Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Τα ψηλά βουνά (27ο μέρος)


67. Ὁ Σπύρος βρίσκει κάτι χρήσιμο.

Ὁ Σπύρος ἦταν μὲ φουσκωμένη τὴν τσέπη. Κάτι ἔκρυβε μέσα καὶ δὲν ἔλεγε τίποτα. Ὁ Φουντούλης ὅλο κοίταζε τὴν τσέπη τοῦ Σπύρου καὶ στὸ τέλος τὸν ἐρώτησε.

«Ἀχλάδι εἶναι;»

«Αὐτὸ ποὺ εἶναι δὲν τὸ τρῶνε» ἀπάντησε ὁ Σπύρος. Κι ἔβγαλε ἀπὸ τὴν τσέπη του μιὰ πέτρα.

Ὅταν τὸν εἶδαν τ’ ἄλλα παιδιὰ ἀπὸ μακριά, εἶπαν γελώντας:

«Ὁ Σπύρος τώρα θὰ βάζη στὸ κουτί του καὶ λιθάρια».

Καὶ ὅμως, ἅμα πλησίασαν, εἶδαν πὼς δὲν ἦταν σὰν τὶς ἄλλες πέτρες αὐτὴ ποὺ μάζεψε ὁ Σπύρος. Ἦταν μαύρη πολὺ καὶ βαριά. Μὰ σὲ πολλὲς μεριὲς ἔλαμπε, σὰ νὰ ἦταν ἀσημένια.

«Μπορεῖ νὰ ἔχη σίδερο μέσα» εἶπε ὁ δασάρχης, ὅταν τοῦ ἔδειξαν τὴν πέτρα.

Καὶ τότε τοὺς εἶπε, πὼς μέσα στὴ γῆ εἶναι πολλὲς καὶ μεγάλες τέτοιες πέτρες ποὺ ἔχουν μέταλλο. Ἄλλες ἔχουν σίδερο, ἄλλες χαλκό, ἄλλες μολύβι. Ἀκόμη καὶ ἀσήμι καὶ χρυσάφι.

Τὸ βουνὸ τὰ δίνει αὐτὰ ὅλα.

Ἐνῶ ἄκουε ὁ Σπύρος ἐκεῖνα ποὺ ἔλεγε ὁ δασάρχης γιὰ τὰ μέταλλα, κοίταζε τ’ ἄλλα παιδιὰ καὶ καμάρωνε. Ἡ πέτρα του ἔδωσε ἀφορμὴ νὰ τὰ μάθουν αὐτά. Νὰ ποὺ βρῆκε κι ὁ Σπύρος ἕνα χρήσιμο πρᾶμα!



68. Ἡ θύελλα.

Ἀπέξω ἀπὸ τὸ μικρὸ σπίτι οἱ λοτόμοι εἶχαν στήσει ἐδῶ καὶ καιρὸ ἕνα πολὺ μεγάλο τραπέζι γιὰ νὰ τρῶνε.

Κανένα πλάνισμα καὶ κανένα στολίδι δὲν εἶχε. Ἦταν ὅλο ἀπὸ κλαδιὰ περιττά, καρφωμένα τὸ ἕνα κοντὰ στὸ ἄλλο. Μόνο ξύλα καὶ καρφιά.

«Οἱ λοτόμοι δὲν εἶναι μαραγκοί» εἶπε ὁ δασάρχης. «Καὶ ὅμως κοιτᾶτε, παιδιά, τί λεπτοκαμωμένο πρᾶμα ἔκαμαν ἀπὸ τὸ ἄχρηστο ξύλο».

Κάθισαν σ’ αὐτὸ τὸ τραπέζι, ὁ δασάρχης μὲ ὅλα τὰ παιδιά. Μαζί τους φώναξε νὰ καθίση κι ὁ πιὸ γέρος λοτόμος.

Ἐδῶ καὶ λίγη ὥρα εἶναι βαριὰ κουφόβραση. Ἔξαφνα συννέφιασε.

Τὴν ὥρα ποὺ εἶχαν τελειώσει τὸ φαγητό, τὰ παιδιὰ ἔνιωσαν στὸν ἀέρα μιὰ παράξενη μυρουδιά. Ἔρχεται θύελλα.

Γύρισαν καὶ κοίταξαν μακριά· τὰ πέρα βουνὰ εἶχαν χαθῆ.

Ὁμίχλη, σὰ χεροπιαστὸ μαλλί, εἶχε σταθῆ ἀνάμεσα τ’ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Ἡ θύελλα νόμιζες πὼς συλλογιζόταν ποῦ νὰ ὁρμήση.

Γιὰ μιὰ στιγμὴ τράβηξε κατὰ τὸν κάμπο, ἔπειτα ἄλλαξε δρόμο καὶ γύρισε πίσω κατὰ τὸ Χλωρό.

Τὰ δέντρα ἀνατρίχιασαν, ἔσκυψαν καὶ κάτι εἶπαν τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο.

Ἄστραψε. Πέντε χρυσὲς ὀχιὲς στριφογύρισαν, μὲ τὴν οὐρὰ στὴ γῆ καὶ τὴν κεφαλὴ στὸν οὐρανό.

Ὁ ἀέρας κρύωσε ἔξαφνα. Μεγάλο βουητὸ ἀκούστηκε. Ὥσπου νὰ τρέξουν μέσα στὸ σπίτι, ἡ θύελλα ἔφτασε, κι ἤθελε νὰ μπῆ.
Ἔσπρωχναν ἀπὸ μέσα τὰ παιδιὰ τὴν πόρτα, ἔσπρωχνε αὐτὴ ἀπέξω. Χρειάστηκε νὰ βάλουν ὅλα μαζὶ τὴ δύναμή τους γιὰ νὰ κλείσουν καὶ νὰ συρτώσουν.

Ἡ θύελλα τότε πῆγε ἀπὸ τὰ παράθυρα. Τὰ ἔσπασε καὶ τὰ δυό, τὰ πέταξε κάτω στὸ πάτωμα κι ἔχυνε μέσα σωροὺς νερό.

Ἀπὸ τὰ σπασμένα παράθυρα φάνηκε ἔξω χαλασμός. Νερὸ καὶ χαλάζι στριφογύριζε καὶ χόρευε. Ἦταν σὰ νὰ κυλοῦν βαρέλια γυάλινα. Ἔσπαζαν αὐτὰ καὶ κυλοῦσαν ἀπάνω τους ἄλλα, καὶ στὰ συντρίμματά τους ἄλλα.

Ἄκουες σὰν τρελὸ κρότο γυαλιῶν καὶ καρφιῶν.

Τὰ παιδιά, ποὺ τὰ κυνηγοῦσε τὸ νερὸ ἀπὸ τὰ παράθυρα, πήγαιναν στὶς γωνιὲς γιὰ νὰ φυλαχτοῦν. Μὰ ἤθελαν καὶ νὰ βλέπουν. Ἦταν γεμάτα φόβο καὶ θαυμασμό.

Ἀπέξω χτυποῦσαν δυνατὰ τὴν πόρτα πέντε λοτόμοι. Σὲ κάποιο φουντωτὸ δέντρο ἐκεῖ ἀπέξω εἶχαν κρυφτῆ καὶ γλίτωσαν. Τοὺς ἄνοιξαν καὶ μπῆκαν μέσα.

Ἡ θύελλα, ἀφοῦ πέρασε ἀπὸ κεῖ, ἔτρεξε πέρα στὴν ἄλλη ἄκρη ἀπὸ τὰ Τρίκορφα. Ἔτρεχε μυριάδες μέτρα στὸ λεπτό.

Ἔκοψε δέντρα στὴ μέση σὰ σπαθί, ξερίζωσε ἄλλα· μεγάλοι κορμοὶ ἔπεσαν κάτω, ἄλλοι ἔμειναν ὀρθοί, χωρὶς κλαρὶ καὶ φύλλο.

Ἕνα μικρὸ πεῦκο, ποὺ τὸ ἔβλεπαν νὰ παλεύη μὲ τὴ θύελλα, τώρα τὸ βλέπουν πάλι ὀρθὸ καὶ λυγερό.

Σὲ λίγα λεπτὰ τῆς ὥρας ἡ θύελλα ἦταν μακριά. Μόλις φαινόταν πέρα σὰν ἀχνός.

Τότε ξανάγινε γαλήνη. Φύλλο δὲ σάλευε. Τὰ δέντρα στάθηκαν σὲ προσευχή.



69. Ἡ θύελλα στὶς καλύβες τῶν παιδιῶν.

Πῶς πέρασε ὁ χαλασμός! Σὰ νὰ μὴν εἶχε γίνει τίποτα. Πάλι ὁ ἥλιος ἔλαμψε τὸ δειλινὸ κι ἀπὸ τὴ γῆ ἔβγαινε μιὰ εὐωδιά.

Τὰ παιδιὰ γυρίζουν πίσω, καὶ στὸ δρόμο μιλοῦν γιὰ τὴ θύελλα. Ἐκείνη τοὺς ἔρριχνε νερὸ ἀπὸ τὰ παράθυρα, κι αὐτὰ τὴν ἔβλεπαν ἀδιάφορα ἂν βρέχονταν κι ἂν κρύωναν.

Εἶναι βρεμένα τὰ φορέματά τους· μὰ τί εἶδαν! Μόνο γιὰ τὴ θύελλα ἄξιζε νὰ πᾶνε στὸ βουνό.

Τί νὰ γίνωνται οἱ καλύβες; Τί νὰ ἔγιναν τὰ παιδιὰ ποὺ ἄφησαν ἐκεῖ; Ὁ Κωστάκης, ὁ Γιῶργος, ὁ Σπύρος, ὁ Καλογιάννης, ὁ Φουντούλης; Πόσο τὰ συλλογίστηκαν, ὅταν ἔπεφτε ἡ μπόρα!

Κατεβαίνουν γρήγορα. Στὸ δρόμο κοιτάζουν τὴ γῆ. Μόλις ἦταν ὑγρή· εἶχε πιεῖ ὅλο τὸ νερὸ κι ἦταν διψασμένη.

Ἅμα ἀντίκρισαν τὶς κατοικίες τους, φώναξαν ἀμέσως γιὰ ν’ ἀκουστοῦν. Τὰ πέντε παιδιὰ ποὺ εἶχαν μείνει ἐκεῖ, βγῆκαν τὸ ἕνα ὕστερα ἀπὸ τ’ ἄλλο. Ἦταν σωστά, οἱ καλύβες ὅμως ὄχι.

Τρεῖς καλύβες ἦταν γκρεμισμένες καὶ σκόρπιες. Τὸ νερὸ συνεπῆρε τὰ κλαδιά τους μαζὶ μὲ πολλὰ πράματα ποὺ ἦταν μέσα.

Πῆρε μερικὰ σκεπάσματα, τὸ ράφι, δυὸ τενεκέδες καὶ δυὸ καρβέλια ψωμί. Τὸ κουτὶ τοῦ Σπύρου οὔτε ἡ θύελλα τὸ πῆρε.

Ὁ Σπύρος ὅμως τὸ πῆρε καὶ πέταξε μόνος του ὅλες τὶς σκουριὲς ποὺ εἶχε μέσα. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ βρῆκε τὴν πέτρα, συλλογίζεται νὰ μὴν ξαναμαζέψη πράματα ποὺ δὲ χρειάζονται.

«Καὶ σεῖς ποῦ κρυφτήκατε;» ρώτησε ὁ Μαθιός.

«Μᾶς ἔπιασε ὅλους μαζὶ ἐδῶ μέσα» ἀπάντησαν. «Φράξαμε τὴν πόρτα μ’ ἕνα στρῶμα, καὶ τὸ κρατούσαμε ὥρα πολλὴ μὲ δύναμη. Ἡ καλύβα ὅμως δὲν ἔσταξε καθόλου, κι ἔτσι γλιτώσαμε...»

Οἱ λοτόμοι ὅταν ἔστηναν τὶς καλύβες, εἶχαν φροντίσει ἀκόμη καὶ γιὰ τὶς μπόρες. Μιὰ καλύβα, τὴ μεγαλύτερη, τὴ σκέπασαν μὲ χράμι, ὑφασμένο ἀπὸ τραγίσιο μαλλί· αὐτὸ δὲν τὸ περνᾶ τίποτα.

Τὸ βράδυ, ἀπὸ ἕνα χωριάτη ποὺ πέρασε καὶ πήγαινε στὴν Πέτρα, ἔμαθαν πὼς ἡ θύελλα πιὸ κάτω ἔκαμε καταστροφή.

Πάει τὸ Πουρνάρι!

Μεγάλη νεροποντὴ ποὺ ἦρθε ἀπὸ τὶς ράχες, ἔπνιξε τὰ καλαμπόκια, τὰ καπνὰ καὶ τὰ τριφύλλια του. Τὸ νερὸ ποὺ κατέβασε ὁ χείμαρρος ἔσπασε ἕνα γεφύρι κι ἀπὸ κεῖ ὥρμησε μέσα στὸ χωριό. Ἔπεσαν σπίτια στὸ Πουρνάρι, πνίγηκαν γίδια καὶ πρόβατα, ἀκόμη κι ἀγελάδες. Λένε πὼς τρεῖς Πουρναρῖτες, ἐκεῖ ποὺ πάλευαν νὰ γλιτώσουν τὰ σπίτια των, τοὺς πῆρε τὸ νερό.

Ἀκούοντας αὐτὴ τὴν καταστροφὴ τὰ παιδιὰ ἔμειναν ἀμίλητα καὶ λυπημένα. Ὁ χωριάτης ὅμως κούνησε τὸ κεφάλι του καὶ εἶπε γιὰ τοὺς Πουρναρῖτες:

«Ἀφοῦ δὲν ἄφησαν ρίζα ξερὴ στὶς ράχες, ποιὸς τοὺς ἔφταιξε; Οἱ ἴδιοι τόφεραν τὸ νερὸ ποὺ τοὺς ἔπνιξε».

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα 100 βιβλία που πρέπει να έχεις διαβάσει πριν πεθάνεις - 48. «Η Αισθηματική Αγωγή» - Γκουστάβ Φλωμπέρ

Συνάξεις της Παναγίας την Παρασκευή της Διακαινησίμου - ΄Β Μέρος

Θανάσης Βέγγος - Ο πολύ καλός μας άνθρωπος

Σύναξη της Παναγίας της Ασίνου στην Κύπρο

14 σχεδιαστές αποχαιρετούν με σκίτσα τον δημιουργό του "Ποπάυ" και του "Τομ και Τζέρι"

Τα κόμματα που θα συμμετάσχουν στις εκλογές

Σεμπρεβίβα, το χρυσαφί λουλούδι της ελληνικής υπαίθρου που είναι πάντα ανθισμένο! Συμβολίζει την αιώνια αγάπη και συνδέεται με τον μύθο του Πάρη και της ωραίας Ελένης