Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Τα ψηλά βουνά (26ο μέρος)



63. Τ’ ὄνειρο τοῦ χωριάτη.

Ὁ Καλογιάννης ἔξαφνα φώναξε:

«Παιδιά! ὁ Λάμπρος!»

Γύρισαν κι εἶδαν ἐκεῖ παρακάτω στὴν πλαγιὰ τὸ μαῦρο κοπάδι, ποὺ ἔβοσκε καὶ προχωροῦσε. Ὁ Λάμπρος εἶχε μείνει πίσω καὶ τ’ ὡδηγοῦσε μὲ τὸ σφύριγμα.

Σφύριζε τόσο ὡραῖα! Νόμιζες πὼς ἀκοῦς χαρούμενη γαλιάντρα.

Τὰ γίδια ἄκουαν τὸ σφύριγμά του, κι ἐπειδὴ καταλάβαιναν πὼς τοὺς ἔλεγε νὰ πᾶνε μπροστά, προχωροῦσαν εὐχαριστημένα.

«Εἶναι τοῦ Γεροθανάση» εἶπαν τὰ παιδιὰ στὸ δασάρχη.

«Πόσα εἶναι; Μήπως ξέρετε;» ρώτησε ὁ δασάρχης.

«Ὁ Λάμπρος ποὺ τὰ βόσκει, λέει πὼς εἶναι καμιὰ διακοσαριά».

«Μὰ πῶς ὁ Γεροθανάσης μὲ τόσες χιλιάδες πρόβατα, ἔχει μόνο διακόσια γίδια! Δὲ σᾶς φαίνεται παράξενο;

»Ἔχει ὁ Γεροθανάσης τὸ λόγο του! Ἔχει ἀκούσει τ’ ὄνειρο τοῦ χωριάτη».

«Καὶ ποιὸ εἶναι τ’ ὄνειρο τοῦ χωριάτη;» ρωτοῦν τὰ παιδιά.

«Ἦταν ἕνας χωριάτης, ἄρχισε νὰ λέη ὁ δασάρχης, κι εἶχε μιὰ γίδα. Τὴν πήγαινε στὸ δάσος κι ἔβοσκε. Μιὰ μέρα ποὺ τὴν ἄρμεγε τί νὰ δῆ; Ἀντὶ γάλα, ἔβγαζε νερό. Τὸ νερὸ γέμισε τὴν καρδάρα, πλημμύρισε τὸν τόπο καὶ κατέβηκε με ὁρμὴ στοὺς κάμπους.

«Ἔλα, γιὰ ὄνομα τοῦ κυρίου» εἶπε ὁ χωριάτης τὴν ὥρα ποὺ πνιγόταν.

Γιατὶ αὐτὰ ὅλα στ’ ὄνειρό του τὰ εἶδε!

Ὅταν ξύπνησε, πῆγε σὲ δυὸ χωριάτες ἑκατὸ χρονῶν νὰ τοῦ ἐξηγήσουν τ’ ὄνειρο.

Ὁ ἕνας γέρος τοῦ εἶπε πὼς τὸ νερὸ θὰ εἶναι γάλα. Ὁ ἄλλος τοῦ εἶπε πὼς θὰ ἔχη νὰ κάμη μὲ δικαστήρια.

«Οἱ γέροι παραγέρασαν» εἶπε· «ἂς πάω νὰ δῶ τὸν ψάλτη, ποὺ διάβασε περισσότερα».

Πῆγε στὸν ἀριστερὸ ψάλτη καὶ τοῦ εἶπε τ’ ὄνειρο. Ἐκεῖνος ἔβαλε τὰ γυαλιά του, πῆρε ἀπὸ τὸ ράφι ἕνα μεγάλο βιβλίο, κι ἀφοῦ τοῦ τίναξε τὴ σκόνη, τὸ ἄνοιξε καὶ διάβασε δυνατά:

«Γίδα. Ἐὰν ἴδῃς εἰς τὸν ὕπνον σου γίδα, ἐὰν μὲν συμβαίνῃ καὶ εἶναι μαύρη ἡ γίδα καὶ ἔχῃ τὰ κέρατα γυριστά, τοῦτο σημαίνει ὅτι θέλεις λάβει ὀγρήγορα γράμμα συστημένον ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς σου ἀπὸ τὴν Ἀμερική».

Ἡ γίδα ἦταν τέτοια, ὁ χωριάτης ὅμως δὲν εἶχε κανένα συγγενῆ στὴν Ἀμερική.

Ὁ ψάλτης ἔβαλε τὰ γυαλιά του στὴν ἄκρη τῆς μύτης καὶ διάβασε ἄλλη σελίδα.

«Νερόν. Ἐὰν ἴδῃς νερὸν καὶ τρέχῃ ἀπὸ βρύσιν καὶ τὸ νερὸν κάμνῃ βροντὴν πολλὴν εἰς τὸ σταμνίον, τότε εἰς καβγὰν θέλει ἐμπλέξεις. Ἐὰν τὸ νερὸν τοῦτο τρέχῃ ἀπὸ αὐλάκι...»

«Ἀπὸ γίδα! φώναξε ὁ χωριάτης· τί λέει τὸ βιβλίο, ἅμα τρέχει νερὸ ἀπὸ γίδα;»

«Τὸ βιβλίο, εἶπε ὁ ψάλτης, δὲ λέει τίποτα σὲ τοῦτο τὸ ζήτημα, ἄν καὶ εἶναι χίλιων χρονῶν ὀνειροκρίτης, γραμμένος ἀπὸ τοὺς σοφοὺς τοῦ κόσμου».

Ὁ χωριάτης, ὅταν εἶδε πὼς καὶ τὸ βιβλίο δυσκολεύεται νὰ ἐξηγήση τ’ ὄνειρό του, τοῦ φάνηκε πὼς μεγάλο κακὸ θὰ τοῦ γίνη.

«Συμπέθερε! τοῦ εἶπε τότε κάποιος χωριάτης, τί κάθεσαι καὶ σκοτίζεσαι; Τὸ πρᾶμα εἶναι φανερό.

»Ἡ γίδα τρώει τὸ κλαρί. Τὸ κλαρὶ κρατεῖ τὰ χώματα καὶ τὰ χαλίκια στὶς ράχες. Ἅμα φαγωθῆ τὸ κλαρί, παίρνουν οἱ βροχὲς τὸ χῶμα καὶ τὸ χαλίκι καὶ τὸ πηγαίνουν στὸ χείμαρρο. Ὁ χείμαρρος φουσκώνει, κατεβαίνει στοὺς κάμπους καὶ καταστρέφει. Ἂν τὸ κλαρὶ εἶναι στὴ θέση του, δὲ γίνεται τίποτα ἀπ’ αὐτά. Νὰ λοιπὸν γιατί ἡ γίδα βγάζει νεροποντή. Σωστὰ τὰ εἶδες στὸν ὕπνο σου».

Τί σωστὸ ἦταν αὐτὸ τ’ ὄνειρο τοῦ φτωχοῦ ἀνθρώπου! Ὕστερ’ ἀπὸ τὴ φωτιὰ καὶ τὸ τσεκούρι, ἡ γίδα εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς ποὺ ἔχει τὸ δάσος».

«Ἀλήθεια;» ἔκαμαν τὰ παιδιά.

«Ἀγαπᾶτε τὴ γίδα» εἶπε ὁ δασάρχης. «Καὶ ποιὸς δὲν ἀγαπᾶ τέτοιο χαριτωμένο ζῶο! Ὅσο ὅμως ζωηρὸ εἶναι, τόσο καταστρέφει τὰ φυτά.

»Γυρεύει τὸ κλαρὶ καὶ διαλέγει πάντα τὴν κορυφή. Κατεβάζει τὸ κλωνάρι γιὰ νὰ τὸ φάη στὴν ἄκρη. Ἅμα δὲν τὸ φτάνει, ἀνεβαίνει στὸ δέντρο.

»Ἡ μανία της νὰ ζητᾶ τὶς τρυφερὲς ἄκρες φέρνει στὰ δέντρα καταστροφή. Γιατὶ στὴν ἄκρη τοῦ κλωναριοῦ εἶναι τὸ μάτι, τὸ μπουμπούκι ποὺ θὰ πετάξη τὸ βλαστάρι. Ἅμα ἡ γίδα τὸ κόψη, τὸ κλωνάρι δὲ μεγαλώνει πιὰ σὲ ὕψος.

»Ἄν τὸν καιρὸ ποὺ αὐτὰ τὰ δέντρα ἦταν μικρά, ἔβοσκε ἐδῶ ἕνα κοπάδι γίδια, δὲ θὰ εἴχαμε ποῦ νὰ καθίσωμε αὐτὴ τὴ στιγμή. Τὸ δάσος θὰ ἦταν ὅλο χαμόκλαδα».

«Κι ἂν περνοῦσαν πρόβατα;» ρώτησε ὁ Κωστάκης.

«Καὶ τὰ πρόβατα φέρνουν ζημία. Γιατὶ περνώντας ἀπὸ τὸ δάσος πατοῦν τὰ νέα δεντράκια ποὺ μόλις φυτρώνουν.

»Γι’ αὐτὸ τὰ κοπάδια δὲν πρέπει νὰ τὰ φέρνωμε ποτὲ κοντὰ στὸ δάσος, μὰ νὰ τὰ βόσκωμε στὰ λιβάδια, ὅπως κάνει ὁ Γεροθανάσης, ποὺ ἀγαπᾶ ἀληθινά τὰ δάση. Ποτὲ κατσίκι δικό του δὲ μᾶς ἔφαγε κλαρί».

«Ὁ Λάμπρος τὰ προσέχει» συλλογίστηκαν τὰ παιδιά.

«Τόσα χρόνια, καὶ δὲν πῆγε ποτέ του στὸ δικαστήριο.
Νὰ ἦταν ὅλοι οἱ τσοπάνηδες σὰν κι αὐτόν! Πῶς προστατεύει τὰ δέντρα ὁ Γεροθανάσης! Ἄν δῆτε στὸν ὕπνο σας καμιὰ γίδα ποὺ βγάζει νερό, νὰ ξέρετε πὼς δὲν εἶναι δική του. Οἱ δικές του βγάζουν μόνο γάλα».



64. Τὰ πεθαμένα δέντρα.

Εἶχαν περάσει ἀπὸ παλιὰ καμίνια, ὅπου ἔφτιαναν ἄλλες χρονιὲς κάρβουνα οἱ καρβουνιάρηδες. Ἐκεῖ στάθηκαν λίγο καὶ τοὺς ἐξήγησε ὁ δασάρχης τὸν τρόπο ποὺ γίνονται τὰ κάρβουνα.

Τοὺς εἶπε πὼς γιὰ νὰ κάμουν κάρβουνα, ρίχνουν πολλὰ ξύλα σ’ ἕνα μεγάλο καμίνι. Σκεπάζουν τὸ καμίνι μὲ χῶμα, ἀλλὰ τόσο καλά, ὥστε νὰ μὴν μπαίνη ἀέρας ἀπὸ πουθενά. Ὕστερα, ἀπὸ μιὰ τρύπα ποὺ ἔχουν ἀφήσει ἐπίτηδες, βάζουν φωτιὰ στὰ χωμένα ξύλα.

Τὸ καμίνι σκεπασμένο καίει σιγά, καὶ λίγο λίγο μὲ τὴ σιγαλὴ φωτιὰ τὰ ξύλα γίνονται κάρβουνα.

«Καὶ τὰ δέντρα;» ρώτησε ὁ Μαθιός.

«Ὅπως οἱ λοτόμοι ἔτσι καὶ οἱ καρβουνιάρηδες, εἶπε ὁ δασάρχης, κόβουν μόνο τὰ δέντρα ποὺ τοὺς λέμε ἐμεῖς νὰ κόψουν, κι ἔτσι δὲ χαλοῦν τὸ δάσος. Τὸ καλὸ ὅμως εἶναι, ποὺ τὰ περισσότερα κάρβουνα τὰ ἔχομε χωρὶς νὰ κόβωμε δέντρα. Τὰ βρίσκομε στὴ γῆ. Καὶ θὰ σᾶς πῶ τὸ γιατί.

»Ἐδῶ καὶ χιλιάδες χρόνια, τὰ δάση ἦταν τόσο πυκνά, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ μπῆ μέσα ζῶο νὰ βοσκήση.

»Μὲ δυσκολία ζοῦσαν ἐκεῖ λιοντάρια καὶ ἀρκοῦδες καὶ λύκοι, καὶ μεγάλα πουλιὰ μὲ φτεροῦγες θεόρατες καὶ με ἀτσαλένια νύχια.

»Ὅποιο θηρίο μποροῦσε ἔτρωγε τὸ μικρότερο γιὰ νὰ ζήση. Μέσα στοὺς λόγκους αὐτοὺς ὁ ἥλιος δὲν μποροῦσε νὰ μπῆ. Νύχτωνε ἀπὸ τὴν ἡμέρα.

»Τὰ δάση ἐκεῖνα γέρασαν καὶ τὰ δέντρα τους ἔπεσαν κάτω. Κι ἐπειδὴ ἄνοιξε ἡ γῆ ἀπὸ σεισμοὺς καὶ κατακλυσμούς, ἐκεῖνα χώθηκαν σὲ τάφους μεγάλους, πολλὲς ὀργιὲς βαθιά.

»Καθὼς περνοῦσαν τὰ χρόνια, ἄλλα δάση φύτρωναν, καὶ ψήλωναν κι αὐτὰ ὅπως τὰ πρῶτα, κι ὕστερα γερνοῦσαν καὶ πέθαιναν. Κι ἄνοιγε ἡ γῆ καὶ τὰ ἔθαβε. Καὶ πάλι ἄλλα φύτρωναν.

»Τί ἔγιναν ἐκεῖνα τὰ πεθαμένα δάση; Δὲ χάθηκαν. Σήμερα ποὺ σκάβομε πολὺ βαθιά, τὰ ξαναβρίσκομε. Δὲν εἶναι δέντρα ὅπως ἦταν. Τὰ ξύλα τους μέσα στὴ γῆ ἔγιναν κάρβουνα, σκληρὰ σὰν τὴν πέτρα καὶ μαῦρα κάρβουνα.

»Καὶ σήμερα ποὺ οἱ ἄνθρωποι εἶναι πολλοὶ κι ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ μεγάλες φωτιὲς γιὰ τὶς εργασίες τους, ἀνοίγουν τὴ γῆ καὶ βρίσκουν ὅσα κάρβουνα θέλουν.

»Μ’ αὐτὰ ἀνάβουν τὶς μηχανές, κινοῦν τὰ ἐργοστάσια, τοὺς σιδηροδρόμους καὶ τὰ βαπόρια. Συλλογιστῆτε πόσες εἶναι αὐτὲς οἱ μηχανὲς καὶ πόσα κάρβουνα χρειάζονται.

»Ποιὸς νὰ τὸ ἔλεγε πὼς ἐκεῖνα τὰ πεθαμένα δέντρα θὰ χρησίμευαν ὕστερα ἀπὸ χιλιάδες χρόνια! Καὶ ὅμως αὐτὸ εἶναι τὸ δάσος. Κάνει καλὸ στὸν ἄνθρωπο μὲ χίλιους τρόπους, σὲ ἀμέτρητο καιρό. Δὲν κουράζεται ποτέ· ζῆ καὶ μᾶς χρησιμεύει, πεθαίνει καὶ μᾶς χρησιμεύει.

»Γιὰ νὰ μᾶς δώση ὅμως τὸ δέντρο ὅσα μᾶς χαρίζει, πρέπει νὰ ζῆ μὲ χιλιάδες ἄλλα δέντρα. Γιατὶ ὅπως οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι καὶ τὰ δέντρα ζοῦνε πολλὰ μαζὶ στοὺς τόπους ποὺ θέλουν αὐτά, καὶ βοηθοῦν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο.

»Ἑνωμένα πολεμοῦν τὸ βαρὺ χειμῶνα καὶ τὸ καυτερὸ καλοκαίρι. Ἑνωμένα μεγαλώνουν, κάνουν μεγάλους κορμοὺς καὶ πετοῦν δυνατὰ κλαριά.

»Ἔτσι γίνεται στὰ ὕψη τῶν βουνῶν μιὰ μεγάλη πολιτεία, ποὺ τὴ λέμε δάσος. Αὐτὴ ἐδῶ!»



65. Στὸ νεροπρίονο.

Τὴν ὥρα ποὺ ὁ δασάρχης ἔλεγε αὐτά, εἶχαν μπῆ μέσα στὸ δάσος. Πρῶτα πέρασαν ὥρα πολλὴ μέσα ἀπὸ πεῦκα· ὕστερα ἀφοῦ προχώρησαν πιὸ ψηλά, μπῆκαν στὰ λυγερὰ καὶ τὰ ἴσια ἔλατα.

«Ἀκόμη ψηλότερα ἀπὸ δῶ, εἶπε ὁ δασάρχης, εἶναι ἕνα δάσος ἀπὸ ὀξυές· μὰ τώρα θὰ μείνωμε ἐδῶ στὸ πριόνι. Φτάσαμε».

Τὸ νεροπρίονο δούλευε ὅπως ἕνας μύλος. Τὸ νερὸ ἔπεφτε ἀπὸ ἕνα κανάλι, καὶ μὲ τὴν ὁρμή του κινοῦσε ἕνα μεγάλο ὀρθὸ πριόνι. Ὅλους τοὺς κορμούς, ποὺ ἔκοβαν οἱ λοτόμοι στὸ δάσος, τοὺς ἔφερναν ἐκεῖ. Τὸ πριόνι τοὺς ἔσκιζε κι ἔφτιαναν ἀπ’ αὐτοὺς τὴν ξυλεία· σανίδες, πάτερα, μαδέρια.

Πόση ξυλεία ἦταν ἐκεῖ! Τὴν εἶχαν στοιβαγμένη σὲ μεγάλους σωρούς· πάντα τὸ πριόνι ἔκοβε καὶ πάντα κουβαλοῦσαν.

Ἕνα κλαράκι βγαίνει στὴ γῆ, καὶ σὲ σαράντα πενήντα χρόνια δίνει αὐτὰ τὰ μεγάλα μαδέρια.

Πόσα καλὰ θὰ δώσουν στοὺς ἀνθρώπους αὐτὰ τὰ ξύλα! Τὰ πᾶνε γιὰ νὰ γίνουν σπίτια, καράβια, ἐκκλησίες, γεφύρια. Γιὰ νὰ κάμουν ἁμάξια, ἔπιπλα, κουτιά, βαρέλια, κουπιά, καλάθια, βιβλία.

Χίλια πράματα θὰ γίνουν μὲ τούτη τὴν ξυλεία, βαριὰ κι ἐλαφρά, ἀπὸ τὸ μεγαλύτερο ὡς τὸ μικρότερο· ἀπὸ τὸ κατάρτι τοῦ καραβιοῦ ὡς τὶς μικρὲς ξυλόπροκες ποὺ καρφώνουν τὰ παπούτσια.

Τί ἔπλασε ὁ ἥλιος κι ἡ βροχή! Τί μᾶς χαρίζει τὸ δάσος!

«Ἐλᾶτε νὰ δῆτε πῶς ταξιδεύουν τὰ ξύλα» εἶπε ὁ δασάρχης.

Πῆγαν ὡς τὴν ἄκρη καὶ κοίταξαν κάτω στὸν γκρεμό. Κάτω εἶδαν τὴ Ρούμελη. Ἀπὸ τὸ μέρος αὐτὸ ἡ Ρούμελη εἶχε πολὺ νερό, ἐπειδὴ τώρα ἐρχόταν ἴσια ἀπὸ τὴν πηγή της, δίχως νὰ χωρίζεται πουθενά.

Τὴ χαιρέτησαν ὅλοι, σηκώνοντας τὸ χέρι: «Γειά σου, Ρούμελη! Πάντα κοντά μας εἶσαι!»

Ἀπὸ τὴν κορυφὴ ποὺ ἦταν, ὡς κάτω στὸ νερό, οἱ λοτόμοι παρατοῦσαν τὰ κούτσουρα καὶ τὰ μαδέρια, καὶ κεῖνα κυλοῦσαν στὴ ράχη καὶ κατέβαιναν ὁρμητικὰ στὸ ρέμα.

Στὸ ρέμα πάλι τὰ παραλάβαιναν ἄλλοι λοτόμοι. Τὰ ἔρριχναν μέσα καὶ πηγαίνοντας αὐτοὶ στὶς ἄκρες τὰ συνώδευαν, καθὼς ταξίδευαν μέσα στὸ νερό. Ὅταν σταματοῦσαν σὲ τίποτα λιθάρια ἢ ὅταν μαζεύονταν πολλά, οἱ λοτόμοι τὰ βοηθοῦσαν πάλι νὰ γλιστρήσουν.

Τὰ πήγαινε ἔτσι ἡ Ρούμελη ὡς κάτω στὸν κάμπο, ὅπου γινόταν πλατὺ ποτάμι. Καὶ πάλι ἀπὸ κεῖ σιγὰ σιγὰ τὰ ταξίδευε ὡς τὴ θάλασσα. Ἐκεῖ τὰ ἔπαιρναν καὶ τὰ κουβαλοῦσαν στὸ ἐργοστάσιο.

«Ἀπὸ ἐδῶ τὸ βουνὸ πάει στὸ γιαλό» εἶπε ὁ δασάρχης στὰ παιδιά.

Τὰ ξύλα ποὺ ἔστειλαν στὸ ποτάμι αὐτὴ τὴν ὥρα οἱ λοτόμοι, θὰ χρησίμευαν γιὰ ἕνα καράβι. Ἦταν διάφορα ξύλα· ἀπὸ πεῦκα, ἀπὸ βαλανίδια, ἀπὸ ὀξυά.

Μαζὶ μὲ τὴν ἄλλη ξυλεία τοῦ καραβιοῦ κατέβαζαν ἀπὸ ἄλλο δρόμο δυὸ κορμοὺς ἀπὸ τετράψηλα ἔλατα, δεμένους πίσω ἀπὸ μουλάρια. Ἦταν τὰ κατάρτια του.

Στὸ θέαμα τοῦτο τὰ παιδιὰ ἔνιωσαν μιὰ ἐπιθυμία. Τοὺς ἦρθαν στὸ νοῦ τὰ κύματα καὶ τὰ ταξίδια ποὺ ἔχουν ακούσει, καὶ ἤθελαν νὰ πᾶνε, νὰ πᾶνε....

Ὁ Ἀντρέας κι ὁ Φάνης θυμήθηκαν τὴ θάλασσα ποὺ εἶδαν μὲ τὸ μεγάλο ἥλιο.

Τότε ἡ μάνα τοῦ πρωτομάστορα λοτόμου, μιὰ γριά, πολὺ γριά, ποὺ δὲν ἔβλεπε καθόλου τὸν κόσμο, καθισμένη σὲ μιὰ πέτρα τραγούδησε τὸ νέο καράβι μ’ αὐτὰ τὰ λόγια:



66. Τὸ τραγούδι στὸ νέο καράβι.

Χαιρετισμοὺς στὴ θάλασσα!

Στ’ ἀκρογιάλια χαιρετισμούς!

Νά! σὲ στέριωσαν κιόλας. Σὲ βλέπω. Ξεκίνησες.

Φορτωμένο εἶσαι μὲ τὸ ξανθὸ σιτάρι, μὲ τὸ χρυσὸ καλαμπόκι.

Φορτωμένο εἶσαι μὲ τὰ κίτρα καὶ τὰ πορτοκάλια, ποὺ τάθρεψεν ὁ ἥλιος.

Στὴν πλώρη ἔχεις τὸ σταυρό. Στὴν πρύμνη ἔχεις τὸ βαγγέλιο.

Κι ἀνάμεσα ἔχεις τὴν Παναγιὰ Παρθένα μὲ τὸ καντήλι της ἀναμμένο.

Ἄσπροι γλάροι σ’ ἀκολουθοῦνε. Ἀπάνω στὰ κατάρτια σου ξεκουράζονται.

Ἄσπρα χωριὰ σὲ βλέπουν ἀπὸ πράσινους λόφους.

Ἄσπρες ἀκρογιαλιές παρακαλοῦν νὰ πᾶς ν’ ἀράξης.

Μάνες κι ἀδερφές φωνάζουν νὰ σταθῆς νὰ πάρης χαιρετίσματα.

Τὰ κύματα πηδοῦν ἀπάνω σου σὰν ἄλογα μ’ ἄσπρη χαίτη.

Οἱ μαῦροι κάβοι καρτεροῦν νὰ σὲ ἁρπάξουν.

Μὰ οἱ ναῦτες ἔχουν σκαλώσει στὰ σκοινιά. Ὁ καπετάνιος εἶναι παλικάρι.

Σὰν τὸ δελφίνι ποὺ σ’ ἀκολουθεῖ, χορεύεις ἀπάνω στὴν πράσινη θάλασσα.

Θὰ φτάσης! θὰ φτάσης!

Καὶ θ’ ἀράξης ἀνάμεσα στὰ πολλὰ κατάρτια.

Χαιρετισμοὺς νὰ πῆς στὰ μεγάλα λιμάνια.

Χαιρετισμοὺς στὴν Πόλη νὰ πῆς!

Πάντα καλὸς νὰ εἶναι ὁ γυρισμός σου. Πάντα νὰ φέρνης θησαυρούς. Μαῦρο μαντίλι νὰ μὴ φορεθῆ γιὰ σένα.

Καλορίζικο! Καλοτάξιδο!


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα 100 βιβλία που πρέπει να έχεις διαβάσει πριν πεθάνεις - 48. «Η Αισθηματική Αγωγή» - Γκουστάβ Φλωμπέρ

Συνάξεις της Παναγίας την Παρασκευή της Διακαινησίμου - ΄Β Μέρος

Θανάσης Βέγγος - Ο πολύ καλός μας άνθρωπος

Σύναξη της Παναγίας της Ασίνου στην Κύπρο

14 σχεδιαστές αποχαιρετούν με σκίτσα τον δημιουργό του "Ποπάυ" και του "Τομ και Τζέρι"

Τα κόμματα που θα συμμετάσχουν στις εκλογές

Σεμπρεβίβα, το χρυσαφί λουλούδι της ελληνικής υπαίθρου που είναι πάντα ανθισμένο! Συμβολίζει την αιώνια αγάπη και συνδέεται με τον μύθο του Πάρη και της ωραίας Ελένης