Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Τα ψηλά βουνά (12ο μέρος) - Ο Λάμπρος οδηγεί το κοπάδι, Ένα σχολείο εκεί που δεν το περίμενε κανένας & Τι είδε ο Λάμπρος όταν τελείωσε το μάθημα
26. Ὁ Λάμπρος ὁδηγεῖ τὸ κοπάδι.
Μαῦρα ποὺ εἶναι τὰ γίδια!
Πῶς περπατεῖ τὸ κοπάδι, ὅλο μαζί, γρήγορα πολύ, σὰ νὰ βιάζεται. Μαυρίζει καὶ γυαλίζει στὸν ἥλιο· ὅλα τὰ γίδια του εἶναι μαῦρα, πίσσα. Μόνο τὸ μαλλὶ τοῦ σκύλου καὶ τὸ ροῦχο τοῦ τσοπάνη ξεχωρίζουν σ’ αὐτὴ τὴ μαυρίλα.
Μὰ τί μικρὸς τσοπάνης, ποὺ ὁδηγεῖ τόσο μεγάλο κοπάδι; Νάναι ὁ Λάμπρος; Αὐτὸς εἶναι.
«Ἂ τὸ ἀγριοκάτσικο» λέει ὁ Φάνης. «Γιὰ πᾶμε νὰ τοῦ βγοῦμε μπροστά».
Δὲν ἦταν κοντὰ τὸ κοπάδι. Ὁ Φάνης ὅμως κι ὁ Δῆμος θέλουν νὰ δοῦν τὸ βλαχόπουλο, τὸν ἀδερφὸ τῆς Ἀφρόδως. Θὰ τοῦ μιλήσουν. Τάχα θὰ τοὺς ἀπαντήση, ἢ πάλι θὰ ἔχωμε «χὰ» καὶ «τσ»;
Τράβηξαν γρήγορα καὶ τοῦ βγῆκαν μπροστά. Τὸ κοπάδι ἐκείνη τὴν ὥρα εἶχε σκορπίσει κι ἔβοσκε. Ἀπὸ θυμάρι, ἀγκάθι, χορτάρι καὶ κλαράκι κάτι μισοδάγκαναν τὰ γίδια. Ὁ Λάμπρος φώναζε «τσέπ, τσέπ! ἔι!», πετοῦσε πέτρες καὶ τὰ συμμάζευε.
«Γιὰ δές, καημένε Δῆμο» εἶπε ὁ Φάνης. Δέκα χρονῶν παιδί, νὰ κυβερνᾶ τόσο μεγάλο κοπάδι! Μποροῦσες σὺ νὰ κάμης τὸ ἴδιο; Ἐγὼ δὲν μποροῦσα».
—«Οὔτε γώ» εἶπε ὁ Δῆμος.
Σωστὰ ἔλεγαν. Εὔκολο εἶναι νὰ ὁρίζης διακόσια γίδια; Μόνο τὸ πετροβόλημα ποὺ κάνει ὁ Λάμπρος δῶθε κεῖθε, ἡ φωνή, τὸ σφύριγμα, τὸ τρέξιμο γιὰ νὰ συμμαζεύη τόσο ἄταχτα ζωντανά, θὰ κούραζε κι ἕνα μεγάλο.
Ἔπειτα ὁ Λάμπρος περπατεῖ τὴ νύχτα στὶς ἐρημιές· θὰ μποροῦσε νὰ κάμη τὸ ἴδιο κι ὁ Φάνης; Νὰ μείνη ἔτσι ὧρες μοναχὸς μὲ ἴσκιους ἀπὸ δέντρα κι ἀπὸ πέτρες μέσα στὸ σκοτάδι; Νὰ ποὺ ἕνα βλαχόπουλο ξέρει πολλὰ πράματα.
Ὁ Δῆμος κι ὁ Φάνης προχώρησαν κατὰ τὸ Λάμπρο, καθὼς στεκόταν μὲ τὴν γκλίτσα του ὀρθὴ καὶ στημένη. Τώρα τὸ μικρὸ αὐτὸ βλαχόπουλο μὲ τὰ μαῦρα μάτια τὸ ἔβλεπαν σὰν ἄντρα.
«Γειά σου, Λάμπρο!» τοῦ εἶπαν.
Ὁ Λάμπρος ἀφοῦ τοὺς κοίταξε ἀπὸ τὸ κεφάλι ὡς τὰ πόδια ἀπάντησε:
«Γειά σ’!»
Καλὰ πᾶμε. Εἶπε μιὰ λέξη.
«Τί κάνει ἡ Ἀφρόδω, καλὰ εἶναι; ὁ παππούλης;»
—«Καλὰ, κὶ σὶ χαιρετᾶν!»
Τέσσερες λέξεις κιόλας. Ὁ Δῆμος κι ὁ Φάνης κάθισαν.
27. Ἕνα σχολεῖο ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸ περίμενε κανένας.
Ὕστερα ἀπὸ λίγες στιγμὲς ὁ Λάμπρος, ὀρθὸς καθὼς ἦταν, ρώτησε:
«Ποῦ τόχετε τὸ χαρτί;»
«Ποιὸ χαρτί;» ρώτησαν τὰ παιδιά.
«Νά, τὸ χαρτί ποὺ σᾶς μαθαίνει τὰ γράμματα».
«Τὸ βιβλίο θέλεις νὰ πῆς; Τὸ ἔχομε στὸ σπίτιˑ τί νὰ τὸ κάνωμε δῶ. Ἔχομε, βλέπεις, διακοπές».
«Τ’ εἶν’ αὐτὲς οἱ διακοπές; πράματα;»
«Ὄχι, Λάμπροˑ θέλομε νὰ ποῦμε πὼς τὸ καλοκαίρι δὲν ἔχομε σχολεῖο· λοιπὸν δὲν ἔχομε καὶ χαρτιὰ κοντά μας. Τὸ θέλεις τίποτα τὸ βιβλίο;»
Δὲ μίλησε. Μὰ σὰν ἔσκαψε πάλι τὸ χῶμα δυὸ τρεῖς φορὲς μὲ τὴν πατούσα του καὶ ξεροκατάπιε, εἶπε ξαφνικὰ καὶ δυνατά:
«Μὲ μαθαίνετε τὴν ἄλφα;»
«Ποιός, ἐμεῖς;»
«Ἂμ ποιός! Ἐσεῖς ποὺ ξέρετε τὰ γράμματα».
Τὰ δυὸ παιδιὰ κοιτάχτηκαν καὶ σὰ νὰ συνεννοήθηκαν μονομιᾶς, ἀπάντησαν καὶ τὰ δυό:
«Ἀκοῦς λέει, Λάμπρο!»
«Τώρα κιόλας» εἶπε ὁ Λάμπρος.
«Τώρα δά; Μὰ δὲν ἔχομε βιβλίο».
«Ἔχω γώ». Καὶ βάζοντας τὰ δάχτυλα στὸ σελάχι του, τράβηξε ἀπὸ μέσα ἕνα φύλλο χαρτὶ μὲ τυπωμένα γράμματα μαῦρα καὶ κόκκινα.
Ἦταν ἕνα φύλλο ἀπὸ τὰ ἱερὰ βιβλία τῆς ἐκκλησίας.
«Ἱλάσθητί μου τῶν ἁμαρτιῶν..» διάβασε ὁ Δῆμος. Τὸ φύλλο εἶχε καὶ σταλάματα κεριῶν ἀπὸ ἑσπερινὸ ἢ ἀγρυπνία. Ποιὸς ξέρει ποῦ τὸ εἶχε βρεῖ ὁ Λάμπρος καὶ τὸ μάζεψε. Ἀπ’ αὐτὸ κοίταζε ὁ καημένος νὰ μάθη γράμματα, μοναχός του!
Τάχα τόσοι παλιοὶ παππούληδες καὶ προσπάπποι μας δὲν ἔμαθαν νὰ διαβάζουν ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο;
«Νὰ τὸ ἄλφα!» εἶπε ὁ Λάμπρος, κι ἔδειξε μὲ τὸ δάχτυλό του στὸ φύλλο ἕνα ἄλφα κεφαλαῖο.
«Ἂ μπράβο! Τώρα νὰ μᾶς δείξης καὶ τὸ βῆτα».
«Ἂμ ἂν ἤξερα τὸ βῆτα!» εἶπε ὁ Λάμπρος. Τότε τοῦ εἶπαν νὰ καθίση καὶ νὰ βλέπη τί τοῦ δείχνουν στὸ χαρτί, κι ὅ τι λένε, νὰ λέη κι αὐτός.
Ὁ Λάμπρος φράπ! κάθισε σταυροπόδι μὲ μοναδικὴ εὐκολία. Ἐκεῖ ἄρχισε τὸ μάθημα.
«Τοῦτο εἶναι τὸ μικρὸ ἄλφα. Τοῦτο εἶναι τὸ βῆτα...... τοῦτο εἶναι τὸ ἔψιλο...... δδδδ...... μμμμμμμμμ.... δε..ο...με...θα.... σου».
Ἔτσι ἔγινε τὸ πρῶτο μάθημα. Ὁ Λάμπρος κοίταζε νὰ τ’ ἁρπάξη ὅλα τὰ γράμματα ἐκείνη τὴν ὥρα.
Ὄχι λοιπόν, δὲν ἦταν ἀγρίμι. Ἂν φάνηκε ἔτσι τὴν πρώτη φορὰ στὴν καλύβα, ἦταν ἀπὸ τὴ στενοχώρια του, ποὺ εἶδε παιδιὰ τοῦ σχολείου.
Μῆνες τώρα ἔχει τὰ γράμματα κρυφὸ καημό. Ἄκουσε πὼς πολλοὶ πιάνουν μιὰ φυλλάδα καὶ τὴ διαβάζουν ἀπὸ πάνω ὡς κάτω νερό· πὼς ἄλλοι μποροῦν καὶ μετροῦν ἴσαμε τὰ χίλια.
Νὰ ἤξερε κι αὐτὸς νὰ μετρήση τὰ γίδια του! Λέει στὴν τύχη πὼς εἶναι καμιὰ διακοσαριά, μὰ δὲν τὸ ξέρει.
Νὰ γιατί βλέποντας τὰ παιδιὰ πρώτη φορά, ντράπηκε.
Νάξερε νὰ βουτήξη στὸ μελάνι καὶ νὰ βάλη τ’ ὄνομά του, ἔτσι σὰν τὸν παππούλη του τὸ Γεροθανάση!
Τί εἶναι αὐτός, τί εἶναι κεῖνα; Τοῦτος δὲν ξέρει ἄλλο ἀπὸ τὰ γίδια καὶ τὸ σουγιά του· ἐνῶ ἐκεῖνα μποροῦν νὰ βάλουν ὅλα τὰ γράμματα στὴ γραμμή, νὰ τὰ ἐξηγήσουν καὶ νὰ ποῦνε καὶ τὸν Ἀπόστολο.
Νὰ τὸν ἐμάθαιναν καὶ τὸ Λάμπρο! Νὰ ἡ ὥρα. Ἄν τὰ μάθη, τάμαθε· τώρα, τοῦτο τὸ βράδυ.
«Φτάνει γι’ ἀπόψε, Λάμπρο» τοῦ λέει ὁ Φάνης. «Δὲ μαθαίνονται ὅλα μαζί. Τώρα νὰ διαβάσης τὸ χαρτὶ μοναχός σου, κι αὔριο πάλι θὰ δοῦμε τί ἔμαθες».
28. Τί εἶδε ὁ Λάμπρος ὅταν τελείωσε τὸ μάθημα.
Ὁ Λάμπρος ὑπάκουσε σὰν καλὸς μαθητής. Μὰ ὅταν σήκωσε τὸ κεφάλι του ἀπὸ τὸ χαρτὶ καὶ κοίταξε γύρω, πήδησε σὰ νὰ τὸν κέντρισαν οἱ σφῆκες.
Τὰ γίδια εἶχαν φύγει! Μόλις κατάλαβαν πὼς ὁ τσοπάνης εἶχε τὸ νοῦ του ἀλλοῦ, σκόρπισαν στοὺς ψηλοὺς γκρεμούς.
Πολὺ λίγα εἶχαν μείνει κάτω. Τὰ πιὸ πολλά προχώρησαν ἀπάνω στὸ μεγάλο βράχο· ἄλλα εἶχαν χαθῆ στὶς σκισμάδες του, ἄλλα εἶχαν σκαρφαλώσει στὰ κοτρόνια.
Πέντ’ ἕξι, τὰ τρελότερα, τὰ εἶδε ὁ Λάμπρος ἀνεβασμένα ψηλὰ στὴν κορφή.
Στὸ ἡλιοβασίλεμα, καθὼς λιγόστευε τὸ φῶς, φαίνονταν ἴσκιοι μαῦροι ἀπάνω στὸν οὐρανό, καθὼς ἡ μαύρη μελάνη ἀπάνω στὸ χαρτί. Ἀπὸ κεῖ ἀπάνω ἀτάραχα κοίταζαν τὸ Λάμπρο, σὰ νὰ τοῦ ἔλεγαν:
«Τί καλὰ ποὺ κάνεις νὰ διαβάζης τὴν ἄλφα!»
Τότε ὁ τσοπάνης ἄρχισε τρελὸ τρέξιμο, σφύριγμα καὶ πετροβόλημα.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου