Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Τα ψηλά βουνά (8ο μέρος) - Οι επιγραφές του Καλογιάννη, Συγκοινωνία με κατοικημένους τόπους & Προμηθεύονται εργαλεία για τους δρόμους
17. Οἱ ἐπιγραφές τοῦ Καλογιάννη.
Σὲ μιὰ καλύβα κρέμασαν αὐτὴ τὴν ἐπιγραφή:
ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΝ
ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟΝ
ΛΑΧΑΝΟΠΩΛΕΙΟΝ
ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΛΛΑ
ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ
Δίκιο εἶχε ὁ Καλογιάννης ποὺ ἔκαμε τὴν ἐπιγραφή· γιατὶ ὅλη ἡ ἀγορὰ ἦταν ἐκεῖ μέσα. Εἶχαν ἕνα σακὶ ρίζι, ἕνα σακὶ μὲ ψιλὴ φακή, ἕνα μὲ πατάτες, δυὸ τενεκέδες λάδι, λίγη ζάχαρη καὶ πέντε κεφάλια τυρί.
Σ’ ἕνα ἄλλο πεῦκο κρέμασε τὴν ἐπιγραφή:
ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ «Η ΕΥΘΥΜΙΑ»
ΤΡΑΠΕΖΑΡΙΑ
ΘΕΑΤΡΟΝ
ΕΙΣ ΤΟ ΕΠΑΝΩ ΠΑΤΩΜΑ
Σὲ ἄλλο δέντρο ἔβαλε τὴν ἐπιγραφή:
ΣΦΑΓΕΙΑ
Αὐτὴ μπῆκε σὲ πολὺ μακρινὸ πεῦκο, γιατὶ τὰ σφαγεῖα βρίσκονται πάντα ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη.
Νὰ λοιπὸν μιὰ μικρὴ πολιτεία. Τί τῆς λείπει; Μόνο ἕνα δημαρχεῖο, ἕνας μεγάλος δρόμος, λίγοι χωροφύλακες καὶ μιὰ μουσική. Ὅσο γιὰ τὴν τελευταία, τὰ τζιτζίκια ἐδῶ εἶναι.
18. Συγκοινωνία μὲ κατοικημένους τόπους.
Καὶ τώρα ἔπρεπε νὰ γίνουν οἱ συγκοινωνίες μὲ τοὺς κατοικημένους τόπους γύρω.
Καθὼς ἕνας ἄνθρωπος εἶναι ἀδύνατο νὰ ζήση μοναχός, ἔτσι κι ἡ κοινότητα δὲν μπορεῖ νὰ ζήση μόνη της. Χρειάζεται μιὰ ἄλλη, γιὰ νὰ πουλῆ σ’ αὐτὴν ἢ ν’ ἀγοράζη ἀπ’ αὐτή.
Νὰ πουλήση ἡ δική μας δὲν ἔχει, γιατὶ δὲ βγάζει τίποτα.
Πρέπει ὅμως ν’ ἀγοράζη, γιατὶ τῆς λείπουν τρόφιμα.
Σήμερα σηκώθηκαν δέκα παιδιὰ νὰ πᾶνε στὸ Μικρὸ χωριὸ ν’ ἀγοράσουν κότες, αὐγὰ καὶ κρεμμύδια. Ἀφοῦ ρώτησαν πρῶτα ποῦ πέφτει, μὴν τύχη καὶ πάρουν ἄλλο δρόμο, ξεκίνησαν.
Σὲ μισὴ ὥρα βρῆκαν μιὰ χωριάτισσα φορτωμένη ξύλα.
«Ποῦ πέφτει, κυρά, τὸ Μικρὸ χωριό;»
—«Ἀπὸ δῶ τραβᾶτε, ὅλο ἴσα».
—«Κι ὕστερα;»
—«Ὕστερα θὰ βγῆτε στὴν ξέρα, καὶ θὰ βρῆτε τὸ δρόμο ποὺ πάει τὸν κατήφορο· ἀπὸ κεῖ πάρα κάτω, ποὺ χωρίζει ὁ δρόμος, θὰ πᾶτε δεξιά».
Τοῦτος εἶναι ὁ πρῶτος μακρὺς δρόμος ποὺ θὰ κάμουν. Τ’ αὐτιά τους τὰ εἶχαν τέσσερα. Ἔτσι τοὺς εἶπε ὁ Ἀντρέας: «Ἕνας λόγος «ἴσια» ἢ «δεξιὰ» ἔχει μεγάλη σημασία γιὰ τὸν ὀδοιπόρο. Τὸ μάτι του πρέπει νὰ σημαδεύη καλὰ τοὺς τόπους ποὺ περνᾶ, γιὰ νὰ μὴ χαθῆ».
Τὰ δέκα παιδιὰ βρῆκαν ὅ τι τοὺς εἶπε ἡ χωριάτισσα.
Ἀκολούθησαν τὸν κατηφοριαστὸ δρόμο, βρῆκαν τὸ χώρισμα, πῆραν τὸ δεξὶ μέρος. Ὁ δρόμος ἦταν πολὺ ἀνάποδος.
Ἀκολούθησαν τὸν κατηφοριαστὸ δρόμο, βρῆκαν τὸ χώρισμα, πῆραν τὸ δεξὶ μέρος. Ὁ δρόμος ἦταν πολὺ ἀνάποδος.
Περπάτησαν μιὰ ὥρα, καὶ τέλος φάνηκε τὸ χωριό, ἐκεῖ ποὺ τελειώνουν οἱ δυὸ γκρεμοὶ καὶ σχηματίζεται κάποιο ρέμα. Ἦταν σπίτια μαζεμένα σὰν ἥσυχα πρόβατα κάτω απὸ φουντωτὰ πλατάνια καὶ καρυδιές.
Μισὴ ὥρα πρὶν φτάσουν ἄκουσαν φιλονικία. Εἶδαν ἕνα γέρο κι ἕναν ἄλλο χωριανὸ νὰ φιλονικοῦν γιὰ τὸ δρόμο ποὺ ἦταν χαλασμένος.
«Εἶναι ἢ δὲν εἶναι δρόμος τῆς κοινότητας;» ἔλεγε ὁ γέρος.
—«Εἶναι».
—«Ἀφοῦ τὸν ἔχω δρόμο κι ἐγὼ και σὺ, ἀφοῦ εἶναι καὶ γιὰ τὸ δικό σου καὶ γιὰ τὸ δικό μου ζῶο καὶ πάει στὰ χωράφια ὅλων μας, δὲν πρέπει λοιπὸν ἐμεῖς νὰ τὸν διορθώσωμε στὸ χαλασμένο μέρος;»
—«Νὰ τὸν φτιάσουν οἱ ἀπάνω χωριανοί. Τί μοῦ κάθονται;»
—«Ἐκεῖνοι δούλεψαν προχτὲς στὴ βρύση καὶ θὰ κάμουν ἄλλες κοινοτικὲς δουλειὲς μεθαύριο. Σήμερα ἐμεῖς, αὔριο κεῖνοι, γιατί νὰ μαλώνωμε;»
—«Ὄχι, θάρθουν αὐτοὶ νὰ δουλέψουν».
—«Εἶσαι ζαβός, Παναγή» φώναξε ὁ γέρος. «Νά, ἐσὺ δὲν ἀφήνεις τὸ χωριὸ σὲ ὁμόνοια».
Καὶ τράβηξε τὸν κατήφορο θυμωμένος.
Ὁ γέρος αὐτὸς θὰ ἦταν φαίνεται ὁ προεστὸς τοῦ χωριοῦ.
19. Προμηθεύονται ἐργαλεῖα γιὰ τοὺς δρόμους.
Ὅταν ἔφτασαν τὰ παιδιά, βρῆκαν μεγάλη ἡσυχία στὸ χωριό.
Πολλοὶ χωριανοὶ ἔλειπαν στὰ κτήματα.
«Τόσοι λίγοι ἄνθρωποι ἐδῶ μέσα, εἶπε ὁ Ἀντρέας, καὶ νὰ μαλώνουν! Ποῦ νὰ ἦταν καμιὰ πολιτεία!»
Καὶ προχώρησαν στὸ μέρος ποὺ τὸ λένε «τὰ μαγαζιά». Ὅλα τὰ μαγαζιὰ ἦταν ἕνα μαγαζί.
Τρεῖς χωριανοὶ κουτσόπιναν μέσα. Οἱ κότες ἀπέξω τσιμποῦσαν τὴ γῆ, κι ἕνα σταχτὶ γαϊδουράκι στεκόταν ἀκίνητο σὰν ψεύτικο. Ὁ μπαλωματὴς μ’ ἕνα παπούτσι στὰ γόνατά του ἔδινε γροθιὲς στὸν ἀέρα.
«Νά, νὰ ὁ μπαλωματής!» φώναξαν τὰ παιδιά. «Ὅποιος δὲν ἔχει πρόκες στὰ παπούτσια του νὰ βάλη. Χωρὶς πρόκες ἐδῶ πάνω θὰ μείνωμε ξυπόλυτοι».
Μερικοὶ τὸν πλησίασαν, ἔβγαλαν τὰ παπούτσια τους καὶ ζήτησαν νὰ τοὺς βάλη καρφιά. «Μπάρμπα, εἶπαν, νὰ μᾶς πεταλώσεις».
Ὁ μπαλωματὴς γέλασε μὲ τὰ τρία δόντια του, πῆρε τὸ σφυρὶ κι ἄρχισε νὰ καρφώνη πρόκες στὰ παπούτσια τους.
Ἐκεί κοντὰ φάνηκε κι ὁ γέροντας ποὺ εἶχαν ἀπαντήσει στὸ δρόμο, καὶ τοὺς καλωσώρισε. Τοὺς εἶπε πὼς εἶναι προεστὸς τῆς κοινότητας, καὶ τοὺς ρώτησε γιατί ἦρθαν κι ἀπὸ ποῦ.
«Ἤρθαμε νὰ ψωνίσωμε» εἶπε ὁ Ἀντρέας. «Καθόμαστε ἀπάνω στὸ Χλωρὸ κι ἔχομε ἀνάγκη ἀπὸ κότες, ἀπ’ αὐγὰ κι ἀπὸ λαχανικά».
—«Μετὰ χαρᾶς νὰ τὰ πάρετε» εἶπε ὁ γέροντας. «Κότες δὰ ἔχομε πολλές».
—«Μερικὰ τσαπιὰ καὶ φτυάρια, μπορεῖτε νὰ μᾶς δανείσετε γιὰ μιὰ δουλειά;»
—«Ἄν σᾶς χρειάζωνται, εἶπε ὁ γέροντας, νὰ σᾶς τὰ δώσωμε».
—«Μᾶς χρειάζονται, γιατὶ ἡ δική μας κοινότητα δὲν ἔχει οὔτ’ ἕνα μονοπάτι. Θέλομε ν’ ἀνοίξωμε κανένα».
—«Μπά; Ἔχετε καὶ σεῖς κοινότητα;»
—«Ἐμεῖς εἴμαστε ἡ τελευταία τάξη τοῦ ἑλληνικοῦ, μὰ τώρα ποὺ ἤρθαμε στὸ δάσος καὶ ζοῦμε μαζὶ στὸ ἴδιο μέρος, κοινότητα τὴ λέμε τὴ συντροφιά μας. Ὅλα τάχομε μαζί».
—«Καὶ πόσοι θὰ δουλέψετε μὲ τὰ ἐργαλεῖα;»
—«Μερικοὶ ἀπ’ ὅλους ἢ ὅλοι μαζί, τὸ ἴδιο κάνει. Ἡ δουλειὰ μόνο νὰ γίνη».
—«Πωπώ! ντροπή!» ἔκαμε ὁ γέρος. «Μᾶς ντρόπιασαν τὰ παιδιά!»

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου