Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Τα ψηλά βουνά (13ο μέρος)
29. Ἕνας δάσκαλος στὴν κοινότητα.
Καλά· τοῦ ἔμαθαν ἂς ποῦμε τὴν ἄλφα· τὸν ἔμαθαν νὰ συλλαβίζη· µὰ ὕστερα; Κι ὁ Φάνης κι ὁ Δῆµος νιώθουν πὼς δὲ θὰ μπορέσουν νὰ διαβάσουν τὸ παιδὶ πάρα πέρα. Πρέπει νὰ τὸ πάρη κάποιος καλύτερος ἀπ’ αὐτούς.
Φτάνοντας στὶς καλύβες, διηγήθηκαν τί εἶχε γίνει.
«Νά, ἕνα τόσο δὰ µικρὸ εἶναι, εἶπε ὁ Φάνης. Καὶ νὰ δῆτε πῶς τὰ κοίταζε τὰ γράμματα, καὶ πῶς τάπαιρνε».
Ὅλα τὰ παιδιὰ συγκινήθηκαν μ’ αὐτὴ τὴν ἱστορία. Θέλουν νὰ ἔρχεται ὁ Λάμπρος ἐκεῖ, νὰ τὸν διαβάζη πότε ὁ ἕνας πότε ὁ ἄλλος.
«Ὄχι, ἕνας νὰ τὸν διαβάζη» εἶπε ὁ Ἀντρέας.
Ποιὸς θὰ εἶναι αὐτός; Στὴ στιγμὴ συλλογίστηκαν ποιὸς ξέρει τὰ περισσότερα γράμματα, καὶ διάλεξαν τὸ Δημητράκη. Αὐτὸς θὰ διαβάση τὸ βλαχόπουλο.
Λοιπὸν γίνεται στὴν κοινότητα καὶ σχολεῖο.
30. Στοὺς ἴσκιους τῶν πεύκων.
Σήμερα εἶναι Κυριακή. Κάτι ξεχωριστὸ ἔχει τοῦτο τὸ πρωί. Τὰ παιδιὰ εἶναι ξαπλωμένα στοὺς ἴσκιους· εἶναι σὰν ξεχασμένα κάτω ἀπὸ τὰ δέντρα· ξεκουράζονται.
Πεῦκο, εὐλογηµένο πεῦκο!
Ἀπὸ τὶς χαραμάδες τῶν κλαδιῶν του βλέπουν τὸν οὐρανό. Τὰ κλαδιά του σκίζονται σὲ πολλὰ κλαδιὰ μικρότερα, κι αὐτὰ πάλι σὲ ἄλλα µικρὰ µικρὰ παρακλάδια, ποὺ μοιάζουν μὲ ἀµέτρητα ψηλὰ σκοινιά, κοµποδεµένα σὰν τὰ δίχτυα.
Ἀπὸ τὶς χαραμάδες τῶν κλαδιῶν του βλέπουν τὸν οὐρανό. Τὰ κλαδιά του σκίζονται σὲ πολλὰ κλαδιὰ μικρότερα, κι αὐτὰ πάλι σὲ ἄλλα µικρὰ µικρὰ παρακλάδια, ποὺ μοιάζουν μὲ ἀµέτρητα ψηλὰ σκοινιά, κοµποδεµένα σὰν τὰ δίχτυα.
Τὰ φύλλα του, ποὺ εἶναι σὰ βελόνες, γίνονται κρόσσια, καὶ κεῖ μέσα παίζει ὁ ἀέρας κι ὁ γαλάζιος οὐρανός.
Σαλεύει τὸ πεῦκο, κι ἡ ἄκρη τοῦ ἴσκιου του σαλεύει μαζί. Φυσάει σὰ µακρινὴ θάλασσα. Νὰ μποροῦσαν ν’ ἀκοῦνε ξαπλωµένοι ὧρες πολλὲς αὐτὸ τὸ νανούρισμα.
Μόνο ἡ µάνα τους θὰ τοὺς ἔλεγε τόσο καλὸ τραγούδι, ὅταν τὰ εἶχε στὴν κούνια.
Δὲν εἶπε ἡ βοσκοπούλα τὴν ἄλλη φορά, πὼς τὰ δέντρα ἔχουν χάδι καὶ χαϊδεύουν; Ὅλα τὰ παιδιὰ νιώθουν αὐτὸ τὸ χάδι.
Πεῦκο εὐλογημένο!
31. Ὁ Γεροθανάσης.
Σήμερα ἦρθαν δυὸ τσοπάνηδες κι ἔφεραν γάλα. Δὲν εἶναι πολύ, γιατὶ τώρα τὰ πρόβατα καὶ τὰ γίδια στέρφεψαν, μὰ εἶναι δῶρο τοῦ Γεροθανάση.
Τοὺς ἔφεραν καὶ µιὰ γαλατόπιτα, καμωμένη ἀπὸ τὰ χέρια τῆς Αφρόδως. Κι αὐτὴ δῶρο τοῦ Γεροθανάση.
Τέλος τοὺς ἦρθε κι ὁ ἴδιος ὁ Γεροθανάσης.
Ὁ Γεροθανάσης φορεῖ ἄσπρη φουστανέλα, ἄσπρες κάλτσες, ἄσπρο σκοῦφο· κι εἶναι καὶ τὰ γένια του καὶ τὰ μαλλιά του ἂσπρα. Εἶναι χιονισµένος χειµῶνα καλοκαίρι· κατακάθαρος. Ἡ Ρούμελη θὰ τὸν λευκαίνη τὸ γέρο!
Εἶναι ὁ πρῶτος τσέλιγκας σὲ κεῖνα τὰ βουνά· ἀπὸ ἕξι χιλιάδες τὰ ζωντανά του δὲν ἔπεσαν ποτὲ κάτω.
Εἶναι ὁ παπποὺς τῆς γενιᾶς. Ἔδωσε κόρες κι ἐγγονὲς στὶς γύρω καλύβες. Ἔχει δοσµένες καὶ ἄλλες σὲ βουνὰ µακριά, ποὺ δὲ φαίνονται. Ὅλες τὶς προίκισε, καὶ τὸ βιός του δὲ σώνεται.
Γράμματα δὲν ξέρει, ἔμαθε ὅμως καὶ βάζει τὴν ὑπογραφή του, σιγὰ σιγὰ καὶ γερά, µὲ μιὰ γκλίτσα στὸ τέλος, νὰ ἔτσι:
Μ’ αὐτὴ τὴν ὑπογραφὴ πουλεῖ, ἀγοράζει, ξέρει ποῦ βρίσκεται ἡ περιουσία του.
«Ξέρω κι ἐγώ, λέει, δεκάξι γράμματα».
Καὶ λέει ἀλήθεια. Τὰ µέτρησε µιὰ φορὰ ὅσα κάνουν τὴν ὑπογραφή του, καὶ τὰ βρῆκε δεκάξι. Μιὰ ζωὴ τώρα δὲν ἔγιναν δεκαεφτά.
Ὅ τι τοῦ λείπει σὲ γράμματα, τὸ ἔχει ὁ Γεροθανάσης σὲ νοῦ. Δεν τὸν ἐγέλασε κανείς, µὰ οὔτε καὶ γέλασε κανένα. Λόγο δεύτερο δὲν ἔχειˑ ἕνα καὶ σωστό.
Ὅταν κατεβαίνη στὴν πολιτεία —γιατὶ πηγαίνει καὶ στὴν πολιτεία µιὰ φορὰ τὸ χρόνο, τὴ Λαµπρή— πιάνει ὅλο τὸ δρόμο, καὶ γυρίζουν καὶ τὸν κοιτάζουν αὐτὸν καὶ τὴν ἀγκλίτσα του. Τότε κουνοῦν τὸ κεφάλι καὶ λένε:
«Τί γάλα νὰ τρώη! τί γιαούρτια, τί µυζῆθρες!»
«Τί γάλα νὰ τρώη! τί γιαούρτια, τί µυζῆθρες!»
Εἶναι ὀγδόντα χρονῶν, µὰ τὴν γκλίτσα δὲν τὴν πάτησε χάμω. Πόσες φορὲς εἶδε ν’ ἀνθίζη ὁ γάβρος καὶ ἡ ὀξιά! Πόσοι χειµῶνες ἔρριξαν ἀπάνω του τὴ βροχὴ καὶ τὸ χαλάζι! Καὶ πάλι ὁλόισος εἶναι.
Νάχωμε τὰ καλά σου γεράµατα, Γεροθανάση!
32. Ἕνας ἐθελοντὴς χωροφύλακας γιὰ τὴν ἀλεπού.
Φεύγοντας ὁ Γεροθανάσης ἄφησε ἄλλο δῶρο: τὸ μικρό του σκύλο, τὸν Γκέκα.
Ὁ Γκέκας εἶχε ἔρθει μαζί του, μὰ τώρα δὲν ἔφευγε. Ἤθελε νὰ µείνη µὲ τὰ παιδιά. Ἀκολούθησε τὸ Γεροθανάση ὡς τὰ δέντρα, ἔπειτα ξαναγύρισε. Ὁ Γεροθανάσης τοῦ φώναξε, πάλι ὁ Γκέκας πῆγε ὡς ἐκεῖ, µὰ πάλι ξαναγύρισε.
Ἀφοῦ γύρισε δυὸ τρεῖς καλύβες καὶ τὶς µύρισε καλά, στάθηκε µπροστὰ στὸ Δημητράκη καὶ στὸν Κωστάκη, καὶ τοὺς κοίταξε κουνώντας τὴν οὐρά, σὰ νὰ τοὺς ἔλεγε: «παίζοµε;»
Πρὶν τοῦ ἀπαντήσουν ἄρχισε αὐτὸς τὰ πηδήματα. Ἔτρεχε χωρὶς νὰ τὸν κυνηγᾶ κανείς. Δηλαδή· «ἂν δὲν παίζετε σεῖς, παίζω ἐγώ».
Τὰ παιδιὰ ἔβαλαν τὰ γέλια. Νὰ ἕνας ἐθελοντής!
Ὁ Γκέκας γεννήθηκε κι αὐτὸς τσοπανόσκυλο. Ἔχει αὐτιὰ ὀρθὰ καὶ µυτερά, καὶ τὸ µαλλὶ µεγάλο καὶ δασύ. Εἶναι ἄσπρος, µ’ ἕνα σταχτὶ µπάλωµα στὴ ράχη, στὰ πόδια καὶ στὸ πρόσωπο. Φαίνεται ἑνὸς χρόνου σκύλος, καὶ εἶναι κουτάβι.
Ἄ, µὰ δὲν ὑποφέρεται ἡ ζωὴ στὰ βλάχικα. Σὰν πολὺ βαρὺς εἶναι ὁ Γεροθανάσης. Προχτὲς ποὺ τοῦ δάγκασε λιγάκι ὁ Γκέκας τὴ φουστανέλα, ἔφαγε µιὰ µὲ τὴν ἀγκλίτσα. Δὲν παίζει ὁ γέρος.
Μὰ οὔτε καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ παίζουν· πᾶνε µὲ τὸ κοπάδι. Ὁ Λάμπρος ποὺ ἦταν µικρός, βόσκει διακόσια γίδια. Δὲν ἔφτανε αὐτό, διαβάζει τώρα καὶ µιὰ φυλλάδα.
Νὰ παίξη µὲ τὰ πρόβατα; Αὐτὰ δὲν παίζουν, µόνο βόσκουν. Λοιπὸν σηκώθηκε ὁ Γκέκας κι ἦρθε στὰ παιδιά. Καὶ νὰ τὸν διώξουν, δὲ φεύγει ἀπὸ δῶ.
Ἀφοῦ πήδησε κάμποσες φορές, χωρὶς νὰ τὸν κυνηγήσουν, ξαναγύρισε καὶ κουνιόταν πότε στὸ ἕνα, πότε στὸ ἄλλο παιδί. Ἦταν σὰ νάλεγε: «Δὲ θὰ µοῦ µάθετε κανένα παιγνίδι;»
Στὸ τέλος ἅρπαξε τὴν πετσέτα τοῦ Φουντούλη στὰ δόντια του, καὶ τὴν ἔφερνε µὲ µανία βόλτες στὸν ἀέρα. Τότε ὅλα τὰ παιδιὰ µὲ γέλια καὶ φωνὲς τὸν κυνήγησαν γύρω στὶς καλύβες. Τρέχοντας γλιστροῦσε, ἔπεφτε, γάβγιζε, φυσοῦσε καὶ σιγομούγκριζε, σὰ νὰ ἔγινε κάτι σπουδαῖο. Μὰ κι ἀλήθεια κάτι σοβαρὸ γινόταν· κατώρθωσε ὁ Γκέκας νὰ τὸν κυνηγήσουν. Αὐτὸ ἤθελε. Ποῦ νὰ γυρίση τώρα στὸ Γεροθανάση!
Τὰ παιδιὰ πᾶνε μὲ τὰ παιδιά.


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου