Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Τα ψηλά βουνά (15ο μέρος)
36. Τὸ πληγωμένο πεῦκο.
Τὸ ἀπόγεμα ἦρθε ὁ δασοφύλακας.
Ἡ πρώτη του δουλειὰ ἦταν νὰ κατεβῆ στὸ µέρος ποὺ τοῦ ἔδειξε ὁ Μπαρμπακώστας. Ἐκεῖ τὸν ἀκολούθησαν τὰ παιδιά. Γιὰ πρώτη φορὰ εἶδαν πληγωμένα πεῦκα.
Μιὰ τσεκουριὰ κατέβαινε ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ µέση τους, κι ἔφτανε ὡς τὴ ρίζα. Ἦταν μιὰ πληγὴ ἀνοιχτή, ἡ µεγαλύτερη πληγὴ ποὺ µποροῦσε νὰ δῆ κανέναςˑ δὲ θὰ ἔκλεινε ποτέ. Καὶ ἄν ἤθελε νὰ κλείση, ἄλλες τσεκουριὲς τὴν κρατοῦσαν ἀνοιχτή.
Μερικὰ πεῦκα σχεδὸν τὰ εἶχαν γδύσει. Δὲν εἶχαν ἀφήσει στὸ κορμὶ παρὰ λίγη φλούδα. Φαίνονταν σὰν τὸ κρεμασμένο σφαχτό. Ἀπ’ αὐτὲς τὶς πληγὲς ἔτρεχε ἄσπρο ρετσίνι. Τὸ ρετσίνι ἀκολουθοῦσε τὴν τσεκουριὰ καὶ στάλαζε κάτω σὲ µιὰ λακκούβα, ποὺ τὴν εἶχαν ἀνοίξει πρὸς τὴ ρίζα τῶν πεύκων, ἐπίτηδες γι’ αὐτό.
Ὅλη αὐτὴ ἡ σφαγὴ ἦταν γιὰ τὸ ρετσίνι· γιὰ λίγες δραχµὲς ποὺ θὰ ἔβαζαν οἱ Πουρναρῖτες στὸ σελάχι τους, ἂν τὸ πουλοῦσαν.
Τὰ πληγωμένα πεῦκα θὰ πεθάνουν σὲ λίγον καιρό. Θὰ πέσουν ἀπὸ τὸν πρῶτο δυνατὸ ἀέρα ἢ θὰ ξεραθοῦν, γιατὶ δὲ θὰ ἔχουν πιὰ χυμό.
Τὸ τέλος τους τὸ ἔχουν νιώσει, καὶ ὅμως τραγουδοῦν· σαλεύουν καὶ φυσοῦν ὅπως τ’ ἄλλα, τὰ γερὰ πεῦκα.
Μὲ τὸ κομμάτι κορμὸ ποὺ τοὺς ἔμεινε πίνουν ἀπὸ τὴ γῆ ὅσο χυμὸ µποροῦν ἀκόμηˑ πρασινίζουν, ἔχουν ἴσκιο.
Ἔτσι σακατεμένα µποροῦν καὶ δροσίζουν τοὺς ἀνθρώπους. Τὸ φυσικό τους εἶναι νὰ κάνουν τὸ καλό, δὲν ἀλλάζει.
Δέντρα, περήφανα δέντρα!
37. Τὰ παιδιὰ γίνονται δασοφύλακες.
«Ἀπὸ αὔριο θὰ φέρω τὸ φυλακεῖο μου ἐδῶ πέρα» εἶπε ὁ δασοφύλακας. «Μοῦ χρειάζεται ὅμως βοήθεια. Πρῶτα μιὰ καλύβα· ἔπειτα πρέπει νὰ μπορῶ νὰ εἰδοποιήσω τοὺς χωροφύλακες ποὺ εἶναι στὸ Μικρὸ χωριὸ, ἢ τὸ σταθμάρχη τῆς Πέτρας, καθὼς καὶ τὸ δεύτερο δασοφύλακα, ποὺ εἶναι στοὺς λοτόμους. Πρέπει ἀκόμη νὰ ἔχω μιὰ δεύτερη βάρδια, στὴν ἀνάγκη καὶ τρίτη».
Ὁ Ἀντρέας ὅταν ἄκουσε αὐτά, ἔβγαλε ἀπὸ τὴν τσέπη του μιὰ σφυρίχτρα. Ὕστερα ἔκαμε σημεῖο στ’ ἄλλα παιδιά, νὰ βγάλουν τὴ σφυρίχτρα τους καὶ νὰ σφυρίξουν μονομιᾶς ὅλοι, μόλις κουνήση τὸ χέρι.
Μιὰ βροντερή σφυριξιὰ ἀκούστηκε ἀπὸ δέκα σφυρίχτρες. Μποροῦσε ν’ ακουστῆ ἀρκετὰ μακριά.
«Ἂν ἐμεῖς τὰ παιδιὰ χρειαζόμαστε, εἶπε ὁ Ἀντρέας, εἴμαστε ἐδῶ. Ἔχομε τὴ σφυρίχτρα μας, τὸ ραβδί μας καὶ τὸ σακούλι μας. Μποροῦμε νὰ πᾶμε στὸ Μικρὸ χωριὸ καὶ στὴν Πέτρα καὶ στοὺς λοτόμους».
«Αὐτὸ θὰ εἶναι μιὰ καλὴ δουλειά» εἶπε ὁ δασοφύλακας.
«Καὶ βάρδια θὰ φυλάξωμε» εἶπε ὁ Ἀντρέας. «Μὴ μᾶς βλέπεις μικρούς· εἴμαστε εἰκοσιέξι».
Ὁ δασοφύλακας κοίταξε τὰ παιδιὰ μὲ περιέργεια. Τὰ εἶδε ἡλιοκαμένα· φαίνονταν παιδιὰ μὲ θάρρος. Ὁ Ἀντρέας ἔμοιαζε παιδὶ ποὺ ξέρει νὰ ὁδηγῆ.
«Ποιὸν ἔχετε μαζί σας ἐδῶ;» ρώτησε. «Ποιὸς σᾶς συντροφεύει;»
«Κανένας».
«Μονάχοι σας εἶστε;»
«Μονάχοι».
«Ἀπὸ πότε;»
«Ἀπὸ μιὰ βδομάδα».
«Παιδιὰ ποὺ μποροῦν νὰ μείνουν ἐδῶ μόνα, μποροῦν νὰ βοηθοῦν καὶ τὸ δασοφύλακα. Ἐλᾶτε μαζί μου».
Τοὺς πῆρε καὶ τοὺς πῆγε σ’ ἕνα μέρος μὲ πυκνὰ δέντρα. Ἐκεῖ τοὺς ὥρισε πῶς θὰ φυλάξουν τὴ νύχτα καὶ τί θὰ κάμουν, ἄν τύχη καὶ ἀκούσουν τσεκούρι στὰ δέντρα.
38. Δασοφύλακες, γρηγορεῖτε!
Φάνη, προσοχή. Σκοπὸς εἶσαι.
Μὴ φοβᾶσαι τὴ νύχτα, μὴ σὲ τρομάζουν οἱ ἲσκιοι. Ὅποιος κάνει ἐκεῖνο ποὺ πρέπει, δὲν ἔχει νὰ φοβηθῆ κανένα.
Ἐσὺ κι οἱ συμμαθητές σου ἀπόψε φυλάγετε τὸ δάσος ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του.
Ἡ σφυρίχτρα σου νὰ εἶναι ἕτοιμη.
Μὲ τὴ βάρδια ποὺ φυλάγετε, προστατεύετε τὰ δέντρα. Κι ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὅσοι θὰ δροσιστοῦν ἀπ’ αὐτὰ τὰ δέντρα, εἴτε τώρα, εἴτε σὲ πενήντα κι ἑκατὸ καὶ διακόσια χρόνια.
Ὅταν βρίσκωνται γενναῖα παιδιὰ σὰν ἐσᾶς, ἕνα δάσος γίνεται αἰώνιο. Κι οἱ ἄνθρωποι ζοῦν καλύτερα τὴ ζωή τους.
39. Οἱ δεντροκόποι δὲν πέρασαν καλά.
Τὴν πρώτη βραδιὰ δὲν ἦρθε ὁ εχθρός. Ἦρθε ὅμως τὴ δεύτερη.
Ἐκεῖ κάπου ἀκούστηκαν τρεῖς τσεκουριές. Ἐκεῖνος ποὺ χτυποῦσε σταμάτησε λίγα λεπτά, γιὰ ν’ ἀφουγκραστῆ φαίνεται γύρω. Ἔπειτα ξανάδωσε ἄλλες τρεῖς.
Τότε σφύριξαν ἔξαφνα στὸ σκοτάδι δεκαπέντε σφυρίχτρες. Πρῶτα καθεμιὰ χωριστά, ἔπειτα κι οἱ δεκαπέντε μαζί, δυνατά, πολὺ δυνατά.
Σ’ αὐτὸ τὸ ξαφνικὸ οἱ δεντροκόποι τὰ ἔχασαν. Ποῦ πῆγαν, ἀπὸ ποῦ, δὲν κατάλαβε κανείς. Χάθηκαν. Στὸ δάσος ξανάγινε σιωπή.
Τὴν ἄλλη μέρα βρέθηκε ἐκεῖ ἕνα τσεκούρι κι ἕνα σκοινί. Δὲ θάρθουν νὰ τὸ ζητήσουν. Οἱ Πουρναρῖτες ἀπὸ κείνη τὴν ὥρα ἔχουν καταλάβει πὼς δὲν μποροῦν πιὰ νὰ γυμνώσουν τὸ δάσος.
Καθὼς ἔχουν μείνει ἄγριοι καὶ ἀγράμματοι χωριάτες, ὁ φόβος τους τὰ μεγαλώνει ὅλα. Καὶ πιστεύουν ὅλα ὅσα φοβοῦνται.
Οἱ γριὲς ἐξήγησαν τὶς σφυριξιὲς ἐκεῖνες σὰ γριές. Εἶπαν πὼς εἶναι ἀπὸ στοιχειά. Τὰ μεγαλύτερα στοιχειά, καθὼς λένε οἱ γριές, εἶναι μέσα στὸ λόγκο.
Οἱ Πουρναρῖτες, ἂν κι ἔχουν περπατήσει νύχτα πολλὲς φορές, πίστεψαν τὶς γυναῖκες. Τὸ ξαφνικὸ ἐκεῖνο, ποὺ τὸ διηγήθηκαν οἱ φοβισμένοι δεντροκόποι, ἀπὸ στόμα σὲ στόμα μεγάλωσε. Καὶ καθὼς μέσα στὸ ἄγριο αὐτὸ χωριὸ ἔμειναν οἱ ἄνθρωποι ἀγράμματοι, ἡ ἱστορία γύριζε μέρα καὶ νύχτα. Κι ὅσο γύριζε, τόσο πιὸ φοβερὴ γινόταν.
Στὸ τέλος μερικοὶ ἀπὸ τοὺς χωριάτες πίστεψαν πὼς ὁ Χλωρὸς εἶχε στοιχειώσει.
Ἀπάνω στὸ φόβο αὐτόν ἦρθε κι ὁ φόβος τῆς ἐξουσίας. Οἱ Πουρναρῖτες εἶδαν τοὺς δυὸ χωριανούς των ποὺ εἶχαν χτυπήσει τὸν Κώστα τὸν Κορφολόγο, νὰ πηγαίνουν στὴ φυλακὴ δεμένοι, ἀνάμεσα σὲ τέσσερες χωροφύλακες. Τὴν τιμωρία τους τὴ χρωστοῦμε στὰ παιδιά, ποὺ εἶχαν τρέξει στὸ Μικρὸ χωριὸ καὶ εἰδοποίησαν τοὺς χωροφύλακες.
Στὴν κορφὴ ἑνὸς πεύκου, σὲ ψηλὸ μέρος, τὰ παιδιὰ ἔχουν δέσει κι ἕνα ἄσπρο πανί, γιὰ σημαία. Αὐτὴ φαίνεται κάμποσο μακριὰ καὶ δείχνει πὼς ὑπάρχουν ἐκεῖ φύλακες.
Ἡ μικρὴ δασοφυλακή μας ἔκαμε τὸ χρέος της. Δὲν ἡσύχασε ὅμως μ’ αὐτό. Ἐξακολουθεῖ τὶς βάρδιες.
Πάντα εἶναι ἕτοιμη!

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου