Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Τα ψηλά βουνά (14ο μέρος)


33. Ἕνα ξαφνικὸ ἐπεισόδιο.

Ὁ Γεροθανάσης φεύγοντας ἀπὸ τὰ παιδιὰ πῆγε στοὺς λοτόμους. Τὸ βράδυ, ὅταν γύριζε ἀπὸ κεῖ, πέρασε πάλι ἀπὸ τὶς καλύβες τῶν παιδιῶν. Στάθηκε, ἄναψε τὴν ἴσκα του, τὸ τσιγάρο του, καὶ µάλωσε τὸ σκύλο ποὺ τὸν ἄφησε κι ἔφυγε. Αὐτὸ στ’ ἀστεῖα. Γιατὶ στὰ σοβαρά, εἶπε στὰ παιδιὰ πὼς τοὺς χάριζε τὸν Γκέκα. Ἕνας σκύλος, λέει, πάντα τοὺς χρειάζεται.

Κατὰ τὶς ἐννιὰ τὸ βράδυ ἀκούστηκαν βήματα ἑνὸς ἀνθρώπου.

Ὁ ἄνθρωπος πλησίασε καὶ καλησπέρισε. Μὰ φαινόταν ἀνήμπορος.

Ὅταν ἦρθε στὸ φῶς, τὸν εἶδαν µατωµένο. Αἵματα εἶχαν τρέξει ἀπὸ τὸ κεφάλι του στὸ ἀνοιχτό του στῆθος, στὸ ροῦχο του, κι ἔτρεχαν ἀκόμη.

Ὁ Γεροθανάσης τινάχτηκε ἀπάνω. «Ἐσύ’σαι, Κώστα;» φώναξε.

—«Ἐγώ» εἶπε ἐκεῖνος ἀδύνατα· «βάλτε µου κανένα πανί». Κι ἔγειρε κι ἀκούμπησε στὸ δέντρο.

«Ὄχι ἐδῶ, εἶπε ὁ Γεροθανάσης, στὴν καλύβα πᾶμε». Καὶ ζήτησε γρήγορα νερὸ καὶ πανί.

Τὰ παιδιὰ εἶχαν δειλιάσει, καὶ πολλὰ χλόμιασαν· δὲν εἶχαν δεῖ ἄλλη φορὰ πληγωμένο. Ὅλη τους ἡ σημερινὴ χαρὰ χάθηκε ξαφνικά.

Ὁ Ἀντρέας ὅμως δὲν ἔχασε καιρό. Σὲ τέτοιες στιγµές ἐνεργοῦν αµέσως. Ἅρπαξε τὸ φανάρι κι ἔφεξε στὸ Γεροθανάση καὶ στὸν πληγωμένο, γιὰ νὰ µποῦνε στὴν καλύβα.

Παράγγειλε στοὺς ἄλλους νὰ τρέξουν στὴ βρύση γιὰ νερό. Ἔπειτα πῆρε δεύτερο φανάρι ἀναμμένο, ἔτρεξε στὴν καλύβα μὲ τὰ τρόφιµα, ἔσκισε ἕνα δέμα, κι ἔβγαλε ἀπὸ κεῖ µέσα µερικὰ πράματα.

Ἦταν ἐπίδεσμοι, μπαµπάκι καὶ ἀντισηπτικό, τὰ πρῶτα ποὺ πρέπει νὰ ἔχουν ὅσοι πᾶνε νὰ ζήσουν στὴν ἐρημιά. Μ' αὐτὰ γύρισε στὴν καλύβα τοῦ ἀρρώστου.

Ὁ Ἀντρέας κι ὁ Δηµητράκης εἶχαν µάθει νὰ δένουν ἐπιδέσμους. Ὁ Γεροθανάσης τὸ ἤξερε πραχτικά, μόνο ἀντισηπτικὸ δὲν καταλάβαινε τί θὰ πῆ.

Οἱ τρεῖς τους, βοηθώντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ἔδεσαν καλὰ τὸ κεφάλι τοῦ χτυπημένου. Ὁ Γεροθανάσης τοῦ ἔδωσε λίγο νερὸ νὰ πιῆ καὶ τὸν πλάγιασε στὸ στρῶμα.

Τώρα κατάλαβαν ποιὸς εἶναι. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ γυρίζει κάτω στὴν πόλη καὶ πουλεῖ ρίγανη, κάππαρη, βότανα κι ἐλατόπισσα. Εἴτε ἀπὸ τὴν ταραχή τους, εἴτε απὸ τὸ λίγο φῶς, τὰ παιδιὰ δὲν εἶχαν γνωρίσει ἀµέσως τὸν καημένο τὸν Κώστα τὸν Κορφολόγο!

«Τ’ εἶναι, Κώστα, ποιὸς τόκαµε;» ρώτησε ὁ Γεροθανάσης.

—«Νὰ, αὐτὰ τὰ θηρία οἱ Πουρναρῖτες. Ἦταν καὶ πάλι δυὸ ἀπ’ αὐτοὺς καὶ χτυποῦσαν µὲ τὸ τσεκούρι ἕνα θεόρατο πεῦκο».

—«Γιατί, πατριώτη;» τοῦ λέω. «Τί σοῦ φταίει τὸ πεῦκο;»

—«Τὰ βοτάνια σου νὰ κοιτάζης ἐσύ» µ’ ἀπάντησε.

—«Μὰ καλά, τοῦ λέω, καταστρέφετε ἕνα πρᾶμα τοῦ Θεοῦ, ποὺ θέλει πενήντα χρόνια νὰ ξαναγίνη. Ἐσεῖς οἱ Πουρναρῖτες θὰ φᾶτε τὸ δάσος. Δὲ λογαριάζετε τουλάχιστο τὴν ἐξουσία;»

—«Ἐξουσία, ἀπάντησε, εἶναι κεῖνο ποὺ µᾶς ἀρέσει. Νὰ πᾶς ἀπὸ δῶ καὶ σὺ κι αὐτή».

»Λέγοντας αὐτὰ ὁ ἕνας μὲ φοβέριζε µὲ τὸ τσεκούρι. Ὁ ἄλλος σήκωσε ἀπὸ κάτω ἕνα ξύλο καὶ µὲ χτύπησε.

»Ὅταν ξεζαλίστηκα καὶ κοίταξα γύρω μου, εἶχαν γίνει κι οἱ δυὸ ἄφαντοι. Ἔτσι µούµελλε νὰ πάθω».
—«Τὰ θηρία» φώναξε ὁ Γεροθανάσης· «ὡς τώρα χτυποῦσαν τὸ κλαρί, τώρα θὰ µᾶς φᾶνε καὶ τοὺς ἀνθρώπους».



34. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ τρώει τὸ δάσος.

Οἱ Πουρναρῖτες, ἔλεγε ὁ κὺρ Στέφανος, εἶναι ἀπὸ τὸ χωριὸ Πουρνάρι, ποὺ βρίσκεται χαμηλά, κάπου δυόμισι ὥρες ἀπὸ τὸ Χλωρό.

Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς τὸ εἶχαν ἐπάγγελμα νὰ ζοῦνε ρημάζοντας τὸ δάσος. Πᾶνε µιὰ νύχτα καὶ δίνουν τσεκουριὲς σ' ἕνα μεγάλο ἔλατο, ποὺ μπορεῖ νὰ δώση πολὺ καὶ γερό ξύλο.

Γκρεμίζουν τὸν ἔλατο καὶ τὸν κομματιάζουν. Ὕστερα φορτώνουν τὰ κούτσουρα στὸ μουλάρι καὶ τὰ πηγαίνουν λίγα λίγα στὸ χωριό.

Ἄλλοι πάλι ξεφλουδίζουν λίγο τὸν ἔλατο γύρω γύρω γιὰ νὰ ξεραθῆ. Ὕστερα ἀπὸ καιρὸ πηγαίνουν καὶ τὸν κόβουν.

Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς στὴν ἄκρη τοῦ δάσους καῖνε τοὺς θάμνους καὶ τὰ δέντρα γιὰ νὰ κάμουν χωράφια. Κι ὕστερα προχωροῦν µέσα στὸ δάσος. Ἔτσι µὲ τὸν καιρὸ γυμνώνουν ράχες ὁλόκληρες.

Ἐδῶ καὶ δυὸ χρόνια ἔχουν ἀρχίσει νὰ βγάζουν κρυφά ρετσίνι. Πολλά ἀπὸ τὰ πιὸ ὄμορφα πεῦκα τοῦ Χλωροῦ εἶναι πελεκημένα καὶ γδαρμένα.

Ἔτσι οἱ Πουρναρῖτες μπῆκαν στὸ δάσος, ὅπως τὸ σκουλήκι µπαίνει στὸν κάμπο καὶ τὸ σαράκι στὸ ξύλο.



35. Τὰ παιδιὰ εἰδοποιοῦν τοὺς χωροφύλακες.

Τὸ πρῶτο ποὺ ρώτησαν τὰ παιδιὰ ὅταν ἄκουσαν αὐτά, ἦταν ἂν ἔχη φύλακες τὸ δάσος.

Τοὺς εἶπαν πὼς ὑπάρχουν δύο δασοφύλακες. Μὰ τὸ δάσος εἶναι τόσο µεγάλο, ποὺ δὲν µποροῦν νὰ βρίσκωνται παντοῦ αὐτοὶ οἱ δυό. Θέλουν ὧρες νὰ τὸ περάσουν.

Ἔπειτα ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς πρέπει νὰ βρίσκεται στοὺς λοτόμους, μὴν τύχη καὶ κόψουν δέντρα ποὺ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κοποῦν.

Μένει ἕνας δασοφύλακας, κι αὐτὸς πρέπει νὰ φυλάξει ὅλο τὸ δάσος.

«Καὶ τί, ἀπὸ τὸ δασοφύλακα πρέπει νὰ τὰ περιμένωμε ὅλα;» εἶπε ὁ Μπαρµπακώστας. «Ἐµεῖς τί εἴµαστε; Καθένας ποὺ περνάει ἀπὸ δῶ µέσα, πρέπει νὰ φυλάξη τὸ δάσος. Κάθε ἄνθρωπος, ὅπου βρίσκεται, πρέπει νὰ τὸ προστατεύη ὅπως µπορεῖ. Ἐγὼ ἔκαμα τὸ χρέος µου».

Ἀφοῦ ἕνας ἄνθρωπος ἀγράμματος κινδύνεψε γιὰ νὰ σώση τὰ δέντρα, ἀξίζει δὰ νὰ κοπιάσουν γι’ αὐτὰ καὶ τὰ παιδιά.

Ὁ Ἀντρέας τοὺς εἶπε τὸ ἄλλο πρωὶ ποιὸ εἶναι τὸ χρέος τους.

Πέντε παιδιὰ ἔτρεξαν στὸ Μικρὸ χωριὸ καὶ εἰδοποίησαν τοὺς δύο χωροφύλακες ποὺ εἶναι ἐκεῖ, πὼς πλήγωσαν τὸν Μπαρµπακώστα.

Ἄλλα πέντε πῆγαν στοὺς λοτόµους καὶ εἰδοποίησαν τὸ δασοφύλακα γιὰ τὴν καταστροφὴ ποὺ γίνεται στὰ πεῦκα τοῦ Χλωροῦ.

Ὁ Μπαρµπακώστας ξύπνησε σήμερα καλύτερα. Τὴ νύχτα εἶχε πόνους, µὰ τὸ δέσιμο τῆς πληγῆς του µὲ καθαρὸ ἐπίδεσμο καὶ τὸ ἀντισηπτικὸ ἔφεραν ἀποτέλεσµα.

Τὰ παιδιὰ τοῦ ἔφεραν ἀπὸ τοὺς βλάχους µιὰ µεγάλη κούπα γάλα καὶ τὴν ἤπιε σιγὰ σιγά. Ὕστερα βγῆκε ἔξω στὸν καθαρὸ ἀέρα καὶ κουβέντιαζε. Νὰ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀγάπησε τὸ δάσος!


Πουρναρίτης εἶναι κι ὁ Μπαρµπακώστας. Ἄν ζοῦσε κι αὐτὸς µὲ λαθραία ξυλεία, τί θὰ κέρδιζε; θα ἦταν κλέφτης, χωρὶς νὰ εἶναι οὔτε πιὸ ἥσυχος οὔτε πιὸ πλούσιος.
Εἰκοσιπέντε χρόνια ζῆ ἀπὸ τὸ δάσος χωρὶς νὰ τὸ βλάψη ὁ Μπαρµπακώστας. Ἔγινε κορφολόγος. Μαζεύει καὶ πουλεῖ ρίγανη, λεβάντα, θυμάρια καὶ βότανα σπάνια γιὰ τὰ φαρμακεῖα καὶ τὰ σπίτια.

Ὅταν περνᾶ ἀπὸ τὴν πόλη, τί εὐωδιὰ ποὺ χύνει τὸ σακί του!

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα 100 βιβλία που πρέπει να έχεις διαβάσει πριν πεθάνεις - 48. «Η Αισθηματική Αγωγή» - Γκουστάβ Φλωμπέρ

Συνάξεις της Παναγίας την Παρασκευή της Διακαινησίμου - ΄Β Μέρος

Θανάσης Βέγγος - Ο πολύ καλός μας άνθρωπος

Σύναξη της Παναγίας της Ασίνου στην Κύπρο

14 σχεδιαστές αποχαιρετούν με σκίτσα τον δημιουργό του "Ποπάυ" και του "Τομ και Τζέρι"

Τα κόμματα που θα συμμετάσχουν στις εκλογές

Σεμπρεβίβα, το χρυσαφί λουλούδι της ελληνικής υπαίθρου που είναι πάντα ανθισμένο! Συμβολίζει την αιώνια αγάπη και συνδέεται με τον μύθο του Πάρη και της ωραίας Ελένης