Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Τα ψηλά βουνά (23ο μέρος)


57. Ὁ Κωστάκης μ' ἕνα παπούτσι.

Ὁ Κωστάκης εἶναι μ' ἕνα παπούτσι. Τὸ ἄλλο τὸ χάλασε χτὲς στὸ δρόμο ποὺ πῆγαν γιὰ τὸ Φάνη.
Ξεκαρφώθηκε ὅλο ἀπὸ κάτω καὶ χάσκει. Ὁ Κωστάκης σέρνει τὸ παπούτσι του σὰ νὰ εἶναι κουτσὸς ἢ γέρος. Δὲν μπορεῖ νὰ κάμη πολλὰ βήματα· τὸ παπούτσι ἀνοίγει καὶ κάνει: κλάπ, κλάπ!
Σπουδαῖο πρᾶμα τὸ παπούτσι... Τί ἀξίζει ὁ μπαλωματής! νὰ περνοῦσε τώρα ἕνας... Ἢ νὰ ἐρχόταν ἐκεῖνος ὁ μπαλωματὴς τοῦ Μικροῦ χωριοῦ, ὁ γέρος μὲ τὰ τρία δόντια! Θὰ χτυποῦσε πάλι μὲ τὶς γροθιές του τὸν ἀέρα καὶ θὰ τὸ ἔρραβε.

Φωνάζουν τὸ Σπύρο μήπως ἔχει καμιὰ πρόκα. Ὁ Σπύρος πάντα κάτι ἔχει. Βελόνες, καρφιά, κάτι τέτοια τὰ μαζεύει.
«Σπύρο! Σπύρο! Ἔχεις καμιὰ πρόκα;»
«Μεγάλη; μικρή;» λέει ὁ Σπύρος. «Γιὰ παπούτσι, γιὰ ξύλο, γιὰ τί τὴ θέλεις;»
«Τὸ παπούτσι μου ξεκαρφώθηκε».
«Τώρα νὰ κοιτάξω».
«Νάρθω κι ἐγώ;»
«Ὄχι, νὰ μὴν ἔρθεις».
Ὁ Σπύρος δὲν ἤθελε νὰ βλέπη κανεὶς ἄλλος τὸ κουτί του. Τὸ Σπύρο τὸν ἤξεραν ὅλοι πὼς εἶναι σφιχτοχέρης. Ὅ τι ἔχει τὸ κρύβει, καὶ μόνος αὐτὸς τὸ βλέπει.
Λένε πὼς ἔχει ἕνα κουτὶ μὲ διάφορα πράματα μέσα. Αὐτὸ τὸ κουτὶ τὸ βάζει σ’ ἕνα μέρος κρυφὸ στὴν καλύβα. Μόνο ἅμα λείπουν οἱ ἄλλοι τὸ ἀνοίγει. Τί νάχη μέσα;

Ὁ Κωστάκης, καθὼς εἶναι μ' ἕνα παπούτσι, πλησιάζει στὴν πόρτα σιγὰ σιγά, χωρὶς ν’ ἀκουστῆ. Βλέπει τὸ Σπύρο νὰ σηκώνη το στρῶμα καὶ νὰ βγάζη ἕνα παλιὸ κουτὶ ἀπὸ λουκούμια. Τὸ ἄνοιξε καὶ τὸ ἔψαχνε.
Κανένα παλιὸ καὶ σκουριασμένο πρᾶμα δὲν έλειπε ἀπὸ μέσα. Ἐκεῖ ἤταν τὸ παλιὸ καρφί, ἡ παλιὰ βελόνα, ἡ παλιὰ πρόκα, ἡ στραβὴ σακοράφα κι ἡ χαλασμένη πένα, τὸ ξερὸ καλαμάρι καὶ τὸ σπασμένο κουτάλι.
Ἦταν κι ἕνα κλειδὶ ἀπὸ κουτὶ σαρδέλας, ἕνα τενεκεδένιο σκέπασμα, μισὸ ψαλίδι, ἕνα σίδερο ποὺ δὲ φαίνεται πιὰ τί εἶναι, καὶ ἄλλες τέτοιες σκουριές.

«Σπύρο!» τοῦ φώναξε ὁ Κωστάκης.
Ὁ Σπύρος γύρισε ἔξαφνα. Ὅταν τὸν εἶδε, τοῦ κακοφάνηκε.
«Ἔλα, τὸ εἶδα τὸ κουτί σου» λέει ὁ Κωστάκης.
«Καὶ τί εἶδες;»
«Εἶδα τ’ ἀρχαῖα πούχεις. Γιὰ νὰ τὸ δῶ κι ἀπὸ κοντά».
Ὁ Σπύρος εἶχε μείνει μὲ τὸ στόμα καὶ μὲ τὸ κουτὶ ἀνοιχτό.
«Γι’ αὐτὸ λοιπόν, Σπύρο, περπατεῖς ὅλο σκυμμένος, γιὰ νὰ βρίσκης αὐτά; Ποῦ εἶναι οἱ πρόκες;»
Ὁ Σπύρος έδειξε πέντε πρόκες σκουριασμένες.
«Γιὰ νὰ τὶς πάρης, εἶπε, θὰ μοῦ δώσης μιὰ πένα τῆς χήνας».

Ὁ κὺρ Στέφανος εἶπε ὕστερα στὰ παιδιά: «Ξέρετε τὴν κίσσα;»
«Ὄχι».
«Εἶναι ἕνα πουλὶ ποὺ μοιάζει μὲ τὸ Σπύρο. Μαζεύει πράματα ποὺ δὲν τοῦ χρειάζονται· ὅ τι βρῆ: βελόνες, κουτιά, καρφιά, τενεκεδάκια, ἀκόμα καὶ δεκάρες. Αὐτὰ πάει καὶ τὰ κρύβει σὲ μέρος πολὺ μυστικό, καθὼς στὴ σκεπὴ τοῦ σπιτιοῦ· σὲ μιὰ τρύπα ποὺ δὲν πέφτει μάτι ἀνθρώπου».
«Καὶ τί τὰ κάνει;» ρωτᾶ ὁ Γιῶργος.
«Τίποτα, τί θέλεις νὰ τὰ κάμη; Μόνο ἔχει τὴ μανία νὰ τὰ μαζεύη. Καμιὰ φορὰ προσπαθεῖ νὰ τραβήξη καὶ βαριὰ ρούχα.
»Κι ὁ Σπύρος κάνει τὴ δουλειὰ τῆς κίσσας.
»Ἀπ’ ὅσα ἔχει μέσα στὸ κουτί, κανένα δὲν τοῦ εἶναι χρήσιμο».
Ὁ Κωστάκης, σκυμμένος μ' ἕνα σφυρί, προσπαθοῦσε νὰ καρφώση τὸ παπούτσι του μὲ τὶς πέντε πρόκες τοῦ Σπύρου. Μόλις τὸ κάρφωσε καὶ τὸ φόρεσε, κλάπ, ἄνοιξε κι ἔχασκε ὅπως πρῶτα. Οἱ πρόκες τοῦ Σπύρου ἦταν ἄχρηστες.
Ὁ Κωστάκης ἦταν πιὰ μ' ἕνα πόδι! Τότε πέντε παιδιά, τέσσερα κι ὁ Γκέκας πέντε, πῆραν τὸ παπούτσι τοῦ Κωστάκη καὶ τράβηξαν γιὰ τὸ Μικρὸ χωριό. Τὸ βράδυ τὸ ἔφεραν διωρθωμένο.
Μαζὶ μὲ τὸ παπούτσι ἔφεραν κι ἕνα νέο. Εἶπαν πὼς τὰ δόντια τοῦ μπαλωματὴ ἀπὸ τρία ἔγιναν δύο.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα 100 βιβλία που πρέπει να έχεις διαβάσει πριν πεθάνεις - 48. «Η Αισθηματική Αγωγή» - Γκουστάβ Φλωμπέρ

Συνάξεις της Παναγίας την Παρασκευή της Διακαινησίμου - ΄Β Μέρος

Θανάσης Βέγγος - Ο πολύ καλός μας άνθρωπος

Σύναξη της Παναγίας της Ασίνου στην Κύπρο

14 σχεδιαστές αποχαιρετούν με σκίτσα τον δημιουργό του "Ποπάυ" και του "Τομ και Τζέρι"

Τα κόμματα που θα συμμετάσχουν στις εκλογές

Σεμπρεβίβα, το χρυσαφί λουλούδι της ελληνικής υπαίθρου που είναι πάντα ανθισμένο! Συμβολίζει την αιώνια αγάπη και συνδέεται με τον μύθο του Πάρη και της ωραίας Ελένης