Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Τα ψηλά βουνά (6ο μέρος) - Πόλεμος μ’ ένα μαντρόσκυλο & ένα βλαχόπουλο που δε λέει πολλὰ λόγια.
13. Πόλεμος μ’ ἕνα μαντρόσκυλο.
Ὁ Δήμος κι ὁ Φάνης σηκώθηκαν καὶ πῆγαν γιὰ τοὺς βλάχους. Δεξιὰ τοὺς εἶχαν πεῖ πὼς εἶναι. Μπῆκαν στὰ δέντρα κι ἄφησαν τὸ μονοπάτι νὰ τοὺς βγάλη. Μὰ ὕστερα ἀπὸ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας τὸ μονοπάτι χάθηκε, ὅπως γίνεται συχνὰ στὸ δάσος. Ἔμοιαζε μὲ τὸν ἄλλον τόπο.
Γύρισαν ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, δὲν τὸ ξαναβρῆκαν. Προχώρησαν τότε χωρὶς δρόμο πρὸς ἕνα σημεῖο ποὺ φαινόταν ἕνας τόπος χωρὶς δέντρα. Ἐκεῖ τοὺς φάνηκε πὼς ἔβλεπαν κάτι καλύβες.
«Ἔεε!» φώναξαν.
Τρέχοντας ἐρχόταν τὸν ἀνήφορο κάποιος. Μὰ δὲν ἦταν ἄνθρωπος, ἦταν σκύλος. Ἀνέβαινε μὲ θυμό, καὶ νά, τοὺς βρέθηκε μπροστά.
Μόλις εἶδε ὁ Δῆμος πὼς τὸ μαλλιαρὸ τοῦτο μαντρόσκυλο, ἕνα ἀληθινὸ θηρίο, ἐρχόταν καταπάνω τους, ἅρπαξε μιὰ χοντρὴ πέτρα, κι ἄλλη μιὰ πῆρε στὸ ἀριστερό του χέρι.
Ὁ μαντρόσκυλος κατάλαβε πὼς μ’ αὐτὸν εἶχε νὰ πολεμήση.
Ὁ καημένος ὁ Φάνης φώναξε μονάχα «ὄξω, ὄξω», καὶ σήκωσε τὴ βέργα. Μὰ ἐνῶ ἔκανε πὼς φοβέριζε, εἶχε χλομιάσει κι ἦταν σὰ νὰ παρακαλοῦσε τὸ σκύλο: «μὴ μὲ τρῶς!»
Ὁ Δῆμος εἶδε πὼς κινδύνευαν κι ἔπρεπε νὰ γλιτώσουν. Σφεντόνισε λοιπὸν τὸ λιθάρι μὲ ὅλη του τὴ δύναμη.
Τὸ λιθάρι βρῆκε τὸ σκύλο στὴ ραχοκοκαλιά. Ὁ σκύλος φώναξε, ἔτρεξε στὴν πέτρα ποὺ ἔπεσε, τὴ δάγκασε μὲ μανία, σὰ νὰ ἤθελε νὰ τὴ ροκανίση, γύρισε πίσω καὶ ξαναρίχτηκε.
Ἅμα εἶδε ὅμως τὸ παιδὶ μὲ μιὰ πέτρα πάλι στὸ δεξί, ἕτοιμο νὰ τοῦ καταφέρη καὶ δεύτερη, ἔκοψε τὴ φόρα του.
Τὴν ἀντίσταση ὅλοι τὴ φοβοῦνται. Ὁ μαντρόσκυλος εἶχε νὰ κάμη μὲ παιδὶ ποὺ ὑπερασπίζει τὴ ζωή του. Ὁ Φάνης εἶδε τὴ στιγμὴ ἐκείνη, τί ἀξίζει τὸ θάρρος.
Πῶς τὸ ἤθελε, νὰ εἶχε ρίξει αὐτὸς τὴν πέτρα!
14. Ἕνα βλαχόπουλο ποὺ δὲ λέει πολλὰ λόγια.
Ἕνα βλαχόπουλο ἔτρεχε πρὸς τὰ κεῖ, φωνάζοντας τὸ σκύλο. Ἔφτασε, ἅρπαξε τὸ σκύλο ἀπὸ τὸ μαλλιαρό του λαιμό, καὶ σηκώνοντας τὴν ἀγκλίτσα του, ἔκανε πὼς θὰ τὸν τσακίση στὸ ξύλο.
Ὁ σκύλος κάθισε κάτω καὶ μαζεύτηκε. Τὸ βλαχόπουλο ἦταν ἕνα παιδάκι. Ὁ σκύλος δυὸ φορὲς σὰν αὐτό.
«Ποῦ εἶναι ἡ καλύβα τοῦ Γεροθανάση;» ρώτησαν τὰ παιδιά.
Τὸ βλαχόπουλο ἔδειξε μὲ τὸ χέρι τὶς καλύβες. Τοὺς ἀκολούθησε, κρατώντας τὸ σκύλο καὶ κατέβηκαν μαζί.
«Τί τὸν ἔχεις ἐσὺ τὸ Γεροθανάση;»
—«Παππούλη».
—«Ἐσὺ σὲ ποιὰ ἀπ’ ὅλες τὶς καλύβες κάθεσαι;»
Τὸ βλαχόπουλο ἀπάντησε καὶ πάλι μὲ τὸ χέρι. Τὸ σήκωσε κι ἔδειξε μιὰ καλύβα.
Στὴν πόρτα στεκόταν μιὰ κοπέλα.
Φοροῦσε τὰ τσαρούχια της, τὴ ζώνη της, τὴν κεντημένη της ποδιά. Εἶχε μαῦρα μάτια, τὰ ἴδια σὰν τοῦ μικροῦ τσοπάνη.
«Αὐτὴ ποιὰ εἶναι;» ρώτησαν τὰ παιδιὰ τὸ βλαχόπουλο.
—«Ἡ Ἀφρόδω».
—«Ἀδερφή σου εἶναι;»
—«Χά».
—«Ἔχεις κι ἄλλες ἀδερφές;»
—«Ἀχά».
—«Ὁ πατέρας σου εἶναι δῶ;»
Τὸ βλαχόπουλο πάτησε τὴ γλῶσσα του μέσα ἀπὸ τὰ δόντια κι ἔκαμε:
«Tσ!»
Δὲν ἦταν γιὰ πολλὰ λόγια. Πρῶτα ἔλεγε καμιὰ λέξη, τώρα ἔφτασε στὸ «χὰ» στὸ «τς». Θὰ πῆ πὼς ἡ κουβέντα ἔπρεπε νὰ σταματήση ἐδῶ. Γιατὶ πάρα πέρα δὲν εἶναι πιὰ παρὰ τὰ νοήματα.
Ὡστόσο ἡ καλὴ Ἀφρόδω καλωσώρισε τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς εἶπε νὰ περάσουν μέσα στὴν καλύβα.
Ὅταν τὴν εἶδαν ξαφνίστηκαν. Ἦταν τόσο νοικοκυρεμένη! Σπίτι ἀληθινό.
«Νὰ καλύβα, Φάνη, εἶπε ὁ Δῆμος, ὄχι σὰν τὶς δικές μας!»
Ἡ Ἀφρόδω χαμογέλασε.
«Νὰ εἴχαμε κι ἐμεῖς πρόβατα καὶ γίδια, εἶπε ὁ Φάνης, θὰ ἦταν κι ἡ δική μας καλή».
−«Ἐσεῖς ἔχετε κάτω σπίτια, εἶπε ἡ βλαχοπούλα, ποὺ εἶναι θεμελιωμένα· κι ἔπειτα ξέρετε καὶ τὰ γράμματα, ποὺ δὲν τὰ ξέρομε μεῖς. Λάμπρο, γιατί κάθεσαι στὴν πόρτα; ἔλα μέσα νὰ δῆς τὰ καλὰ παιδιά».
−«Τσ!» ἔκαμε πάλι ὁ Λάμπρος, κι ἔσκυψε τὸ κεφάλι, σκάβοντας τὴ γῆ μὲ τὸ τσαρούχι του. Ὕστερα πῆρε τὴν ἀγκλίτσα του κι ἔφυγε.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου