Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Τα ψηλά βουνά (16ο μέρος)


40. Τὸ μαῦρο τραγάκι.

Ὁ Λάμπρος ἦρθε στὸ μάθημα καὶ προχτὲς καὶ χτὲς καὶ σήμερα.

Κοιτάζει τὸ ρολόγι του κι ἔρχεται ταχτικὰ τὴν ἴδια ὥρα. Τὸ ρολόγι τοῦ Λάμπρου εἶναι μιὰ ξερὴ ἀγριαχλαδιά. Στὶς δέκα τὸ πρωὶ πέφτει ὁ ἴσκιος της ἀπάνω στὸ σημάδι. Τότε ξεκινᾶ ὁ μαθητὴς τρέχοντας κι ἔρχεται στὸ Δημητράκη.

Δόξα σοι ὁ Θεός, τὰ γίδια τὴν ἄλλη φορὰ τὰ μάζεψε, ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα. Ἕνα τραγάκι, ἕνα μαῦρο τραγάκι, δὲν μπόρεσε νὰ τὸ βρῆ πουθενά.

Ὅταν τὸ εἶπε τοῦ παπποῦ, τὸν ἔπιασε μεγάλος θυμός.

«Νὰ πᾶς πίσω νὰ μοῦ βρῆς τὸ τραγάκι. Ὅ τι ἔχω κεῖνο τὸ μικρό, δὲν ἔχω ὅλο τὸ κοπάδι!»

Ὁ Λάμπρος τὴν ἄλλη μέρα πρωὶ πρωὶ πῆγε πίσω, κι ἄρχισε ν’ ἀνεβαίνη πάλι ὅλους τοὺς γκρεμούς. Ἔψαξε στοὺς θάμνους, ἔρριξε πέτρες παντοῦ, σφύριξε, φώναξε «τσέπ! τσέπ! τσέπ!» τίποτα. Εἶχε ἀπελπιστῆ.

Τὴ στιγμὴ ποὺ κίνησε νὰ φύγη, τὸ τραγάκι πρόβαλε ἀπὸ μιὰ πράσινη τούφα. Οὔτε κινήθηκε οὔτε βέλαξε· μόνο τὸν κοίταξε.

Ἦταν ξεχασμένο μέσα στὸ ἄγριο κλαρί. Μιὰ νύχτα ἔζησε στὸ πουρνάρι καὶ στὴν κουμαριά, καὶ ξέχασε καὶ κοπάδι καὶ βοσκό.

Ὁ Λάμπρος τὸ κυνήγησε λίγο, τὸ τσάκωσε ἀπὸ τὸ πίσω πόδι μὲ τὴν γκλίτσα του, τὸ πῆρε στὸν ὦμο καὶ τὸ ἔφερε πίσω.

Ὅταν τὸ εἶδε ὁ Γεροθανάσης χάρηκε, μ’ ὅλες τὶς ἕξι χιλιάδες τὰ ζωντανά του.

Ἀφοῦ τὸ ἅρπαξε ἀπὸ τὰ μικρά του κέρατα καὶ τὸ ἔφερε στὰ γόνατά του, φώναξε τάχα σὰ θυμωμένος:

«Φέρε γρήγορα τὸ μαχαίρι νὰ τὸ σφάξω». Τὸ τραγάκι βέλαξε: «μέε..μέεεε..» Καὶ τὸ χνότο του, καθὼς ἄνοιξε τὸ στόμα, μοσκοβόλησε ἀπὸ τὸ ἄγριο κλαρί.

«Τί εἶπες;» φώναξε ὁ Γεροθανάσης, σηκώνοντας τὸ χέρι σὰ νὰ κρατοῦσε τάχα μαχαίρι. «Νὰ μὴ σὲ σφάξω εἶπες; Ὄχι, θὰ σὲ σφάξω, τώρα κιόλας! Στὶς μυρουδιὲς μοῦ ξεχάστηκες, ἔ; Ἄγγιχτη κουμαριὰ μούθελες! Ἂς εἶναι, ἃς ἔχης χάρη σήμερα. Ξέρω γώ! θὰ σὲ σφάξω στὸ γάμο τῆς Ἀφρόδως».

Ἕτσι εἶπε καὶ τ’ ἀπόλυσε νὰ πάη μαζὶ μὲ τ’ ἄλλα.

Ὄχι, δὲ θὰ τὸ σφάξη οὔτε στὸ γάμο τῆς Ἀφρόδως. Ἂς εἶναι ἄταχτο· ξέρει ὅμως νὰ κυνηγᾶ τὶς εὐωδιές· ξέρει νὰ βρίσκη τὸ ἄγγιχτο κλαρί.

Ὁ Γεροθανάσης τὸ ἔχει στὴν καρδιά του. Μιὰ μέρα φαίνεται πὼς θὰ τὸ κάμη κεσέμι!



41. Τὸ τραγούδι τῆς Ἀφρόδως.

Ἡ Ἀφρόδω ἦρθε σήμερα μαζὶ μὲ τὸ Λάμπρο, νὰ δῆ τ’ ἀδέρφια της. Ἕναν ἀδερφὸ εἶχε, τὸ Λάμπρο, καὶ τώρα ἔγιναν εἰκοσιέξι!
Μὰ καὶ τὰ παιδιὰ ποτὲ δὲν ἔλεγαν πὼς θὰ ἔβρισκαν ἐκεῖ ἀπάνω τόσο καλὴ ἀδερφή.

Ἐδῶ καὶ τρεῖς μέρες τοὺς εἶπε τὸ πιὸ καλὸ παραμύθι. Εἶπε γιὰ ἕνα κάστρο ποὺ εἶχε πόρτες ἀτσαλένιες καὶ κλειδιὰ ἀργυρά· γιὰ τῆς Ὡριᾶς τὸ κάστρο.

Προχτὲς τραγούδησε στὸ Φάνη καὶ στὸ Δημητράκη ἕνα τραγούδι ποὺ ἄρχιζε μὲ τὰ λόγια: «Ἀπόψε νειρευόμουνα». Τὸ εἶπε χαμηλοβλέποντας καὶ κοιτάζοντας τὴ ρόκα.


Ἀπόψε νειρευόμουνα
—μητέρα, μητερίτσα μου—

ψηλὸν πύργον ἀνέβαινα,
σὲ περιβόλι ἔμπαινα·

καὶ δυὸ ποτάμια μὲ νερό,
—ξήγα, μητέρα μ’, τ' ὄνειρο!...


Νὰ εἶχε δεῖ καὶ κείνη τέτοιο ὄνειρο; Ἦταν κάτι λυπητερὸ σ’ αὐτὸ τὸ τραγούδι. Μὰ ὅταν τὸ τελείωσε, χαμογέλασε. Κι ἅμα ἡ Ἀφρόδω χαμογελάση, ὅλα εἶναι καλά.

Τόσο τὴν ἔχουν ἀδερφή, ποὺ σήμερα τὴν ἔβαλαν σὲ ράψιμο.

«Ράψε, Ἀφρόδω, τοῦτο τὸ κουμπί».

—«Ράψε μου τὸν ἀγκῶνα ποὺ σκίστηκε».

Ὅσο κι ἂν εἶχαν μάθει στὴν ἐρημιὰ νὰ ράβωνται μόνοι τους, ἤθελαν τὸ ράψιμο τῆς Ἀφρόδως. Πάντα πιὸ καλὰ ράβουν οἱ γυναῖκες. Ἡ Ἀφρόδω κάθισε καὶ μπάλωσε δυὸ τρεῖς. Ἄν μπορῆ νὰ μπαλωθοῦν δασοφύλακες! Ὕστερα πῆρε τὴ ρόκα κι ἄρχισε νὰ γνέθη.

«Τώρα νὰ μᾶς πῆ κανένα παραμύθι!» συλλογίστηκαν τὰ παιδιά.

Ὄχι δὲν τοὺς εἶπε παραμύθι· τοὺς εἶπε τὴν ἱστορία τοῦ Γιάννη ἀπὸ τὸ Πουρνάρι. Μιὰ ἱστορία ποὺ τὴν ξέρουν ὅλοι, μεγάλοι καὶ μικροί.



42. Ἡ ἱστορία τοῦ Γιάννη ἀπὸ τὸ Πουρνάρι.

Βλέπετε κεῖ κάτω μακριά, εἶπε ἡ Ἀφρόδω, κάτι χωράφια ποὺ κιτρινίζουν;

Ἐκεῖ ἦταν ἕνας πεῦκος· μὰ τί πεῦκος! Ἕκρουε στὰ οὐράνια, ποὺ λέει ὁ λόγος. Ὁ ἴσκιος ποὺ ἔρριχνε, μαύριζε σὰν τὸ χράμι ποὺ εἶναι ἀπὸ τράγιο μαλλί. Ἀπὸ κάτω μποροῦσε νὰ σταλίση ἕνα κοπάδι.

Πουλὶ πετούμενο δὲν περνοῦσε ἀπὸ μακριὰ δίχως νάρθη ν’ ἀγγίξη τὴν κορφή του.

Οἱ σταλαματιὲς ἀπὸ τὸ ρετσίνι του σὰν κεχριμπάρια· τὸ φύσημά του ποτάμι· ἡ δροσιά του γιάτρευε λαβωμένο.

Λένε πὼς μέσα στὸ κορμί του κοιμόταν μιὰ νεράιδα· ἔτσι λένε. Μεγαλύτερος πεῦκος δὲ φάνηκε πουθενά· τὸν θυμοῦνται δὰ ἐκεῖνοι ποὺ γέρασαν. Κι ὁ παππούλης κάθισε στὸν ἴσκιο του.

Ὥσπου ἦρθε μιὰ χρονιὰ ὁ Γιάννης ἀπὸ τὸ Πουρνάρι, καὶ τὸν πελέκησε μὲ τὸ τσεκούρι γιὰ ρετσίνι. Καὶ τὴν ἄλλη χρονιὰ πάλι τὸν πελέκησε. Κι ἅμα ἔβγαλε δυὸ χρόνια τὸ ρετσίνι, ὁ Γιάννης ἄρχισε νὰ μετρᾶ τὰ κούτσουρα ποὺ θὰ εἶχε, ἂν τὸν ἔκοβε ὁλότελα.

Τὴν τρίτη χρονιὰ τὸν γκρέμισε. Καὶ πῆγε στὴ μάνα του καὶ τῆς εἶπε: «Μάνα, καλὸ χειμῶνα θὰ περάσωμε. Τὸ μισὸν πεῦκο θὰ τὸν κάψωμε ἐμεῖς στὸ τζάκι, τὸν ἄλλο θὰ τὸν πουλήσωμε στὰ Δυὸ Χωριά».

Κίνησε νὰ πάη στὰ Δυὸ Χωριά, νὰ βρῆ τοὺς μαστόρους νὰ τοὺς πῆ πὼς ἔχει ξύλο γιὰ πούλημα. Πέρασε ἕνα μερόνυχτο, δὲν ἔφτασε. Πέρασαν τρεῖς μέρες, δὲν ἔφτασε. Πέρασε ἕνας μῆνας, κι ἦταν ἀκόμα στὸ δρόμο.

Ὁ πεῦκος, λένε, τὴν ὥρα ποὺ ἔπεφτε τὸν καταράστηκε. Καὶ σὰν εἶχε τὴν κατάρα τοῦ πεύκου, δὲν μποροῦσε ὁ Γιάννης νὰ βγῆ ποτὲ ἀπὸ τὸν κάμπο. Γιατὶ τὰ δέντρα, βλέποντάς τον, περπατοῦσαν κι ἔφευγαν. Κι ὁ λόγκος ὅλο τραβοῦσε μακριά. Κι ὁ Γιάννης ὅλο ἀπόμενε στὰ ξερολίβαδα.

Δίψα εἶχε, σταλιὰ δὲν εἶχε νὰ δροσιστῆ. Καὶ περνοῦσαν τὰ καλοκαίρια καὶ τὸν ἔκαιαν, κι οἱ χειμῶνες καὶ τὸν πάγωναν. Κι ὁ Γιάννης περπατοῦσε κι ἦταν πάντα στὸν ἴδιον τόπο. Ὥσπου σωριάστηκε.

Καὶ τοῦ ἔβγαλαν κι ἕνα τραγούδι, ποὺ λέει ὅλη αὐτὴ τὴν ἱστορία. Ἔχει καὶ σκοπό. Μὰ ὅσο γιὰ τὰ λόγια, ἐγὼ δὲν τὰ ξέρω· στὰ χαρτιὰ θὰ τὰ βρῆτε· γιατὶ πέρασε στὰ χαρτιὰ αὐτὴ ἡ ἱστορία.

Τὸ τραγούδι τοῦ Γιάννη ἀπὸ τὸ Πουρνάρι ἔτσι τὸ λένε τὰ χαρτιά:

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα 100 βιβλία που πρέπει να έχεις διαβάσει πριν πεθάνεις - 48. «Η Αισθηματική Αγωγή» - Γκουστάβ Φλωμπέρ

Συνάξεις της Παναγίας την Παρασκευή της Διακαινησίμου - ΄Β Μέρος

Θανάσης Βέγγος - Ο πολύ καλός μας άνθρωπος

Σύναξη της Παναγίας της Ασίνου στην Κύπρο

14 σχεδιαστές αποχαιρετούν με σκίτσα τον δημιουργό του "Ποπάυ" και του "Τομ και Τζέρι"

Τα κόμματα που θα συμμετάσχουν στις εκλογές

Σεμπρεβίβα, το χρυσαφί λουλούδι της ελληνικής υπαίθρου που είναι πάντα ανθισμένο! Συμβολίζει την αιώνια αγάπη και συνδέεται με τον μύθο του Πάρη και της ωραίας Ελένης