Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Τα ψηλά βουνά (20ο μέρος)
50. Περπατοῦν γιὰ τὸ Φάνη.
Τὸ γλυκοχάραμα ξεκίνησαν οἱ χτεσινοὶ σύντροφοι τοῦ Φάνη, κι ὁ Ἀντρέας μαζὶ μ’ αὐτούς.
«Νὰ κόψωμε δρόμο» εἶπε ὁ Ἀντρέας. «Νὰ πᾶμε ἴσα στὸν ἔλατο ἀπὸ δῶ».
Ἔκοψαν δρόμο κι ἔφτασαν στὸν ἔλατο.
Ὁ Ἀντρέας παρατήρησε ἀπὸ κεῖ ἀπάνω καλὰ ὅλους τοὺς γύρω τόπους.
«Ὁ Φάνης, εἶπε, βέβαια δὲ θάφυγε ἀπὸ δῶ γιὰ χαμηλὰ μέρη. Θὰ πῆγε σὲ κορφές, τὸν ξέρω ἐγώ. Λοιπὸν ἀπὸ δῶ νὰ τραβήξωμε».
Τράβηξαν μπροστά, μέσα ἀπὸ ὀξυὲς καὶ πουρνάρια, χωρὶς κανένα μονοπάτι, ἀνοίγοντας αὐτοὶ δρόμοˑ τὸ δρόμο ποὺ θὰ πήγαινε πρὸς τὸ Φάνη. Ποιὸς ἦταν αὐτὸς ὁ δρόμος;
Ἔφτασαν σὲ γυμνοὺς καὶ ἄγριους γκρεμούς. Αὐτοὶ οἱ γκρεμοὶ κατέβαιναν κάτω βαθιὰ καὶ σχημάτιζαν τὴ μεγάλη κλεισούρα. Ἡ φωνὴ ἐκεῖ ἀντιλαλοῦσε. Καὶ τὸ μάτι ἔβλεπε ὅλον αὐτὸ τὸ φοβερὸ γκρεμό.
«Ἄν ὁ Φάνης γλίστρησε ἐκεῖ πουθενὰ κι ἔπεσε καὶ πῆγε κάτω;»
Καθένας ἔκαμε αὐτὴ τὴ σκέψη, μὰ φοβόταν νὰ τὴν πῆ στὸν ἄλλο.
Ἀνέβηκαν ψηλὰ πρὸς τὸ φρύδι τῆς κλεισούρας. Ἔσκυβαν καὶ κοίταζαν κάτω, μὲ μεγάλη ὅμως προσοχή, πιασμένοι ἀπὸ πέτρες ἢ ἀπὸ καμιὰ ρίζα.
Δὲν μπόρεσαν τίποτα νὰ ἰδοῦν. Φώναζαν, μὰ ἡ φωνή τους κατέβαινε στὸ χάος τῆς κλεισούρας, χτυποῦσε στὶς πέτρες κι ὕστερα ἀνέβαινε καὶ τοὺς ἔφερνε τὸν ἀντίλαλο: «Φάνη!» Σὰ νὰ τοὺς ἔλεγε πὼς πρέπει ν’ ἀπελπιστοῦν.
Ποῦ νὰ πᾶνε; Νὰ κατεβοῦν κάτω στὸ βυθὸ τῆς κλεισούρας; Θὰ κινδύνευε ἡ ζωή τους. Ν’ ἀνεβοῦν ἀπάνω στὴ ράχη καὶ νὰ τραβήξουν πρὸς τὰ ἔλατα; Νὰ γυρίσουν πίσω καὶ νὰ πάρουν ἄλλο δρόμο;
Σταμάτησαν κι ἄρχισαν νὰ συλλογίζωνται. Στὸ ἄγριο ἐκεῖνο μέρος λιγόστευε τὸ θάρρος τους. Ἀλλιῶς ξεκίνησαν, ἀλλιῶς εἶναι τώρα.
Ἀποφάσισαν νὰ γυρίσουν πίσω, ἐκεῖ ποὺ εἶχαν ἀφήσει τὰ δέντρα, κι ἀπὸ κεῖ νὰ πάρουν ἄλλο δρόμο.
Γύρισαν καὶ περπατοῦσαν συλλογισμένοι. Πήγαιναν ὁ ἕνας πίσω ἀπὸ τὸν ἄλλο. Κανένας δὲ μιλοῦσε. Εἶχαν βαριὰ τὴν ψυχή. Ποτὲ δὲν ἔκαμε κακὸ σὲ κανένα τους ὁ Φάνης! Καὶ τώρα νὰ χαθῆ ἔτσι ἀπὸ μπρός τους; Πῶς θὰ πᾶνε πίσω χωρὶς αὐτόν;
«Παιδιά!» εἶπε ξαφνικὰ ὁ Ἀντρέας, καὶ στάθηκε.
Χοροπήδησε ἡ καρδιὰ τῶν ἄλλων. «Τι, τί; τί εἶδες;» τὸν ἐρώτησαν.
—«Ὄχι, δὲν εἶδα τίποτα, εἶπε· γιὰ πέστε μου ἕνα πρᾶμα. Ὅταν πήγαμε πρώτη φορὰ στὸ Μικρὸ χωριό, ποιὸς ἀπὸ σᾶς ἔδωσε τὰ παπούτσια του στὸν μπαλωματὴ καὶ τοὺς ἔβαλε πρόκες;»
—«Ἐγώ» εἶπε ὁ Μαθιός.
—«Κι ἐγώ» εἶπε ὁ Δημητράκης.
—«Πόσες πρόκες σᾶς ἔβαλε στὸ τακούνι; Θυμάστε;»
—«Τέσσερες».
—«Καὶ μένα τὸ ἴδιο».
—«Μὰ σ’ ὅλους ἔβαλε τέσσερες; Θυμάστε;»
—«Στὸ Γιῶργο ἔβαλε ἕξι» εἶπε ὁ Μαθιός. «Τόσες ἤθελε ὁ Γιῶργος. Καὶ στὸ Φάνη ἕξι».
—«Ἕξι καὶ στὸ Φάνη;» φώναξε ὁ Ἀντρέας. «Ἀλήθεια;»
—«Ναί, ναί, τὸ θυμοῦμαι».
Τότε ὁ Ἀντρέας, σκύβοντας κάτω μὲ προσοχή, εἶπε: «Νὰ οἱ ἕξι πρόκες τοῦ Φάνη».
Ἔσκυψαν κι εἶδαν ἀπάνω σὲ λίγο μαλακὸ χῶμα τυπωμένο ἕνα χνάρι παπουτσιοῦ. Τόσο καθαρὸ εἶχε βγῆ, ποὺ μποροῦσες νὰ μετρήσης ὅλα τὰ καρφιά του.
«Ἀπὸ δῶ πέρασε» εἶπε ὁ Ἀντρέας.
Ἄρχισαν ὅλοι νὰ πηδοῦν ἀπὸ τὴ χαρά τους.
«Σιγά» φώναξε ὁ Ἀντρέας. «Σιγά, μὴ μοῦ τὰ χαλάσετε. Πατᾶτε μὲ προσοχή. Τὸ πρῶτο χνάρι μᾶς ὁδηγεῖ. Εἴδατε; Τὸ πόδι εἶναι γυρισμένο ἀπὸ δῶ. Θὰ πῆ πὼς ἀπὸ δῶ πήγαινε. Μὰ ποῦ πήγαινε τάχα; Μήπως σ’ αὐτὸν τὸ βράχο;»
Κι ἔδειξε τὸν Ἀραπόβραχο.
Τὸν κοίταξαν, χωρὶς νὰ ξέρουν πὼς εἶναι ὁ Ἀραπόβραχος. Καὶ πήγαιναν πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο γυρεύοντας ἄλλα πατήματα.
51. Τὰ δῶρα τῆς ἡμέρας.
Ὁ Φάνης ξύπνησε μέσα στὴ νύχτα. Ἄ, πόσο τρόμαξε αὐτὴ τὴ φορά!
Τὰ δέντρα στὸ σκοτάδι θαρροῦσε πὼς ξεκίνησαν νὰ ἔρθουν ἀπάνω του. Τὰ ἔβλεπε ν’ ἀλλάζουν σχῆμα, νὰ γίνωνται ἄνθρωποι μαῦροι ποὺ ἑτοιμάζονται νὰ τὸν πάρουν.
Ἡ ψύχρα τὸν ἔκαμε νὰ μαζευτῆ στὸ θάμνο. Βύθιζε τὸ πρόσωπο στὰ φύλλα του, μὰ πάλι τὸ ἔβγαζε ἔξαφνα, καὶ κοίταξε μήπως ἔρχονται οἱ μαῦροι ἄνθρωποι.
Νὰ εἶχε ἕνα ροῦχο! Μιὰ στιγμὴ ἔνιωσε τὴ μητέρα του νὰ τοῦ ρίχνη σιγὰ σιγά, ἀπὸ τὰ πόδια ὡς τὸ λαιμό, ἕνα μαλακό, ζεστὸ σκέπασμα. Ἅπλωσε νὰ τὸ πιάση καὶ δὲν τὸ βρῆκε.
Κρυώνει καὶ θέλει νὰ κουνηθῆ. Μὰ μόλις σηκώθηκε, μαζεύτηκε πάλι. Ἄλλους ἴσκιους εἶδε ἀπὸ κεῖ νὰ ἔρχωνται.
Ὅλα τ’ ἄστρα εἶναι καὶ τώρα στὸν οὐρανό, καθὼς τὴν ἄλλη φορά. Ἀπόψε ὅμως δὲν τὰ βλέπει ὁ Φάνης.
Σ’ αὐτὴ τὴ θέση ποὺ βρίσκεται, θυμᾶται χίλια δυὸ πράματα. Ἔρχονται στὸ νοῦ του ὅλα μαζί: τα παιχνίδια ποὺ ἔπαιξε, τὸ περσινό του μάθημα, ἕνα φροῦτο ποὺ ἔκοψε κι ἔφαγε μικρός· μιὰ φωλιὰ ποὺ εἶχε βρεῖ.... Ὅλα πᾶνε κι ἔρχονται στὸ νοῦ του, ὅπως τὰ μυρμήγκια στὴ φωλιά. Βουίζει τὸ κεφάλι του.
Τὰ βλέφαρά του εἶναι ζεστὰ καὶ φουσκωμένα. Θέλει νὰ κοιμηθῆ πολύ.
Τέλος ἦρθε ὁ ὕπνος. Αὐτὴ τὴ φορὰ ἦρθε πιὸ βαρύς. Θὰ κοιμήθηκε ὁ Φάνης πέντε ὡς ἕξι ὧρες στὴ σειρά. Καταλάβαινε στὸν ὕπνο του πὼς κρύωνε, μὰ δὲν μποροῦσε νὰ σηκωθῆ.
Ὅταν ἄνοιξε τὰ μάτια του ξέχασε ὅλη του τὴ δυστυχία. Εἶδε τὴν ἡμέρα. Εἶδε δέντρα χρυσὰ ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ὅλα τὸν κοίταζαν σὰ φίλοι. Πουλιὰ τοῦ μιλοῦσαν· τὸ νερὸ δὲ φώναζε ἄγρια ὅπως τὴ νύχτα· τραγουδοῦσε.
Ὁ θάμνος του δὲν ἦταν πιὰ μαῦρος· εἶχε ἕνα ὡραῖο χρῶμα πράσινο βαθὺ καὶ γυάλιζε. Τὰ δυὸ δεντράκια του, δυὸ φουντωτὰ καὶ στρογγυλὰ πουρνάρια, τοῦ ἔλεγαν: «ἐδῶ εἴμαστε, Φάνη».
Σηκώθηκε, ἔτρεξε λίγο πάρα πέρα καὶ ξανάρθε. Πεινοῦσε πολύ· ἄνοιξε τὸ σακούλι του καὶ βρῆκε τὸ ψωμί του καὶ τὸ λίγο φαγητό του.
Ὅλες οἱ ἐλπίδες τοῦ ἦρθαν.
Νά, ἔτσι ν’ ἁπλώση τὸ χέρι, τοῦ φαινόταν πὼς θ’ ἄγγιζε τὶς καλύβες. Ἔφαγε καλὰ κι ἤπιε νερὸ ἀπὸ τὸ παγούρι του.
Ἔπειτα ξεχάστηκε κοιτάζοντας τὴν ἀπέναντι πλαγιά.
Συλλογιζόταν: «Θὰ σηκωθῶ, θὰ πάρω πάλι τὸν ἴδιο δρόμο, θὰ πάω, θὰ πάω καὶ θὰ κοιτάζω μόνο γιὰ τὸν ἔλατο. Ἂν μπορέσω καὶ βρῶ τὸν ἔλατο, ξέρω ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα νὰ πάω γιὰ τὶς καλύβες. Θὰ τοὺς βγῶ ἔξαφνα μπροστά».
Κοίταζε τὴ μεγάλη κατηφοριὰ ποὺ εἶχε περάσει χτές, κοίταζε τὰ χαλίκια, τὰ κόκκινα χώματα, τοὺς μικροὺς θάμνους.
«Μπά, εἶπε ἔξαφνα, τί εἶναι αὐτὰ ποὺ κατεβαίνουν; κατσίκια;»
Ἦταν οἱ σύντροφοί του. Ἦταν ὁ Ἀντρέας καὶ τ’ ἄλλα τέσσερα παιδιά. Ναί, ἔρχονται γι’ αὐτόν...
Δὲν μπόρεσε νὰ μιλήση ἀμέσως. Χτύπησε τὰ χέρια του στὸν ἀέρα σὰ δυὸ μεγάλα φτερά. Ὥρμησε τὸν κατήφορο· ἤθελε μ’ ἕνα πήδημα νὰ φτάση ἀπέναντι. Ἔπειτα στάθηκε καὶ τοὺς ἔβγαλε μιὰ φωνή, μιὰ μεγάλη φωνή.
Τὰ παιδιὰ τὸν ἄκουσαν. Τότε ἀπ’ τὴ μιὰ πλαγιὰ ὁ Φάνης, ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ σύντροφοί του ἔτρεχαν κάτω τρελὰ στὸ ρέμα, γιὰ ν’ ἀνταμωθοῦν. Πηδοῦσαν γκρεμίζοντας χώματα καὶ χαλίκια. Φωνὲς χαρούμενες ἀντιλάλησαν στὴν κλεισούρα:
«Ἐδῶ, ἐδῶ! Ἀπὸ δῶ, ἔλα, ἔλα!»

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου