει ποὺ ἄρχισε τὴν ἄλφα. Κι ὅμως νὰ ποῦ ἔφτασε».
—«Τ’ εἶν’ αὐτά;» εἶπε ὁ παππούς. «Γράμματα;»
—«Ναί, εἶναι γράψιμο τοῦ Λάμπρου· αὐτὰ ἐδῶ στὸ τέλος τὰ ἔχει γράψει μοναχός του, μὲ τὸ χέρι του καὶ μὲ τὸ νοῦ του».
Ὁ Γεροθανάσης σήκωσε τὸ κεφάλι, διώρθωσε τ’ ἄσπρα φρύδια του καὶ πῆρε τὸ τετράδιο στὰ χέρια. Τὸ κοίταξε ἀνάποδα. Ἀπὸ σεβασμὸ ὅμως τὰ παιδιὰ ἔκαμαν πὼς δὲν τὸ κατάλαβαν.
Ὥρα πολλὴ τὸ κοίταζε. Καὶ θαύμαζε ἀπὸ μέσα του, πὼς ἔχει ἐγγόνι ποὺ κατώρθωσε νὰ βάλη ὅλα ἐκεῖνα τὰ γράμματα στὴ γραμμή.
«Τί λέει ἐδῶ;» ρώτησε.
Ὁ Δημητράκης πῆρε τὸ τετράδιο καὶ τοῦ διάβασε αὐτὰ τὰ λόγια, ποὺ ὁ Λάμπρος τὰ εἶχε γράψει μόνος του μὲ γράμματα μεγάλα ἴσαμε φασόλια.
«Τὴν Κυριακὴ παντρέψαμε τὴν Ἀφρόδω μας μὲ τραγούδια καὶ βιολιά· καὶ τὴ δώσαμε τοῦ Γιάννη ἀπ’ τὸ Περιστέρι· καὶ μᾶς φίλησε κι ἔφυγε».
«Τὴν Κυριακὴ παντρέψαμε τὴν Ἀφρόδω μας μὲ τραγούδια καὶ βιολιά· καὶ τὴ δώσαμε τοῦ Γιάννη ἀπ’ τὸ Περιστέρι· καὶ μᾶς φίλησε κι ἔφυγε».
Ὁ Γεροθανάσης δὲν ἤθελε νὰ μιλήση ἄλλο.
«Νὰ πᾶτε τώρα στὸ καλὸ παιδιά, εἶπε, θὰ τὰ πῶ μὲ τὸν κὺρ Στέφανο. Νάτος, ἔρχεται».
Τὰ τρία παιδιὰ ἔφυγαν. Ὁ κὺρ Στέφανος ποὺ ἦρθε, εἶχε κι αὐτὸς τὴν ἴδια ιδέα.
«Μιὰ ποὺ τὸ ἐγγόνι σου παίρνει ἔτσι τὰ γράμματα, εἶπε, κι ἔχει ὄρεξη γι’ αὐτά, πρέπει νὰ τ’ ἀποφασίσης.
»Ἐκεῖ κάτω θὰ τὸν προσέχωμε ὅλοι τὸ Λάμπρο. Στεῖλε τὸν στὸ σκολειό, πέντε, δέκα χρόνια, νὰ μάθη νὰ γράφη, νὰ λογαριάζη, νὰ διαβάζη τὰ βιβλία. Τί θὰ κερδίσης μ’ ἕνα τσοπάνη παραπάνω;»
—«Τὸ σωστὸ εἶναι σωστό» εἶπε ὁ Γεροθανάσης. «Ἐδῶ ἀπάνω θὰ μείνη βλάχος σὰν ἐμάς. Καλὸ ἦταν νὰ βγάλουν καὶ τὰ θανασαίικα ἕνα γραμματικό...
»Μὰ τὸ βρίσκεις πάλι σωστό, κὺρ Στέφανε, νὰ μοῦ φύγουν δυὸ ἐγγόνια σὲ μιὰ βδομάδα;»
Καὶ τὸ γαλανὸ μάτι του φάνηκε σὰ νὰ θόλωσε.
Ὁ Γεροθανάσης συνηθίζει νὰ λέη, πὼς ὁ ἄντρας πρέπει ν’ ἁρπάζη τὴ λύπη του καθὼς τὸ ἀγριεμένο ἄλογο· ἀπ’ τὸ γκέμι. Λοιπὸν τώρα δὰ τινάχτηκε λίγο, ἀπὸ τὸ φόβο μὴν πάρη τὴν
ντροπὴ καὶ δακρύση.
78. Ὁ γυρισμός.
Ἦρθε ἡ ὥρα τοῦ γυρισμοῦ.
Στρογγυλὰ σύννεφα στέκουν ἀπάνω ἀπὸ τὰ βουνά. Ἀπὸ τὴ γῆ ἀνεβαίνει φθινοπωρινὴ εὐωδιά. Σὲ λίγο θὰ ἔρθουν οἱ βροχές.
Ἀπὸ χτὲς ἑτοιμάζονται. Φτιάνουν δέματα, ράβουν μὲ τὶς σακοράφες τὰ πράματα μέσα σὲ μεγάλους σάκους, συγυρίζονται. Οἱ ἀγωγιάτες μὲ τὰ μουλάρια ἦρθαν ἀπὸ χτὲς τὸ βράδυ καὶ περιμένουν.
Σήμερα τὸ πρωὶ τὰ παιδιὰ φόρτωσαν. Ὅταν εἶδαν τὶς καλύβες ἄδειες, ἔνιωσαν κάποια λύπη. Ἔρχονταν στὴν πόρτα, τὶς κοίταζαν καὶ συλλογίζονταν πὼς ἐκεῖ μέσα ἔζησαν πολὺν καιρό.
Ἔφτασε ἡ ὥρα ποὺ θὰ χωριστοῦν τὶς φτωχικές τους κατοικίες. Τοὺς κοίταζαν θαρρεῖς καὶ κεῖνες σὰν ἄνθρωποι.
Νὰ τους τώρα μὲ τὰ ραβδιά τους, μὲ τὰ παγούρια τους, μὲ τὰ σακούλια τους, ὅπως εἶχαν ἔρθει.
«Ἕτοιμοι, παιδιά;» φωνάζει ὁ κὺρ Στέφανος.
-«Ἕτοιμοι!»
-«Ἔχε γειὰ καὶ πάλι, Μπαρμπαθανάση!»
Ὁ Γεροθανάσης σηκώνει τὸ χέρι του, κάνει τρεῖς μεγάλους σταυροὺς καὶ λέει:
«Νὰ πᾶτε στὸ καλό, νὰ πᾶτε στὴν εὐχὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων».
Ἔπειτα σκύβει στὸ Λάμπρο: «Λάμπρο, ἔχε τὴν εὐχή μου, κι ἄκου τί θὰ σοῦ πῶ: Νὰ γίνης καλὸς ἄνθρωπος. Νάχης τιμὴ καὶ νὰ κρατᾶς τὸ λόγο σου».
Ὁ Λάμπρος φίλησε τὸ χέρι τοῦ παπποῦ καὶ ξεκίνησε μὲ τ’ ἄλλα παιδιὰ βιαστικός, γιὰ νὰ μὴ χάση καιρό. Ὁ παπποὺς γύρισε καὶ κοίταξε ἀλλοῦ. Τὸ μάτι του αὐτὴ τὴ στιγμὴ δὲν ξέρομε ἂν ἔμεινε στεγνό.
Οἱ μικροὶ ταξιδιῶτες ποὺ κατεβαίνουν ἀπὸ τὸ Χλωρό, δὲν εἶναι οἱ ἴδιοι ποὺ εἶχαν ἀνεβῆ ἐδῶ κι ἑνάμισυ μῆνα.
Αὐτοὶ ἐδῶ ἔχουν ὡραῖο χρῶμα στὸ πρόσωπο κι εἶναι πολὺ πιὸ δυνατοὶ ἀπὸ κείνους.
Εἶδαν τὴ μεγάλη πλάση, ποὺ ἐκεῖνοι δὲν τὴν ἤξεραν, καὶ μέσα σ’ αὐτὴ ἔζησαν μονάχοι τους μέρες καὶ νύχτες.
Εἶδαν τὸ βουνό, βράχηκαν στὰ ποτάμια ποὺ βροντοῦν, πάτησαν τοὺς στοιχειωμένους βράχους, κι ἔμαθαν νὰ κινδυνεύουν ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον.
Ὁ Φάνης ποὺ εἶχε ἔρθει τότε, ἦταν λυπημένος καὶ λιγόψυχος. Ὁ Φάνης ποὺ γύριζε τώρα, ἔχει γερὴ καὶ ἄφοβη ψυχή.
Ὁ Ἀντρέας στὸ σχολεῖο ἦταν ἕνα παιδί. Στὸ βουνὸ νίκησε τὶς δυσκολίες καὶ κυβέρνησε τοὺς ἄλλους.
79. Ἔπειτα ἀπὸ χρόνια.
Ὅσοι ἀπὸ τοὺς παλιοὺς θυμοῦνται αὐτὴ τὴν ἱστορία, μᾶς εἶπαν πὼς ἐκεῖ στὴ χώρα φάνηκε ἔπειτα ἀπὸ χρόνια ἕνας δάσκαλος, ποὺ ἄφησε ὄνομα.
Ἔπαιρνε τὰ παιδιὰ καὶ τὰ δίδασκε κάτω ἀπὸ τὰ δέντρα.
Ὅταν δὲν ἦταν βαρυχειμωνιά, εἶχαν γιὰ σχολεῖο πότε ἕνα πεῦκο, πότε ἕναν πλάτανο.
Ἔπαιρναν τὸ βιβλίο τους καὶ διάβαζαν μαζί του ἀπάνω στοὺς λόφους, στὸν ἥλιο καὶ στὸν ἀέρα.
Ἀπὸ κεῖ τοὺς ἔδειχνε τοὺς γύρω τόπους, τὴ γῆ, τὸν οὐρανό, τὰ πλάσματα ὅλα. Τοὺς πήγαινε κοντὰ στὶς ἀγελάδες, στὰ πρόβατα, στὰ γίδια, στὶς κότες γιὰ νὰ μάθουν πῶς ζοῦνε.
Τοὺς μάθαινε τὴ ζωὴ τῶν δέντρων, τῶν πουλιῶν καὶ τῶν ἐντόμων. Ὅταν ἦταν καθαρὴ ἀστροφεγγιά, τοὺς ἔδειχνε ἀπὸ ἕνα ὕψωμα καὶ τοὺς ὠνόμαζε τ’ ἄστρα.
Τοὺς μάθαινε τὴ ζωὴ τῶν δέντρων, τῶν πουλιῶν καὶ τῶν ἐντόμων. Ὅταν ἦταν καθαρὴ ἀστροφεγγιά, τοὺς ἔδειχνε ἀπὸ ἕνα ὕψωμα καὶ τοὺς ὠνόμαζε τ’ ἄστρα.
Τοὺς μάθαινε νὰ γράφουν ὅσα ἔβλεπαν στὸν κόσμο κι ὅσα εἶχαν στὸ νοῦ καὶ στὴν ψυχή τους.
Τὸ δάσκαλο αὐτὸ τὸν ἔλεγαν Λάμπρο.
Ὅσο γιὰ τὸν Γκέκα δὲν ξέρομε τί ἀπόγινε. Σπάνια μαθαίνουν οἱ ἄνθρωποι τὴν ἱστορία τῶν σκύλων.
ΤΕΛΟΣ

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου