Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Τα ψηλά Βουνά (1ο μέρος) - Οι τρεις φωτιές & Το γράμμα του Αντρέα
1. Οἱ τρεῖς φωτιές.
Βραδιάζει. Τί λαμπρὴ φωτιὰ εἶναι αὐτὴ ποὺ φάνηκε στὸ βουνό!
Πρῶτος ὁ Φάνης τὴν εἶδε. Πρῶτος αὐτὸς βλέπει τὶς ὀμορφιὲς τῆς γῆς καὶ τ’ οὐρανοῦ, καὶ τὶς δείχνει στ’ ἄλλα παιδιά: τὸν ἥλιο ποὺ βασιλεύει, τὰ σύννεφα ποὺ τρέχουν στὸν οὐρανό, τὸ ἄστρο ποὺ καθρεφτίζεται στὸ ρυάκι.
«Κοιτᾶτε, εἶπε, μιὰ φωτιὰ ἐκεῖ ἀπάνω» κι ἔδειξε τὴ φωτιὰ στὰ δυὸ παιδιὰ ποὺ ἦταν μαζί του, στὸ Μαθιὸ καὶ στὸν Κωστάκη.
Κάθονται κι οἱ τρεῖς αὐτὴ τὴν ὥρα στὸ πεζούλι τῆς ἐκκλησίας. Εἶναι κουρασμένοι ἀπὸ τὸ πολὺ παιχνίδι. Ἔχουν διακοπές.
«Ναί, ἀλήθεια, μιὰ φωτιά!» εἶπαν οἱ ἄλλοι δυό.
«Πῶς λάμπει!» εἶπε ὁ Φάνης. «Σὰν τὸ χρυσάφι».
Τὰ παιδιὰ τὴν κοιτάζουν καὶ ρωτοῦν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο: ποιὸς τάχα τὴν ἄναψε; Μήπως οἱ τσοπάνηδες ποὺ βόσκουν τὰ κοπάδια; Μήπως οἱ λοτόμοι, ποὺ κόβουν τὰ δέντρα μὲ τὰ τσεκούρια; Ἢ μήπως κανένας ποὺ πῆγε νὰ προσκυνήση στὸν Ἁι-Λιά; Κάπου ἐκεῖ κοντὰ εἶναι αὐτὸ τὸ μοναστήρι.
«Μπορεῖ νὰ μὴν τὴν ἄναψαν ἄνθρωποι» εἶπε ὁ Κωστάκης.
—«Τότε ποιός;»
—«Μπορεῖ νὰ τὴν ἄναψε ὁ Ἀράπης».
—«Μπορεῖ νὰ τὴν ἄναψε ὁ Ἀράπης».
—«Καὶ τί εἶναι αὐτὸς ὁ Ἀράπης;» ρώτησαν οἱ ἄλλοι δυό.
—«Εἶναι ἕνας μεγάλος ἀράπης, ποὺ ἔχει τὴ σπηλιά του ἐκεῖ ἀπάνω σ’ ἕνα βράχο. Στὴ μέση στὸ βουνὸ λένε πὼς εἶναι αὐτὸς ὁ βράχος».
—«Σώπα, καημένε Κωστάκη» λέει ὁ Μαθιός. «Τὸ πιστεύεις ἐσύ; ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω. Ποιὸς τὸ εἶδε;»
—«Τὸ ἔλεγε ἡ γιαγιά μου».
—«Καὶ ποῦ τὸ ξέρει αὐτή»;
—«Εἷναι πολὺ γριὰ ἡ γιαγιά μου».
Ὅσο νύχτωνε, τόσο ἔλαμπε αὐτὴ ἡ φωτιά· κι ὅσο ἔλαμπε, τόσο ὁ Κωστάκης πίστευε τὴ γιαγιά του.
Ὁ Μαθιὸς δὲν πίστευε τίποτα· γι’ αὐτὸν τὴ φωτιὰ τὴν εἶχε ἀνάψει τσοπάνης.
Ὁ Φάνης δὲ μιλοῦσε.
«Φάνη! Φάνη! τρεῖς φωτιές, τρεῖς φωτιές!»
Ἔτσι ἀκούστηκαν νὰ φωνάζουν δυὸ παιδιά, ποὺ ἔτρεχαν κατὰ τὸ μέρος ἐκεῖνο γιὰ νὰ βροῦνε τὸ Φάνη.
Ὁ Φάνης τὶς εἶχε δεῖ ἐκείνη τὴ στιγμή. Στὴ µιὰ φωτιὰ κοντὰ εἶχαν ἀνάψει κι ἄλλες δυό. Τρεῖς χρυσὲς φωτιὲς ἔλαµπαν ἀραδιασμένες στὸ βουνό, ποὺ δὲ φαίνεται πιὰ παρὰ σὰ θεόρατος γαλανὸς ἴσκιος ἀπάνω στὸν οὐρανό.
Ἡ εὐαίσθητη ψυχὴ τοῦ Φάνη ἔμεινε καὶ στὸ θέαμα τοῦτο ἐκστατική.
«Ποιὸς τὴν ἄναψε;» ρωτᾶ καὶ πάλι ὁ Μαθιός. «Τί λὲς ἐσύ, Φάνη;»
Ὁ Φάνης ἀπάντησε:
«Νὰ ἤμαστε κεῖ πάνω!»
Ἕνας ὅμως μαθητής, ὁ Ἀντρέας, προσπάθησε νὰ κάμη αὐτὸς μόνος, ἐκεῖνο ποὺ οἱ ἄλλοι δὲν μπόρεσαν νὰ κατορθώσουν.
Παιδιά,
2. Τὸ γράμμα τοῦ Ἀντρέα.
Καὶ τάχα δὲν μποροῦσαν νὰ εἶναι κι αὐτοὶ ἐκεῖ ψηλά;
Πολλὲς φορὲς ὁ δάσκαλος τοὺς εἶχε πεῖ στὸ μάθημα, πὼς τὰ παιδιὰ ποὺ εἶναι στὴν τελευταία τάξη τοῦ ἑλληνικοῦ, μποροῦν νὰ πᾶνε μόνα τους στὸ βουνό. Πὼς ἅμα ἔχουν θάρρος καὶ πειθαρχία, μποροῦν νὰ κατοικήσουν μόνα τους ἐκεῖ ἕνα δυὸ μῆνες. Φτάνει νὰ ἔχουν τὴν ἄδεια τοῦ πατέρα τους, τὴν κατοικία καὶ τὴν τροφή.
«Πόσα πράματα, τοὺς εἶπε, θὰ μάθετε ὅταν πᾶτε τόσο ψηλά· οὔτε τὸ βιβλίο μπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πῆ οὔτε γώ». Κι ἔφυγε γιὰ τὴν πατρίδα του, γιὰ νὰ περάση τὶς διακοπές. Ἦταν βέβαιος πὼς ἅμα θέλουν τὰ παιδιά, θὰ τὸ κατορθώσουν.
Τὰ παιδιὰ παρακάλεσαν τοὺς γονεῖς τους, νὰ τοὺς ἀφήσουν νὰ πᾶνε. Ἐκεῖνοι ἀντιστάθηκαν στὴν ἀρχή.
«Ποῦ ξέρομε, εἶπαν, τί θὰ κάμετε τόσο μακριά; Τάχα θὰ µπορῆτε νὰ βρίσκετε ὃ τι σᾶς χρειάζεται; Θὰ φροντίζη ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο; Θὰ εἶστε ἀχώριστοι;»
Ὑποσχέθηκαν πὼς καὶ τὰ εἰκοσιπέντε παιδιὰ θὰ εἶναι σὰν ἕνας. Μὰ ὕστερα οἱ δικοί τους ρώτησαν:
«Ποῦ θὰ βρῆτε τὶς καλύβες νὰ καθίσετε;»
Ἦταν ἡ πρώτη δυσκολία. Ὕστερα τοὺς εἶπαν:
«Ποῦ θὰ βρίσκετε τὴν τροφὴ γιὰ νὰ ζῆτε τόσο μακριά;»
Μπροστὰ στὶς δυὸ δυσκολίες τὰ παιδιὰ σταμάτησαν· ἄφησαν τὸ ταξίδι γιὰ ἄλλη φορά.
Καὶ κεῖνο ποὺ μένει γιὰ ἄλλη φορὰ σπάνια γίνεται.
Ἕνας ὅμως μαθητής, ὁ Ἀντρέας, προσπάθησε νὰ κάμη αὐτὸς μόνος, ἐκεῖνο ποὺ οἱ ἄλλοι δὲν μπόρεσαν νὰ κατορθώσουν.
Ἦταν τὸ παιδί ποὺ τολμοῦσε. Ὁ Ἀντρέας κυνηγοῦσε πιὸ πολὺ τὰ δύσκολα παρὰ τὰ εὔκολα. Δὲν τὸν θυμοῦνται νὰ δείλιασε ποτέ. Ἀλλὰ πιὸ γενναῖος ἦταν ἐκεῖ ποὺ θὰ ὠφελοῦσε τοὺς ἄλλους.
Ὁ πατέρας του, ὁ κὺρ Στέφανος, ἦταν ἐργολάβος ξυλείας στὸ δάσος ποὺ τοὺς εἶπε ὁ δάσκαλος νὰ πᾶνε, στὸ Χλωρό. Εἶχε πολλοὺς λοτόμους ἐκεῖ.
Τὸν παρακάλεσε λοιπὸν ὁ Ἀντρέας νὰ δώση χάρισμα τὴν ξυλεία γιὰ τὶς καλύβες, ποὺ χρειάζονταν τὰ παιδιά. Καὶ γιὰ νὰ πετύχη, ἀκολούθησε μιὰ μέρα τὸν πατέρα του στὸ δάσος, ὅπου εἶχε πάει νὰ ἐπιβλέψη τὴν ἐργασία.
Σὲ δυὸ μέρες οἱ λοτόμοι ἔστησαν ὀχτὼ καλύβες· ὀχτὼ γερὲς καὶ χαριτωμένες καλύβες· ἕνα χωριουδάκι. Ἡ κατοικία ἑτοιμάστηκε.
Ἀπὸ τοὺς λοτόµους πάλι ἔμαθε ὁ Ἀντρέας πὼς οἱ βλάχοι θὰ πήγαιναν στὰ Τρίκορφα, καθὼς τὸ λένε κεῖνο τὸ βουνό, γιὰ νὰ βοσκήσουν τὰ κοπάδια τους· γιατὶ φέτος βγῆκε πολὺ χορτάρι σὲ κεῖνο τὸ μέρος.
Bρέθηκε λοιπὸν τὸ σπουδαιότερο, ἡ τροφή. Ἀπὸ τὸ κοπάδι θὰ ἔχουν τὸ κρέας καὶ τὰ γαλαχτερά.
Ὁ Ἀντρέας ἔμεινε στὸ δάσος ἀνυπομονώντας νὰ ἔρθουν οἱ βλάχοι. Κι ὅταν ἦρθαν, ἔστειλε στὴν πόλη, στὰ δυὸ παιδιά, αὐτὴ τὴν παραγγελία:
Παιδιά,
Στὶς εἰκοσιεννιά, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἐσεῖς οἱ δυὸ κατὰ τὸ βράδυ νὰ κοιτάζετε στὸ βουνό, πρὸς τὸ µέρος µας, πρὸς τὸ Χλωρό. Ἂν δῆτε τρεῖς φωτιὲς στὴν ἀράδα, νὰ ξέρετε πὼς αὐτὸ θὰ εἶναι μήνυμα δικό μου γιὰ σᾶς· θὰ σημαίνει πὼς ὅλα ἔχουν ἑτοιμαστῆ, κι ἡ τροφή, κι οἱ καλύβες κι ὅ τι ἄλλο χρειάζεται. Μόνο νὰ εἰδοποιήσετε γι’ αὐτὸ τὸ Φάνη καὶ τ’ ἄλλα παιδιά. Καὶ νὰ κάμετε ὅ τι μπορεῖτε γιὰ νὰ ἔρθετε. Μὴ χάνετε καιρό. Τί ὡραῖα ποὺ εἶναι δῶ ψηλά!
Αντρέας
Εἰκοσιεννιά, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἀπόψε, νὰ οἱ φωτιές!
Τὰ δυὸ παιδιά ἔφτασαν κι ἔφεραν τὸ µήνυµα στὸ Φάνη, στὸ Μαθιὸ καὶ στὸν Κωστάκη.
Ἀνέλπιστη χαρά! Ποτὲ δὲν εἶχαν συνεννοηθῆ ἀπὸ τόσο μακριά. Θὰ πᾶνε; Καὶ πότε; Πῶς;
Τρέχουν στὸ σπίτι μὲ τὰ μάτια πρὸς τὶς τρεῖς φωτιές.
«Μᾶς γνέφουν!» φωνάζει ὁ Κωστάκης.
Κι ἀλήθεια οἱ τρεῖς φωτιὲς νόμιζες πὼς τοὺς καλοῦσαν.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου