Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Τα ψηλά βουνά (9ο μέρος) - Τα παιδιά φτιάνουν δρόμους & Έρχεται η αλεπού


20. Τὰ παιδιὰ φτιάνουν δρόμους.

Ὁ δρόμος δὲ γίνεται μόνο γιὰ λίγους ἀνθρώπους. Τὸν φτιάνουν λίγοι καὶ τὸν χαίρονται ὅλοι.
Ὁ δρόμος εἶναι γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Εἶναι γιὰ τὸν πλούσιο καὶ τὸ φτωχό, γιὰ τὸν ἄρχοντα καὶ τὸ ζητιάνο.
Μὲ τὸ δρόμο ἕνα βουνὸ ἀνταμώνει μὲ τὸ ἄλλο βουνό, μιὰ πολιτεία δίνει τὸ χέρι στὴν ἄλλη.
Εἶναι δρόμοι στρωτοί, πλατιοί, καὶ ἴσοι σὰν τοὺς δρόμους τῆς πόλης. Εἶναι δρόμοι στενοὶ καὶ δύσκολοι, ποὺ ἀνεβαίνουν τοὺς γκρεμούς, περνοῦν τὶς ρεματιὲς κι ἔρχονται στοὺς δροσεροὺς λόγκους.
Ἕνας τέτοιος δρόμος τοὺς ἔφερε δῶ, στὰ ψηλὰ βουνά! Ἀπὸ τότε κατάλαβαν τὰ παιδιὰ τί μεγάλο καλὸ εἶναι ὁ δρόμος.
Καὶ τώρα ποὺ ἐργάζονται νὰ φτιάσουν κι αὐτὰ κανένα δρόμο, δὲ βλέπουν τὴν ὥρα πότε νὰ τελειώση καὶ νὰ τὸν ἰδοῦν.
Βέβαια δὲν εἶναι δρόμος αὐτὸ ποὺ θὰ κάμουν, εἶναι μικρὰ μονοπάτια. Μὰ γιὰ τὴν κοινότητά τους αὐτὰ χρειάζονται. Δὲν εἶναι τάχα καὶ κεῖνα ἕνα ἔργο; Δὲ θὰ περάσουν κι ἄλλοι ἄνθρωποι ἀπὸ κεῖ;
Λογάριασαν πρῶτα πὼς τοὺς χρειάζεται ἕνα μονοπάτι νὰ πηγαίνουν στοὺς βλάχους. Αὐτὸ εἶναι ὁ σπουδαιότερος δρόμος τους, γιατὶ ἀπὸ τοὺς βλάχους προπάντων τρέφονται.
Ἕνα ἄλλο μονοπάτι πρέπει νὰ πηγαίνη στοὺς λοτόμους, κι ἕνα ἄλλο, νὰ τοὺς βγάζη στὸ δρόμο τοῦ Μικροῦ χωριοῦ.
Ἄν καταφέρουν αὐτὰ τὰ τρία μονοπάτια, θὰ ἔχουν συγκοινωνία.

Πόσες δυσκολίες βρῆκαν! Χρειάστηκε νὰ παλέψουν μὲ τὴ γῆ σὲ πολλὲς μεριές· ἐκεῖ ποὺ ἤθελαν νὰ περάσουν τὸ δρόμο, ἔβγαιναν ἐμπρὸς οἱ ρίζες ποὺ πετοῦν μακριὰ μερικὰ δέντρα.
Τὶς ρίζες αὐτές, ποὺ ἦταν χοντρὲς καὶ δυνατές, προσπαθοῦσαν νὰ τὶς κόψουν, γιὰ νὰ μὴ σκοντάβουν τὴ νύχτα. Χρειάστηκαν πριόνι, τσεκούρι καὶ πολὺν κόπο.
Ἀλλοῦ ἀπάντησαν μιὰ μεγάλη κατηφοριά, ἀπὸ κεῖνες ποὺ φτιάνουν τὰ νερὰ τῆς βροχῆς.
Τὸ μονοπάτι ἔπρεπε νὰ περάση ἀπὸ κεῖ. Μὰ μόλις τὸ ἔφτιασαν καὶ πάτησαν ἀπάνω, σωριάστηκε τὸ χῶμα. Πῶς νὰ τὸ κάμουν στερεό;
Σκέφτηκαν νὰ στερεώσουν τὸ μονοπάτι μ’ ἕνα μικρὸ τοῖχο ἀπὸ κάτω. Γιὰ νὰ χτίσουν ὅμως αὐτὸ τὸν τοῖχο, χρειάστηκαν πολλὰ πράματα, ποὺ δὲν τὰ εἶχαν φανταστῆ: πρῶτα πρῶτα, μιὰ βαριά, γιὰ νὰ κόβουν τὶς πέτρες. Δὲν τὴν εἶχαν, κι ἔστειλαν πάλι στὸν προεστὸ τοῦ Μικροῦ χωριοῦ, παρακαλώντας νὰ τοὺς δώση κι αὐτή.
«Θὰ κάμετε καὶ ξερολιθιά;» ρώτησε ὁ προεστός. «Χαρά στὴν ἐπιμονή σας, παιδιά μου!» Μὲ τὴν ἐπιμονή τους ἔγινε καὶ ὁ τοῖχος καὶ τὰ δυὸ μονοπάτια.

Κοντὰ σ’ αὐτὰ ἔκαμαν καὶ λίγη δουλειὰ μέσα στὴν κοινότητα.
Ὅλη τὴν πλατεῖα ποὺ ἦταν στρωμένη ἀπὸ τὰ ξερὰ πευκόφυλλα, τὴν καθάρισαν ἀπ’ αὐτά. Πρῶτα γιὰ νὰ περπατοῦν εὔκολα, κι ἔπειτα γιὰ ν’ ἀποφύγουν τὸν κίνδυνο τῆς φωτιᾶς· γιατὶ οἱ ξερὲς βελόνες τῶν πεύκων καὶ πολὺ γλιστερὲς εἶναι καὶ πολὺ εὔκολα παίρνουν φωτιά.
Ἔκαμαν ἀκόμη ἕνα πεζούλι γύρω στὰ πεῦκα τῆς τραπεζαρίας, γιὰ νὰ τρῶνε ἀναπαυτικά.
Διώρθωσαν καὶ τὸ μονοπάτι ποὺ πάει στὴ βρύση.

Στὸ τέλος ἔρριξαν μιὰ ματιὰ στὰ ἔργα τους καὶ τὰ καμάρωσαν.
«Εἴμαστε οἱ πρῶτοι, συλλογίστηκαν, ποὺ κάνομε δῶ ἀπάνω συγκοινωνία».
Μὰ ἦταν ἀλήθεια οἱ πρῶτοι; Ὄχι. Πολὺ πρωτύτερα ἀπ’ αὐτοὺς τὰ γίδια εἶχαν ἀνοίξει μονοπάτια στὸ μέρος ἐκεῖνο, γιὰ νὰ πηγαίνουν ὅλα μαζί. Τὰ γιδόστρατα ποὺ ἔβλεπαν παντοῦ, ἦταν δρόμοι κοινοτικοί, καμωμένοι ἀπὸ τὸ κοπάδι, γιὰ νὰ εὐκολύνεται στὴ βοσκή.

21. Ἔρχεται ἡ ἀλεπού.

Ἡ κυρὰ ἀλεποὺ ἀποφάσισε νὰ κάμη ἐπίσκεψη στὴν κοινότητα. Ἀφοῦ ἦρθαν ξένοι πῶς μπορεῖ νὰ μὴν τοὺς πῆ τὸ καλωσώρισες;
Κίνησε λοιπὸν ἀπὸ τὴν τρύπα της κι ἦρθε. Μέτρησε τὶς κατοικίες: μιά, δύο, τρεῖς.... πέντε.... ὀχτώ.
«Πωπώ, εἶπε, τί μεγάλη πολιτεία!»

Πλησίασε καὶ τὶς κοίταξε ἀπὸ κοντὰ μιὰ μιά. Ἔπειτα ἔβαλε τὸ αὐτί της ν’ ἀφουγκραστῆ.
Μόνο ἡ ἀναπνοὴ τῶν κατοίκων ἀκούστηκε. Ἦταν περασμένα μεσάνυχτα καὶ κοιμόνταν βαθιά. Τέτοια ὥρα κάνει ἡ ἀλεποὺ τὶς ἐπισκέψεις της. Περπατοῦσε σιγὰ πολύ, ἀπὸ εὐγένεια μήπως ξυπνήση κανένα. Εἶδε τὸ μαγειρειὸ κάτω ἀπὸ τὸ πεῦκο, κοίταξε τὴ μεγάλη κατσαρόλα ποὺ γυάλιζε ἀπὸ τὴν πάστρα, εἶδε τὴν κουτάλα βαλμένη στὴ θέση της, εἶδε καὶ τὴν πατσαβούρα.
«Ὅλα νοικοκυρεμένα» εἶπε. «Ἂς δῶ καὶ τὸ κοτέτσι, τόχουν καλά;»
Μόλις ἔβαλε στὸ στόμα δυὸ κότες, τὶς γνώρισε. «Αὐτὲς οἱ κότες, εἶπε, εἶναι ἀπ’ τὸ Μικρὸ χωριό».

Ὡς τώρα ἡ κοινότητα δὲ φρόντιζε νὰ φυλάξη τὴν περιουσία της. Τὰ καταστήματά της ἦταν ἀνοιχτά. Οὔτε ντουλάπι οὔτε συρτάρι πουθενά· οὔτ’ ἕνα κλειδί.
Ἡ ἀλεποὺ ὅμως δὲν τὸ βρῆκε σωστὸ αὐτό. Μιὰ πολιτεία πρέπει νὰ ἔχη κι ἕνα φύλακα.
Στὴ θέση αὐτὴ διωρίστηκε μοναχή της. Κι ἔκαμε πολὺ καλά· ποιὸς ἄλλος νὰ τὴν πάρη; μήπως τὸ κουνάβι, μήπως ἡ νυφίτσα; Αὐτοὶ δὲν εἶναι γιὰ τέτοια ὑπηρεσία. «Εἶναι λωποδύτες!» λέει ἡ ἀλεπού.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα 100 βιβλία που πρέπει να έχεις διαβάσει πριν πεθάνεις - 48. «Η Αισθηματική Αγωγή» - Γκουστάβ Φλωμπέρ

Συνάξεις της Παναγίας την Παρασκευή της Διακαινησίμου - ΄Β Μέρος

Θανάσης Βέγγος - Ο πολύ καλός μας άνθρωπος

Σύναξη της Παναγίας της Ασίνου στην Κύπρο

14 σχεδιαστές αποχαιρετούν με σκίτσα τον δημιουργό του "Ποπάυ" και του "Τομ και Τζέρι"

Τα κόμματα που θα συμμετάσχουν στις εκλογές

Σεμπρεβίβα, το χρυσαφί λουλούδι της ελληνικής υπαίθρου που είναι πάντα ανθισμένο! Συμβολίζει την αιώνια αγάπη και συνδέεται με τον μύθο του Πάρη και της ωραίας Ελένης