Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Τα ψηλά βουνά (28ο μέρος)
70. Ἕνα μήνυμα.
Ἀπόψε νειρευόμουνα,
μητέρα, μητερίτσα μου,
ψηλὸν πύργον ἀνέβαινα,
σὲ περιβόλι ἔμπαινα·
καὶ δυὸ ποτάμια μὲ νερό,
—ξήγα, μητέρα μ’, τ’ ὄνειρο.
Ὁ πύργος εἶν’ ὁ ἄντρας μου,
τὸ περιβόλι ὁ γάμος μου.
Τὰ δυὸ ποτάμια μὲ νερὸ
εἶναι τὸ συμπεθερικό.
μητέρα, μητερίτσα μου,
ψηλὸν πύργον ἀνέβαινα,
σὲ περιβόλι ἔμπαινα·
καὶ δυὸ ποτάμια μὲ νερό,
—ξήγα, μητέρα μ’, τ’ ὄνειρο.
Ὁ πύργος εἶν’ ὁ ἄντρας μου,
τὸ περιβόλι ὁ γάμος μου.
Τὰ δυὸ ποτάμια μὲ νερὸ
εἶναι τὸ συμπεθερικό.
Ἡ Ἀφρόδω ἀκούστηκε νὰ τελειώνη τὸ τραγούδι ποὺ εἶχε ἀρχίσει μιὰ φορά.
Ἡ φωνή της ἦταν λιγερὴ καὶ παραπονιάρικη, σὰν τὸ λάλημα τῆς φλογέρας.
Τόλεγε λυπημένα, τόλεγε καὶ χαρούμενα, ὥσπου τὸ τραγούδι ἔσβησε μέσα στὸ λόγκο.
«Ἄκου, ἡ Ἀφρόδω!» εἶπε ὁ Δημητράκης στὸ Λάμπρο, καθὼς ἔκαναν τὸ μάθημα.
—«Τὴν παντρεύομε» εἶπε ὁ Λάμπρος.
—«Ἀλήθεια;» ρώτησε ὁ Δημητράκης, σὰ νὰ μὴν τὸ πίστεψε.
—«Τὴ δίνομε πέρα σ’ ἕνα χωριό, ποὺ τὸ λένε Περιστέριˑ σ’ ἄλλο βουνό».
—«Πότε;»
—«Τὴν ἄλλη Κυριακή».
Ὁ Δημητράκης πῆγε νὰ τὸ πῆ ἀμέσως στ’ ἄλλα παιδιά. Καλύτερα νὰ μὴν τὸ εἶχαν μάθει. Εἶναι συλλογισμένα, εἶναι πολὺ λυπημένα.
Ὁ Δημητράκης πῆγε νὰ τὸ πῆ ἀμέσως στ’ ἄλλα παιδιά. Καλύτερα νὰ μὴν τὸ εἶχαν μάθει. Εἶναι συλλογισμένα, εἶναι πολὺ λυπημένα.
Μόνο ὁ Λάμπρος δὲν εἶναι λυπημένος. Τὸ νοῦ του τὸν ἔχει στὸ βιβλίο. Σφίγγει τὸ καλαμάρι ποὺ τοῦ χάρισαν τὰ παιδιά, κρατεῖ καλὰ τὴν πένα καὶ γράφει.
Μόνος του γράφει. Κάθεται, συλλογίζεται, καὶ κεῖνα ποὺ ἔχει μέσα στὸ κεφάλι του, τὰ λέει στὸ χαρτί.
Ἡ βροχὴ πῆρε κάμποσα πράματα, πῆρε καὶ τὴ ζάχαρη· δὲν πῆρε ὅμως τὸ τετράδιο τοῦ Λάμπρου.
Νὰ τί ἔγραψε προχτὲς στὸ τετράδιό του: «Εἶμαι ὁ Λάμπρος Πέλεκας τοῦ Ἀντωνίου ἀπὸ Γρανίτσα, τοῦ δήμου Ἀπεραντίων.
»Ἔχω καὶ τὴν Ἀφρόδω ἀδερφή, καὶ σκύλο τὸ Μοῦργο. Καὶ παππούλη τὸ Γεροθανάση. Καὶ δάσκαλο τὸ Δημητράκη. Κι ἕνα σουγιά.
»Τὰ γίδια εἶναι ἄταχτα ζωντανά. Τὰ καλὰ παιδιὰ πηγαίνουν στὸ σκολειὸ καὶ μαθαίνουν νὰ γράφουν. Τὸ πουρνάρι ἔχει τὸν καλύτερο ἴσκιο. Ἕνα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, ἕξι, ἑφτά, ὀχτώ, ἐννιά, δέκα. Ἔχω καὶ καλαμάρι.
»Ἅγιος ὁ Θεός, ἀμήν.
»Λάμπρος Πέλεκας τοῦ Ἀντωνίου ἀπὸ Γρανίτσα».
Αὐτὰ τὰ εἶχε γράψει ὁ Λάμπρος. Ὅλοι οἱ τσοπάνηδες, ποὺ εἶναι στὰ Τρίκορφα καὶ στ’ ἄλλα βουνά, κι ὁ Γεροθανάσης μαζί, δὲν ξέρουν τόσα γράμματα.
71. Στὸ μοναστήρι.
Στὸ ψηλὸ μοναστήρι τοῦ Ἁι-Λιά, ἔξω ἀπὸ τὴν αὐλόπορτα, στέκονται οἱ καλόγεροι καὶ κοιτάζουν μακριά. Οἱ κάμποι καὶ οἱ λόφοι ἁπλώνονται ἀπὸ κάτω, καὶ πιὸ πέρα λάμπει τὸ ποτάμι τῆς Ρούμελης σὰν ἀσημένιο. Κάπου κάπου ἕνας καλόγερος σηκώνει ἀργὰ τὸ χέρι καὶ δείχνει πέρα.
Πάντα στὸ ἴδιο ψήλωμα στέκονται τέτοιες ὧρες, ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ μπῆκαν στὸ μοναστήρι. Ἀγναντεύουν ἀπὸ κεῖ τοὺς τόπους ποὺ εἶναι πράσινοι τὸ χειμῶνα καὶ ξανθοὶ τὸ καλοκαίρι. Κι ἔτσι παρηγοριοῦνται ποὺ δὲ βλέπουν ἀνθρώπους. Πενήντα ὀχτὼ σωστὰ χρόνια κοιτάζει ἀπὸ κεῖνο τὸ ψήλωμα ὁ ἡγούμενος ὁ πάτερ-Ἰωσήφ...
«Κάποιοι μᾶς ἔρχονται» εἶπε ἕνας καλόγεροςˑ κι ἔδειξε μὲ τὸ χέρι του κάτι ἀνθρώπους, ποὺ ἀνέβαιναν τὸν ἀνήφορο πρὸς τὸν Ἁι-Λιά.
Εἶναι τὰ παιδιὰ μαζὶ μὲ τὸν κὺρ Στέφανο. Ἔρχονται στὸ μοναστήρι νὰ προσκυνήσουν, ὅπως τὸ ἤθελαν ἀπὸ τόσον καιρό.
Εὐχαριστήθηκε ὁ ἡγούμενος, ὅταν ἔφτασαν καὶ τοῦ εἶπαν πὼς ἔρχονται νὰ λειτουργηθοῦν.
«Κοπιάστε, τοὺς εἶπε, στὸ ἡγουμενεῖο».
Πρῶτα πέρασαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ νὰ προσκυνήσουν. Ἦταν παλιὰ ἡ ἐκκλησιά, ἴσαμε τετρακόσιων χρόνων. Ἄναψαν τὸ κερί τους, προσκύνησαν κι ὕστερα ἀνέβηκαν στοῦ ἡγουμένου.
«Τί νέα φέρνετε ἀπὸ τὸν κόσμο;» ρώτησε ὁ ἡγούμενος.
—«Ἀπὸ τὴν ἐρημιὰ ἐρχόμαστε, πάτερ» τοῦ ἀπάντησε ὁ κὺρ Στέφανος.
Καὶ διηγήθηκε σ’ αὐτὸν καὶ στοὺς καλογέρους ποὺ ἦρθαν ἐκεῖ, τὸ ταξίδι τῶν παιδιῶν στὸ βουνό. Οἱ καλόγεροι, ποὺ σπάνια βλέπουν ἀνθρώπους, ἄκουαν μὲ προσοχὴ τὶς ἱστορίες τῶν παιδιῶν, τὸ ἀνέβασμα στὸν Ἀραπόβραχο καὶ τὸ χάσιμο τοῦ Φάνη, σὰ ν’ ἄκουαν καλὸ παραμύθι.
Καὶ διηγήθηκε σ’ αὐτὸν καὶ στοὺς καλογέρους ποὺ ἦρθαν ἐκεῖ, τὸ ταξίδι τῶν παιδιῶν στὸ βουνό. Οἱ καλόγεροι, ποὺ σπάνια βλέπουν ἀνθρώπους, ἄκουαν μὲ προσοχὴ τὶς ἱστορίες τῶν παιδιῶν, τὸ ἀνέβασμα στὸν Ἀραπόβραχο καὶ τὸ χάσιμο τοῦ Φάνη, σὰ ν’ ἄκουαν καλὸ παραμύθι.
«Νὰ ποὺ ἔγινες καὶ σὺ μιὰ φορὰ ἐρημίτης σὰν κι ἐμᾶς» εἶπε ὁ πάτερ Δανιὴλ τοῦ Φάνη. Καὶ τὸν ἐχάιδεψε.
Ὁ κελάρης ἔφερε τὸ δίσκο μὲ τὸ γλυκὸ καὶ μὲ τὸ κρύο νερό. Κι ὅταν ξεκουράστηκαν τὰ παιδιά, βγῆκαν νὰ ἰδοῦν τὸ μοναστήρι. Γύρισαν στὸ περιβόλι, ποὺ τὸ φυτεύουν καὶ τὸ σκαλίζουν οἱ καλόγεροι. Πῆγαν στὶς συκιὲς κι ἔκοψαν γλυκὰ σῦκα. Εἶδαν πάρα πέρα τὶς καρυδιὲς καὶ τὶς βελανιδιές, εἶδαν καὶ τὰ ὀρθὰ κυπαρίσσια, ποὺ στέκουν ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια καὶ φυλάγουν τὸ μοναστήρι.
72. Ὁ ἑσπερινός.
Στὶς ἕξι τὸ δειλινὸ σήμανε ἡ καμπάνα.
Ὁ Φάνης μπῆκε στὴν ἐκκλησιὰ καὶ στάθηκε σὲ μιὰ γωνιά, κοντὰ σὲ στῦλο.
Ἐκεῖ ἦρθαν ὕστερα καὶ τ’ ἄλλα παιδιά. Ὁ κὺρ Στέφανος ἀνέβηκε σ’ ἕνα στασίδι. Ἡ ἐκκλησία ἦταν σκοτεινὴ κι εἶχε μιὰ εὐωδιὰ σὰν ἀπὸ βάγια.
Ὁ Φάνης ἔβλεπε στοὺς τοίχους καὶ στὸ θόλο παλιὲς ζωγραφιὲς ἁγίων. Τὸ πρόσωπό τους ἦταν μαυρισμένο ἀπὸ τὴν πολυκαιρία, μὰ τὸ φωτοστέφανο ποὺ εἶχαν γύρω στὸ κεφάλι τους έλαμπε.
Πρῶτος μπῆκε μέσα ὁ πιὸ γέρος ἀπ’ ὅλους τοὺς καλογέρους, ὁ πατερ-Ἰωσήφ, σκύβοντας τὴ ράχη καὶ τρέμοντας στὰ πόδια του. Μ’ ὅλα τὰ γερατειά του πέρασε ἀπ’ ὅλες τὶς εἰκόνες καὶ τὶς ἀσπάστηκε, τὴ μία κοντὰ στὴν ἄλλη, κατὰ τὴν τάξη τῶν ἁγίων, κρυφοψέλνοντας τὸ τροπάρι τοῦ καθενός. Ἔπειτα σύρθηκε στὸ στασίδι τοῦ ἀριστεροῦ ψάλτη καὶ κάθισε μὲ πολὺν κόπο.
Ὁ πατερ-Γαβριήλ, ὁ λειτουργός, ἄνοιξε ἀλαφρὰ τὴ δεξιὰ πόρτα τοῦ ἱεροῦ, ποὺ εἶχε ζωγραφισμένο τὸν ἀρχάγγελο μὲ τὸ ἀστραφτερὸ σπαθί, καὶ μπῆκε μέσα. Φόρεσε τὸ πετραχήλι του καὶ εἶπε: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Τότε ἄρχισε ὁ ἑσπερινός.
Ἔμπαινε στὴν ἐκκλησιὰ κάθε τόσο ἕνας καλόγερος πολὺ σιγά, σὰ νὰ ἦταν μιὰ σκιά, καὶ πήγαινε σ’ ἕνα στασίδι. Ἐκεῖ πιὰ στεκόταν ἀκίνητος, σαλεύοντας μόνο κάποτε τὸ χέρι γιὰ νὰ σταυροκοπηθῆ.
Ὁ πατερ-Ἀμβρόσιος ὁ ἁγιορείτης, ποὺ εἶχε τὴ λιγερὴ φωνὴ καὶ ἤξερε τὴν ψαλτικὴ ἀπὸ τὰ παλιὰ βιβλία, ἔψελνε χωρὶς νὰ κουνᾶ καθόλου τὸ κεφάλι οὔτε τὸ χέρι. Τὸ ἔλεγε ἀσάλευτος, σὰν κολόνα τῆς ἐκκλησιᾶς, γιατὶ ἔτσι ψέλνουν στὸ Ἅγιον ὄρος. Ἀπὸ τὸ ἀριστερὸ ἀπαντοῦσε ὁ πατερ-Ἰωσήφ. Μόλις ἀκουόταν ἡ φωνή του.
Ἅμα ὁ παπὰς εἶπε τὴν τελευταία εὐχή, οἱ καλόγεροι κατέβηκαν ἀπὸ τὰ στασίδια τους, σταυροκοπήθηκαν καὶ βγῆκαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ἕνας ἕνας.
Τελευταῖος ἔμεινε ὁ πατερ-Ἰωσήφ, κι ἄρχισε πάλι, τρέμοντας στὰ πόδια του, νὰ προσκυνᾶ τὶς εἰκόνες μὲ τὴ σειρά τους. Ἀφοῦ ἔκαμε ὥρα πολλὴ νὰ τὶς ἀσπαστῆ, βγῆκε ἀργοπατώντας καὶ κρυφολέγοντας τοὺς ψαλμοὺς μέσα στὰ χείλη του.
Ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τράβηξε πέρα στὸ περιβόλι, βρῆκε τὴν ἄσπρη γίδα του δεμένη στὸ φράχτη, καὶ τῆς ἔδωσε νὰ φάη ἕνα δροσερὸ κλαράκι. Ἔπειτα πῆγε καὶ κλείστηκε στὸ κελί του.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου